Σάββατο, Νοεμβρίου 02, 2024

Κωνσταντίνος Καραμανλής

Ο Κ. Καραμανλής γεννήθηκε το 1907 στο Κιούπκιοϊ Σερρών της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε οικογένεια μακεδονομάχων. Αποφοιτά από τη Νομική Αθηνών το 1929. Εισέρχεται στην πολιτική για «να αφιερωθεί στο λαό και να δικαιώσει το πέρασμά του από τον κόσμο αυτό». Εκλέγεται βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα το 1935. Αντιτάχθηκε στο καθεστώς Μεταξά και από το 1942 συμμετείχε στις διεργασίες της Σοσιαλιστικής Ενωσης. Επανεκλέγεται το 1946, διαδέχεται τον Παπάγο το 1955 και αναδείχθηκε ο μακροβιότερος πρωθυπουργός από ιδρύσεως ελληνικού κράτους. Επισφράγισε τη σταδιοδρομία του με δεκαετή θητεία στην Προεδρία της Δημοκρατίας.


Νεότητα και πρώτη δράση, 1907-1946

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μαθητής
 Γυμνασίου στη Νέα Ζίχνη Σερρών (Ίδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό
αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή). 
Γεννημένος στις 8 μαρτίου 1907, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σημάδεψε με την πολυσχιδή του δράση τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Βουλευτής για πρώτη φορά σε ηλικία μόλις 28 ετών, επανειλημμένα υπουργός κατά την πρώτη φάση του Ψυχρού πολέμου, ο Κ. Καραμανλής υπήρξε ο μακροβιότερος πρωθυπουργός από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Η δεκαετής θητεία του ως προέδρου της ελληνικής δημοκρατίας επισφράγισε την πολυετή παρουσία του στην πολιτική ζωή του τόπου, κατά την οποία επιτέλεσε έργο σημαντικό, αναγνωρισμένο ακόμα και από πολιτικούς του αντιπάλους. Πρωτότοκος υιός του Γεωργίου και της Φωτεινής, ο Καραμανλής γεννήθηκε στο χωριό Κιούπκιοϊ της περιφέρειας Σερρών - επαρχίας τότε της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έως και το 1929, η οικογένεια Καραμανλή θα αποκτούσε άλλα επτά τέκνα, από τα οποία θα επιζούσαν τα έξι: Όλγα, Αθηνά, Αντιγόνη, Αλέκος, Γραμμένος και Αχιλλέας. Οι παιδικές αναμνήσεις του Κ. Καραμανλή κυριαρχούνταν από το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, αλλά και από τις συνεχείς δυσχέρειες που βίωναν η ιδιαίτερη πατρίδα του και η οικογένειά του. Ο πατέρας του, αρχικά δάσκαλος και έπειτα καπνοκαλλιεργητής, μετείχε ενεργά στον Μακεδονικό Αγώνα του 1904-1908. Πριν από την οριστική του ενσωμάτωση στο Ελληνικό Βασίλειο και τη μετονομασία του σε Πρώτη, το Κιούπκιοϊ πέρασε υπό τη βραχύβια κατοχή των Βουλγάρων, το 1912-1913. Το 1916-1918, όταν η Πρώτη Σερρών κατελήφθη και πάλι από τα βουλγαρικά στρατεύματα, ο Γεώργιος Καραμανλής συνελήφθη και εστάλη όμηρος στη Βουλγαρία, όπου και παρέμεινε έως το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1919 ο Κ. Καραμανλής ολοκλήρωσε τη βασική εκπαίδευσή του στο δημοτικό σχολείο της Πρώτης. Κατόπιν, μετέβη στη Νέα Ζίχνη, όπου λειτουργούσε διτάξιο ημιγυμνάσιο. Τον επόμενο χρόνο συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στις σέρρες, ενώ το 1923 μετακόμισε με τον αδελφό του Αλέκο στην αθήνα, όπου και παρέμεινε ως οικότροφος στο ιδιωτικό Λύκειο Μεγαρέως. Το 1925, τέλος, αποφοίτησε από το όγδοο γυμνάσιο Κυψέλης και εισήλθε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πριν από την ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών του σπουδών, το 1928-1929, ο Καραμανλής εργάσθηκε ως αντιπρόσωπος ιδιωτικής ασφαλιστικής εταιρίας προκειμένου να συνδράμει και αυτός στην αποπληρωμή οικονομικών υποχρεώσεων του πατέρα του. Για δύο χρόνια περιόδευσε τις πόλεις και τα χωριά της Μακεδονίας, ερχόμενος σε επαφή με τα προβλήματα του αγροτικού πληθυσμού. Το 1929 ο Κ. Καραμανλής αποφοίτησε από τη Νομική Αθηνών και το επόμενο έτος εξέτισε ολιγόμηνη στρατιωτική θητεία ως πρωτότοκος υιός πολυμελούς οικογένειας. Στη συνέχεια επέστρεψε στις Σέρρες, όπου το 1930 άνοιξε δικηγορικό γραφείο. Σύντομα, όμως, διαπίστωσε ότι μόνη η δικανική δραστηριότητα δεν κάλυπτε τις ευρύτερες φιλοδοξίες του: «εάν περιμένης να νοικοκυρευτώ και να ζήσω μια συνηθισμένη ζωή» -αντέτεινε στον πατέρα του όταν ο τελευταίος εξέφρασε την διαφωνία του να αναμιχθεί ενεργά στην πολιτική- «πρέπει να σου πω ότι ποτέ δεν θα λογικευθώ κατ’ αυτόν τον τρόπο. αν έχω φιλοδοξίες, είναι γιατί μ’ ενδιαφέρουν άλλα πράγματα πολύ σημαντικότερα από μένα τον ίδιον. ημπορεί αυτό να είναι αφελές. Πιστεύω όμως ότι δεν δικαιώνεται η παρουσία μας σ’ αυτόν τον κόσμο με το να καλλιεργούμε τη μικρή προσωπική μας ευτυχία. Καθένας προσφέρει τον εαυτό του κατά το δικό του τρόπο, ανάλογα με την ευκαιρία και τις περιστάσεις. Εγώ θέλω να αφιερωθώ στο λαό μου, θέλω να δικαιώσω το πέρασμά μου από τον κόσμο αυτό, υπηρετώντας αυτούς τους ανθρώπους». Η αίσθηση χρέους προς το «λαό του» οδήγησε κατ’ αρχάς τον Κ. Καραμανλή στην απόφαση να συμμετάσχει στις βουλευτικές εκλογές του 1932 ως υποψήφιος με το Λαϊκό Κόμμα. Αν και τελικά δεν κατήλθε ως υποψήφιος λόγω της αντίδρασης του πατέρα του, αλλά και της επιθυμίας του να μην εμπλακεί στις έριδες μεταξύ των πολιτευτών της εκλογικής του περιφέρειας, η απόφασή του να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική ήταν πλέον οριστική. Ο θάνατος του πατέρα του, τον Νοέμβριο του 1932, και η ευθύνη που ανέλαβε έκτοτε για την ανατροφή και τη μόρφωση των αδελφών του δεν του επέτρεψαν να θέσει υποψηφιότητα ούτε στις εκλογές του 1933, οι οποίες σηματοδότησαν την επιστροφή της αντιβενιζελικής παράταξης στην εξουσία ύστερα από μια δεκαετία βενιζελικής κυριαρχίας. Τελικά, ο Κ. Καραμανλής εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα στις εκλογές του 1935, οι οποίες πάντως σημαδεύτηκαν από την αποχή των βενιζελικών κομμάτων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αποχή των βενιζελικών, όπως επίσης και το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν γνωστός για τη δράση του στους εθνικούς αγώνες έπαιξαν κάποιο ρόλο στην εκλογή του Κ. Καραμανλή. Κυρίως, όμως, ήταν η προσωπική σχέση που ανέπτυξε με τους κατοίκους της περιφέρειάς του κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επαγγελματικής του δραστηριότητας στην οποία θα πρέπει να αποδοθεί η εκλογή του στο βουλευτικό αξίωμα και μάλιστα σε ηλικία μόλις 28 ετών. Η επανεκλογή του στις εκλογές της 26ης ιανουαρίου 1936 -τις τελευταίες πριν από την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας- επιβεβαίωσε την αυξημένη απήχησή του σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα. οπωσδήποτε, η ένταξη του Κ. Καραμανλή στο Λαϊκό Κόμμα προκαλεί αρκετά ερωτήματα. Ο Μακεδόνας πολιτικός ανήκε σε μια νέα γενιά που θεωρούσε ξεπερασμένα τα διχαστικά διλήμματα του πρόσφατου παρελθόντος, αναζητώντας εναλλακτικές λύσεις εκτός του πλαισίου του Εθνικού Διχασμού. πώς μπορούσε να συνδυασθεί, λοιπόν, το αίτημα για συνολική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος με την υποστήριξη ενός παραδοσιακού κόμματος; η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στην οικογενειακή παράδοση του Κ. Καραμανλή. Ο πατέρας του, Γεώργιος, όπως άλλωστε και η πλειοψηφία των Μακεδονομάχων και γενικότερα των γηγενών της Βορείου Ελλάδος ταυτίστηκαν εξ αρχής με την αντιβενιζελική παράταξη πιθανότατα ως αντίδραση στην καθολική στήριξη που παρείχε ο κόσμος της προσφυγιάς στο Κόμμα των Φιλελευθέρων και τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η επίθεση βενιζελικών εναντίον της οικίας του Κ. Καραμανλή το βράδυ των εκλογών του 1928, η σύλληψη και φυλάκισή του κατά τη διάρκεια του βενιζελικού κινήματος του 1935, καθώς και η προσωπική του φιλία με τον πολιτευτή του Λαϊκού Κόμματος στις Σέρρες Αθανάσιο Αργυρό επιβεβαίωσαν τον προσανατολισμό του νεαρού δικηγόρου προς την αντιβενιζελική παράταξη. Οι πολιτικές εξελίξεις του 1935-1936 προκάλεσαν έντονη απογοήτευση στο νεαρό βουλευτή. Η πραξικοπηματική παλινόρθωση του βασιλιά Γεωργίου Β΄, η ψήφος εμπιστοσύνης που παρείχαν τα παραδοσιακά κόμματα (συμπεριλαμβανομένου και του Λαϊκού) στον Ιωάννη Μεταξά, η εγκαθίδρυση δικτατορικού καθεστώτος και η αδυναμία του πολιτικού κόσμου να εγγυηθεί την επιστροφή στην κοινοβουλευτική ομαλότητα έπεισαν τον Κ. Καραμανλή για τη γενικότερη αποτυχία του πολιτικού συστήματος. ηδη, τον Μάιο του 1937, με επιστολή προς τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, είχε ταχθεί υπέρ του συντονισμού της δράσης των κομμάτων για την ανατροπή του μεταξικού καθεστώτος. Ο ίδιος, μάλιστα, δήλωνε έτοιμος να ηγηθεί του αντιδικτατορικού αγώνα στη Βόρειο Ελλάδα. ωστόσο, όλες οι προσπάθειες των κομμάτων για επαναφορά των δημοκρατικών θεσμών απέτυχαν, ενώ ούτε ο Κ. Καραμανλής ήταν σε θέση να αναλάβει ουσιαστικές πρωτοβουλίες προς αυτήν την κατεύθυνση. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, η διάγνωση σοβαρής μορφής βαρηκοΐας απειλούσε ακόμα και αυτή τη συνέχιση της πολιτικής του σταδιοδρομίας, ενώ ο θάνατος της μητέρας του Φωτεινής κατέστησε τον Καραμανλή μοναδικό πλέον υπεύθυνο για την ανατροφή και τη μόρφωση των αδελφών του. Μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, στον οποίο δεν του επιτράπηκε η στράτευση λόγω της ασθένειάς του, μετακόμισε στην αθήνα προκειμένου να συνεχίσει τη δικανική του δραστηριότητα. η επίταξη, όμως, του κτιρίου που φιλοξενούσε το δικηγορικό του γραφείο από τον κατακτητή προκάλεσε εντέλει την αναστολή κάθε επαγγελματικής του δράσης.

Κατά τη διάρκεια της τριπλής Κατοχής, ο Κ. Καραμανλής συμμετείχε σε δύο παράλληλες διεργασίες, οι οποίες έμελλε να επηρεάσουν καταλυτικά την πολιτική του σκέψη κατά τον ιδεολογικό του προσανατολισμό: στην επιτροπή Μακεδόνων και Θρακών και στη σοσιαλιστική ενωση. Η κατάληψη εδαφών της ανατολικής Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης από τα βουλγαρικά στρατεύματα και η πολιτική αφελληνισμού που ακολούθησε η Σόφια στις περιοχές αυτές οδήγησαν σημαντικές προσωπικότητες της πολιτικής και πνευματικής ζωής του τόπου - ανάμεσά τους ο Αλ. Σβώλος, ο Α. Κεραμόπουλος, ο Μ. Κύρκος, ο Α. Θεολογίτης, ο Αλ. Ζάννας, ο Φ. Μανουηλίδης και ο Γ. Μόδης - στην ίδρυση της Εταιρείας Μακεδόνων και Θρακών. Σκοπός της οργάνωσης ήταν η ενημέρωση των αρμόδιων αρχών για τα βουλγαρικά έκτροπα στη Βόρειο Ελλάδα και η περίθαλψη χιλιάδων προσφύγων από τις βουλγαροκρατούμενες περιοχές. ο Καραμανλής μετείχε στην εταιρεία ως εκπρόσωπος των προσφύγων του νομού Σερρών. Η σοσιαλιστική ένωσις ιδρύθηκε το 1942 από διακεκριμένους εκπροσώπους της δημόσιας ζωής του τόπου: Κ. Τσάτσος, Ξ. Ζολώτας, Ι. Πολίτης, Α. Αγγελόπουλος, Π. Γαρουφαλιάς, Γ. Μαύρος, Π. Κόκκαλης κ.ά. Η συμμετοχή του Κ. Καραμανλή στις συζητήσεις της ομάδας αυτής επηρέασε την πολιτική του φυσιογνωμία. Η ανάγκη ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας, η συμμετοχή των ελλήνων στις ευρωπαϊκές και τις διεθνείς διεργασίες, η αποδοχή πολιτεύματος αβασίλευτης δημοκρατίας, η εκλογή ανώτατου άρχοντα επιφορτισμένου με ενισχυμένες εξουσίες και ο ενισχυμένος ρόλος του κράτους στην παραγωγική διαδικασία υπήρξαν θέσεις που διατύπωσε κατά τη διάρκεια της Κατοχής η σοσιαλιστική ενωσις και μετουσίωσε σε πολιτική πράξη ο Κ. Καραμανλής κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Κ. Καραμανλής απέκρουσε κατηγορηματικά κάθε πρόταση που του έγινε να αναλάβει νομαρχία, γενική γραμματεία ή ακόμα την υποδιοίκηση της Αγροτικής Τράπεζας. παράλληλα, αρνήθηκε να συμμετάσχει στο κίνημα της ένοπλης αντίστασης, ακολουθώντας στο σημείο αυτό τη στάση του πολιτικού του χώρου. Σε γενικές γραμμές, η συμμετοχή του στις πολιτικές διεργασίες που έλαβαν χώρα είτε στην Αθήνα είτε στο Κάιρο, όπου βρισκόταν εγκατεστημένη η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, υπήρξε αναμφισβήτητα υποτονική. Η μοναδική απόπειρά του να μετάσχει ενεργά στην εθνική προσπάθεια για το σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου απέτυχε παταγωδώς. Η άφιξή του στην Αίγυπτο, ύστερα από πέντε μήνες ταλαιπωριών σε ελλάδα, Τουρκία και μέση ανατολή, κατέστη εφικτή μετά την αναχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης για τη Νεάπολη. Τελικά, επέστρεψε στην αθήνα στις 25 οκτωβρίου 1944 - μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων. 

Μανόλης Κούμας, δρ. σύγχρονης ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ - ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ