 |
Άποψη από το Άντρο της Κυμαίας Σίβυλλας, μια στοά που διανοίχτηκε μέσα στον τόφο, πιθανώς τον 6ο αι. π.Χ., και η οποία επεκτάθηκε σταδιακά έως τη ρωμαϊκή εποχή. |
Σε μια περιοχή ήδη κατοικημένη από αυτόχθονες, γύρω στο 740 π.Χ. μερικοί άποικοι που κατάγονταν από την ευβοϊκή πόλη της Χαλκίδας και από την Κύμη (αν και δεν είναι σαφές αν πρόκειται για εκείνη στις βόρειες ακτές του νησιού ή για την ομόηχη πόλη στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας), αφού ενώθηκαν με μια μικρότερη ομάδα από Βοιωτούς αποίκους και κατοίκους της Πιθηκούσας, ίδρυσαν στη φλεγραία ακτή απέναντι από την Ίσκια την πρώτη ηπειρωτική ελληνική αποικία στη Δύση.Έτσι ιδρύθηκε η Κύμη, οχυρωμένη σε μια φυσική απομονωμένη ακρόπολη πάνω στη θάλασσα, το νότιο τμήμα της οποίας έγλειφε ένας μικρός αμμώδης όρμος, ιδανικός για την προσόρμιση πλοίων. Εκτεινόταν κυρίως προς τα νοτιοανατολικά και τα ανατολικά, κατά μήκος των πρανών και των κυματισμών που χωρίζουν το αρχαίο ακρωτήριο από το Μόντε Γκρίλο. H άνθησή της ήταν ραγδαία και διαρκής, αφού από τα τέλη του 8ου αι. π.Χ. την ευνόησε η ταυτόχρονη απώλεια ισχύος της γειτονικής Πιθηκούσας και, κυρίως, η στρατηγική θέση της, γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν οι Κυμαίοι.Έτσι, η πόλη τους εξελίχθηκε σε προπύργιο του ελληνικού εμπορίου με τους αυτόχθονες λαούς της Ετρουρίας, του Λατίου και της Καμπανίας κατά τον 7ο και τον 6ο αι. π.Χ. Ωστόσο, τον 5ο αι. π.Χ. η πόλη ήρθε αντιμέτωπη με μια αργή παρακμή, εξαιτίας της ηγεμονίας των Συρακουσών στη νότια Τυρρηνία, την οποία ευνόησε η εμπορική υπεροχή της Νεάπολης. H κατάκτησή της από τους Σαμνίτες (421 π.Χ.) και η επακόλουθη είσοδός της στη σφαίρα επιρροής των Ρωμαίων (338 π.Χ.) ήταν οι τελευταίοι σταθμοί της μακράς ιστορίας της πόλης, η οποία κληροδότησε ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πολιτισμού στην Ιταλία. Πράγματι, από την Κύμη διαδόθηκε στους Ετρούσκους και στους Λατίνους το αλφάβητο.
Σε σχέση με την επιφάνεια που καταλάμβαναν τα τείχη της πόλης η ύπαρξη των οποίων επιβεβαιώνεται από λείψανα και τη μορφολογία του εδάφους, τα ερείπια της ελληνικής πόλης-κράτους είναι λιγοστά, αντιθέτως εκείνα τιις ρωμαϊκής πόλης ήταν πολύ πιο σταθερά κυρίως στο χαμηλότερο μέρος τους.
Συνεπώς, μια ιδανική περιήγηση στην ελληνική Κύμη θα μπορούσε να ξεκινήσει από τα ενδιαφέροντα ερείπια των αμυντικών τειχών του τέλους του 6ου αι. μ.Χ., που συντηρούνται στη νότια πλευρά της πόλης, κατά μήκος της πλαγιάς του Μόντε Γκρίλο. Προσεκτική παρατήρηση χρήζει και η πιο σημαντική από τις αρχαίες πύλες που σήμερα είναι από τη θεαματική ρωμαϊκή αψίδα Άρκο Φελίτσε, η οποία δημιουργήθηκε για την ανάσχεση των κατολισθήσεων από την κορυφή του Μόντε Γκρίλο κατά τη διέλευση της Δομιτίας οδού. Επιπλέον, από το νοτιοανατολικό τμήμα της ακρόπολης είναι ορατά τείχη, το ενδιαφέρον των οποίων έγκειται στην παλαιότητα και στην εμφάνισή τους: ένα διπλό προκάλυμμα παραλληλεπίπεδων ογκόλιθων από τόφο περιέβαλλε την περιοχή, ενώ σε αρκετά σημεία αναγνωρίζονται πιο πρόσφατες οικοδομικές φάσεις, και πιο συγκεκριμένα εκεί όπου υπάρχουν εντελώς ευθυγραμμισμένες σειρές. Πάνω σε αυτά τα τείχη οικοδομήθηκαν οι επόμενες οχυρώσεις της σαμνιτικής και της ρωμαϊκής εποχής, ωραία δείγματα των οποίων βρίσκονται στις βόρειες και ανατολικές πλαγιές του ανδήρου όπου υψώνεται το ιερό του Απόλλωνα. Παρ' όλα αυτά, ο μοναδικός τρόπος για να φτάσει κάποιος στην ακρόπολη είναι να διασχίσει τον μεγάλο δρόμο ανάμεσα
στις δεντροστοιχίες απ όπου φαίνεται η υπέροχη θέα της πόλης και παρατηρούνται μερικές πηγές φωτισμού της επιλεγόμενης Ρωμαϊκής κρύπτης, μιας μεγάλης σε μήκος και θεαματικής υπόγειας σήραγγας που διέσχιζε ολόκληρο τον λόφο της Κύμης. Το πιο φημισμένο μνημείο της περιοχής είναι και το πιο συζητημένο: το Αντρο της Κυμαίας Σίβυλλας, της μάντισσας που - σύμφωνα με την παράδοση - προμήνυε το μέλλον γράφοντας τις απαντήσεις της πάνω σε φύλλα τα οποία έπαιρνε ο άνεμος. Πρόκειται για έναν μακρύ διάδρομο 135 μέτρων, με τραπεζοειδή τομή στο ανώτερο τμήμα του (αρχαϊκής εποχής και ορθογώνια στο κατώτερο (ελληνιστικής εποχής). Κατεβαίνοντας από τον ναό του Απόλλωνα, ο διάδρομος αναπτύσσεται με μια σειρά από διαμερίσματα και επιπρόσθετες κατασκευές της εποχής με τόσο διαφορετικές λειτουργίες, ώστε ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να αναγνωριστούν. Για παράδειγμα, τα τρία λουτρά που είναι τοποθετημένα περίπου στο μέσον του διαδρόμου πιθανολογείται ότι ήταν ρωμαϊκές δεξαμενές νερού. Στο τέλος, αναμφίβολα στο πιο απόμακρο σημείο του σπηλαίου, βρίσκονται τα θεωρούμενα δωμάτια των μαντείων, τρία διαμερίσματα με σταυρωτή διάταξη,
από τα οποία μπορεί κανεις να αναγνωρίσει σε εκείνο που βρίσκεται στα αριστερά, που είναι και το πιο μικρό, την έδρα της Σίβυλλας.
Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ, τ.21, Εκδ. ΔΟΜΗ