Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2024

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Έλληνες επίσημοι χαιρετούν ναζιστικά,
 παρουσία Γερμανών αξιωματικών
 

Τον Φεβρουάριο 1942, λίγους μόνο μήνες μετά την κατάληψη του νησιού και την ανάληψη του αξιώματος του δημάρχου, ο Νικ. Σκουλάς ζητούσε από έναν από τους επιφανέστερους διανοουμένους της πόλης των Χανίων να του εγχειρίσει ένα σημείωμα εν είδει αναμνήσεων από την περίοδο πριν και μετά τη Μάχη της Κρήτης. Ο διανοούμενος αυτός ήταν ο διαπρεπής βυζαντινολόγος και νεοελληνιστής Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, μετέπειτα καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, που από το 1933 υπηρετούσε ως διευθυντής του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης.

Η εκτενής αφήγηση του Τωμαδάκη περιελάμβανε πλήθος πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση στην Κρήτη από τον Απρίλιο έως το καλοκαίρι του 1941. Ένα περιστατικό όμως τονιζόταν ιδιαίτερα, προκειμένου να ικανοποιηθεί ο Σκουλάς, που ανησυχούσε ότι η ανάληψη του δημαρχικού αξιώματος θα μπορούσε να του δημιουργήσει προβλήματα στο άμεσο μέλλον. Το περιστατικό αυτό είχε ως εξής:

Ο κ. Τσίβης με συνώδευσεν εις την οικίαν του κ. Σκουλά την 8.15 της πρωίας της Μεγάλης Τετάρτης της 16ης Απριλίου. Εις τον κ. Ν. Σκουλάν τον οποίον δεν έβλεπον τότε συχνά διεκείμην μάλιστα και μετά τινος ψυχρότητος, δι' άσχετον προς τα παρόντα ζητήματα λόγον, ανέπτυξα επί ώραν τας σκέψεις μου, επιμείνας ότι ο πόλεμος διά την Ελλάδα εκρίθη και ότι η τύχη της Κρήτης δεν δύναται να είναι διαφορετική. Τούτο εκείνος δεν παρεδέχετο ανεπιφυλάκτως, μετά προσοχής ουχ' ήττον ήκουε προδιαγραφομένας του τόπου τας συμφοράς μετά την εγκατάλειψίν μας υπό των Άγγλων και των Ελλήνων Κυβερνητών. Η απάντησίς του ήτο ότι δεν θα ήθελε να κηλιδώση το όνομα της οικογενείας του, αναλαμβάνων μίαν τοιαύτην πρωτοβουλίαν. Η ιδική μου άποψις ήτον ότι δεν θεωρώ ολιγώτερον Έλληνα εκείνον ο οποίος θα εβοήθει τον τόπον να εξέλθη από το αδιέξοδον από τον στρατιώτην ο οποίος θα τον υπερασπισθεί με το τουφέκι του. Ετόνισα δε ότι αν εζητείτο από εμέ ό,τι εζήτουν εγώ από εκείνον, θα ηδιαφόρουν περί των αμέσων κρίσεων και θα απέθετον την πίστιν μου εις την δικαιοσύνην της Ιστορίας.

-Και θα εδεχόσαστε να γίνετε ένας μικρός Πεταίν; με ηρώτησε.

-Εγώ, του απήντησα, δεν έχω το κύρος και την αντοχήν διά να γίνω. Αλλά θα επεδοκίμαζον το θάρρος και τον πατριωτισμόν εκείνου που θα έθετεν εαυτόν εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος του εις τοιαύτας στιγμάς. Θα τον συνέτρεχον δε ως πνευματικός άνθρωπος.

H τελική απάντησις του N. Σκουλά υπήρξεν αρνητική. Ο κ. Τσίβης ηρκείτο επιδοκιμάζων τον τέως Δήμαρχον, ο οποίος και μου απηύθυνε την εξής τελευταίαν σύστασιν.

- Ο κόσμος είναι κακός, μπορεί να σας παρεξηγήση. Εγώ δεν λέω τίποτα γι' αυτά που μου είπατε. Αλλά καλόν είναι να μη συνεχίσετε. Μην πήτε σε κανένα τίποτα.

Πράγματι, ο Σκουλάς είχε αρνηθεί κατηγορηματικά οποιαδήποτε σκέψη συνεργασίας τον Απρίλιο 1941 και τελικά αποδέχθηκε τη θέση του δημάρχου μόνο μετά την κατάληψη της Κρήτης, όταν πολλοί ήταν οι πρόκριτοι του νησιού που σκέπτονταν ότι μια πρώτη συνεννόηση με τις κατοχικές αρχές ήταν αναγκαία προκειμένου να περισωθεί ό,τι ήταν δυνατόν να περισωθεί.

Ο Τωμαδάκης, ωστόσο, δεν πτοήθηκε από την κατηγορηματική άρνηση του Σκουλά και ήλθε σε επαφή και με άλλες εξέχουσες προσωπικότητες, προκειμένου να τις πείσει ότι οποιαδήποτε αντίσταση ήταν μάταιη και ότι ήταν ανάγκη να υπάρξει άμεση συνεννόηση με την άρτι σχηματισθείσα κυβέρνηση Τσολάκογλου. Μεταξύ άλλων, ο Τωμαδάκης συναντήθηκε με τον Επίσκοπο Αγαθάγγελο, προκειμένου να αναλάβει ο ίδιος πρωτοβουλία υπέρ της αποτροπής της αντίστασης στην αναμενόμενη επίθεση των Γερμανών και της συνεννόησης με τις γερμανικές αρχές στην Αθήνα. Και ο Αγαθάγγελος αρνήθηκε κατηγορηματικά τη συζήτηση, πιστεύοντας μάλιστα ότι ο Τωμαδάκης ενεργούσε υπό καθεστώς φόβου. Γράφει ο Τωμαδάκης σχετικά με τη συνάντηση μεταξύ των δύο:

Μετά δύο ημέρας τα πράγματα είχον εκτραχυνθεί. Μετά την αποκαθήλωσιν, την τελετήν της οποίας παρηκολούθησα εις την Τριμάρτυρην, εζήτησα να ιδώ ιδιαιτέρως τον Επίσκοπον Θεοφ. Αγαθάγγελον Ξηρουχάκην, μετά του οποίου συνεδεόμην από πολλών ετών και εις τον ανδρισμόν και το θάρρος καθώς και τας αγαθάς προαιρέσεις του οποίου είχον ανέκαθεν πίστιν. Διετέλεσε δ' ούτος επί μακρόν εφημέριος εν Ιταλία και Αυστρία, ωμίλει δε και Γερμανικά και Ιταλικά, εγνώριζε τα κατά τας χώρας του Άξονος, αλλά είχε παρασυρθεί εις ατόπους επιδείξεις (π.χ. ευλογίαν των προτεσταντικών όπλων των συμμάχων διά του σταυρού, εξαπόλυσιν δριμείας και υβριστικής διά τα πρόσωπα του Μουσολίνι και Χίτλερ ποιμαντορικής εγκυκλίου επί τω Πάσχα), αι οποίαι δεν έπρεπε να δεσμεύσουν αυτόν, πρόσωπον εκτός πολιτικής, οφείλων να αγρυπνή επί της ζωής και των ψυχών του ποιμνίου του. Εις μάτην προσεπάθησα να τον προσγειώσω. Ήτον εκτός πάσης πραγματικότητος και μοι ωμίλει περί εφοδιασμών, αριθμών και πετρελαίων, ενόμιζε δ' ότι είχον ανάγκην ενθαρρύνσεως. Παρετήρησα ότι τας σκέψεις μου εξέφραζον όλως εμπιστευτικώς προς εκείνον και όχι τον τυχόντα. Αλλά δεν έκρινα ότι ηδυνάμην να προχωρήσω. Επαναστάτης τω 97, στρατιωτικός ιερεύς των ορθοδόξων κατά την πολιορκίαν της Ενετίας από τους Αυστριακούς, εθεώρει φυσικόν να ευρεθώμεν και εδώ εις πολεμικήν κατάστασιν, πλην δεν αντελαμβάνετο πού αύτη θα ωδήγει.

H προσεκτική ανάγνωση του κειμένου του Τωμαδάκη, που στη μετέπειτα επίσημη βιογραφία του φρόντισενα επιβάλει τη λανθασμένη πληροφορία ότι «μετά την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη και να έλθει στην Αθήνα, λόγω της προγραφής του από τους Γερμανούς», δείχνει ότι o ίδιος δεν κινήθηκε, κατά τις κρίσιμες στιγμές του Απριλίου 1941, υπό καθεστώς φόβου ή εξαιτίας υπερβολικής σύνεσης, όπως έκαναν για παράδειγμα o Σκουλάς και ενδεχομένως η Επιτροπή του Λαού των Χανίων. Αντίθετα, φαίνεται ότι η σκέψη και οι πράξεις του διαπνέονταν, αν όχι από φιλικά αισθήματα απέναντι στα καθεστώτα των χωρών του Άξονα (o ίδιος σπούδαζε στην Πίζα από το 1938 έως την ιταλική επίθεση) τουλάχιστον από εχθρικά αισθήματα απέναντι στους Άγγλους και την κυβέρνηση Μεταξά, τα στελέχη της οποίας αποκαλούσε «αποπλανητές της μάζας».


Πηγή κειμένου και φωτογραφίας: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΣ, "ΔΟΣΙΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΔΟΣΙΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ 1941-1945