Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2023

Εκχριστιανισμός 337 - 630

Όταν το 337 ο Κωνσταντίνος βαφτίστηκε στο νεκροκρέβατό του, η συντριπτική πλειονότητα των υπηκόων του ήταν ακόμη παγανιστές, δηλαδή λάτρευαν με τους παραδοσιακούς τρόπους τους παραδοσιακούς ελληνικούς και ρωμαϊκούς θεούς. Οπως και παλιότερα, η δημόσια ζωή περιστρεφόταν ακόμη γύρω από ναούς και ιερά. Ακόμη και η νέα πόλη του αυτοκράτορα στον Βόσπορο είχε αρκετά τέτοια κτίρια. Πράγματι, ενώ συνεχιζόταν η οικοδόμησή της, ο Κωνσταντίνος έστειλε εκπροσώπους του να επισκεφτούν περιβόλους ναών και δημόσιους χώρους στην ανατολική αυτοκρατορία για να βρουν ορειχάλκινα και μαρμάρινα αγάλματα και να τα στείλουν στην Κωνσταντινούπολη. Πολλά από αυτά τα αγάλματα κατέληξαν στον νεόδμητο Ιππόδρομο, που οικοδομήθηκε για το δημοφιλές άθλημα των αρματοδρομιών και θα παρέμενε για μεγάλο διάστημα στο κέντρο της δημόσιας ζωής στην πόλη. Πολλά από αυτά τα μνημεία διασώζονται μέχρι σήμερα στον ανοιχτό χώρο απέναντι από το Μπλε Τζαμί, ο οποίος διατηρεί το σχήμα του αρχαίου ιπποδρόμου. Ο Ευσέβιος θέλει να πιστέψουμε ότι o Κωνσταντίνος συγκέντρωσε όλα αυτά τα αρχαία έργα τέχνης με στόχο να αντιληφθούν οι ειδωλολάτρες την «πλάνη» τους παραδίδοντάς τα «ως αθύρματα για γέλια και παιχνίδια σε αυτούς που τα έβλεπαν». Μερικές φορές, o επίσκοπος τα παραλέει και προδίδεται.

Στην πραγματικότητα, o Κωνσταντίνος και οι τρεις γιοι του που τον διαδέχθηκαν ήταν επιφυλακτικοί στις κινήσεις που έκαναν για την επιβολή του χριστιανισμού στην αυτοκρατορία. Απέφυγαν να επαναλάβουν τις υπερβολές των προκατόχων τους εναντίον των χριστιανών και να δημιουργήσουν νέους μάρτυρες. Κατ' αρχάς, δεν προσπάθησαν να επιβάλουν νομοθετικά τον χριστιανισμό. Αντιθέτως, ωθούσαν τους ανθρώπους προς τη νέα θρησκεία μέσω της πατρωνίας. Στην Κωνσταντινούπολη και στις πόλεις της ανατολής, οι δωρεές χρημάτων από τους αυτοκράτορες, οι μειώσεις φόρων για χριστιανούς και χριστιανικά ιδρύματα και η κρατική χρηματοδότηση για την οικοδόμηση εκκλησιών επιδρούσαν σωρευτικά, σε διάστημα αρκετών δεκαετιών. Όμως η αλλαγή ήταν βαθμιαία. Και ίσως τα κινήματα βάσης έπαιξαν σημαντικότερο ρόλο. Ακόμη και τότε ο χριστιανισμός δεν είχε χάσει τη δυναμική την οποία είχε στην αρχή της εμφάνισής του ως κίνημα από τα κάτω.


Αυτό ήταν ιδιαίτερα εμφανές σε μερικές επαρχίες της αυτοκρατορίας: στην Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μεσοποταμία. Οι νέες γενιές των σκαπανέων του χριστιανισμού, πολύ ισχυρότερες αριθμητικά από τους προγενέστερους μάρτυρες, περιλάμβαναν και πάλι γυναίκες και άνδρες που προέρχονταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα, ακόμη και τα ταπεινότερα. Σύντομα, αυτοί οι άνθρωποι θα κατέληγαν να εκπροσωπούν, για εκατομμύρια ανθρώπους, την αγνότερη έκφραση της χριστιανικής ζωής.

Μερικοί κατέφευγαν μόνοι τους σε ερήμους και όρη για να μιμηθούν τον Ιησού, ο οποίος, σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, αποσύρθηκε για σαράντα ημέρες στην έρημο, όπου αντιμετώπισε τους πειρασμούς του διαβόλου. Αυτοί οι άνθρωποι, γνωστοί ως «ερημίτες» ή «ασκητές», υπέβαλλαν τους εαυτούς τους σε τρομερές κακουχίες και στερήσεις βασανίζοντας εσκεμμένα το σώμα τους για να τελειοποιήσουν την ψυχή τους και να την προετοιμάσουν για μια καλύτερη ζωή μετά τον θάνατο. Ακριβώς όπως o Ιησούς είχε παλέψει εναντίον του σατανά, έτσι και αυτοί οι ασκητές θεωρούσαν ότι διεξήγαν μια πνευματική πάλη. οι ερημίτες που πολλαπλασιάζονταν σε όλη τη Συρία και τη Μεσοποταμία περιγράφονται ως «περιπλανώμενοι άγριοι, ντυμένοι με προβιές, με λιγδιασμένα μαλλιά που τους έκαναν να μοιάζουν με αετούς». «Φλογεροί άνθρωποι, προκαλούσαν κατάπληξη και ανησυχία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο με τους θεατρινισμούς τους». Όμως δεν ήταν απλώς άνθρωποι που ήθελαν να απομονωθούν. οι ασκητές γύριζαν την πλάτη τους στην κοινωνία, αλλά, όπως ανακάλυψαν, η κοινωνία ερχόταν σε αυτούς. Οι άνθρωποι τους αναζητούσαν για ηθική καθοδήγηση, για να δαιμόνια ή απλώς για να τους χαζέψουν και να θαυμάσουν την αντοχή τους. Έναν αιώνα μετά την εποχή του Κωνσταντίνου, πλήθη συγκεντρώνονταν στο Χαλέπι για να δουν στην κορυφή ενός ψηλού στύλου τον άγιο Συμεών τον Στυλίτη, o οποίος ζούσε εκεί επί τριάντα επτά χρόνια σκαρφαλωμένος Πάνω σε μια μικρή εξέδρα και συντηρείτο με τρόφιμα που του έφερναν οι πιστοί της περιοχής και τα ανέβαζε επάνω με καλάθι. Τέτοιοι άνδρες και τέτοιες ήταν οι δημοφιλείς ήρωες και ηρωίδες της εποχής. Άλλοι δημιούργησαν ολόκληρες κοινότητες με παρόμοιους σκοπούς. Στην Αίγυπτο, ένας χωρικός ονόματι Παχώμιος, που είχε προσηλυτιστεί στον χριστιανισμό ενώ υπηρετούσε στις ρωμαϊκές λεγεώνες, φαίνεται πως ήταν ένας από τους πρώτους που καθιέρωσε ένα σύστημα ζωής ανδρών και γυναικών, που έμεναν ξεχωριστά, με αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες και μακριά από πόλεις και κωμοπόλεις. Μέχρι το 346, όταν πέθανε o Παχώμιος, υπήρχαν στην Αίγυπτο εννέα τέτοια «μοναστήρια», όπως έμειναν γνωστά. Όσοι υποτάσσονταν στους κανόνες ενός μοναστηριού ήταν γνωστοί ως μοναχοί, όρος που ταιριάζει καλύτερα στους ερημίτες και τους μοναχικούς ασκητές παρά στα μέλη των κοινοτήτων τις οποίες ίδρυσαν o Παχώμιος και άλλοι. Εκατό χρόνια αργότερα, μπορεί να υπήρχαν στην Αίγυπτο δεκαπέντε χιλιάδες μοναχοί, αριθμός που περιλάμβανε τετρακόσιες τουλάχιστον μοναχές. Πολλοί από αυτούς μιλούσαν την κοπτική, μορφή της αρχαίας αιγυπτιακής γλώσσας, η οποία κέρδιζε έδαφος και ως γραπτή γλώσσα μεταξύ των χριστιανών. Όμως οι βίοι των ιδρυτών του κοινοβιακού μοναχισμού ήταν γραμμένοι στα ελληνικά και διαβάζονταν ευρέως σε όλη την ανατολική αυτοκρατορία. Οι απλοί άνθρωποι αναζητούσαν το παράδειγμα της ζωής του χριστιανού τόσο στους μοναχούς και τους ερημίτες του τόπου τους όσο και στους μακρινούς αυτοκράτορες οι οποίοι καθόριζαν τους νόμους στην Κωνσταντινούπολη.

Εντούτοις, για μια έκτακτη περίοδο είκοσι μηνών, η οποία άρχισε τον Νοέμβριο του 361, φαινόταν πως ολόκληρη η διαδικασία θα αντιστρεφόταν. Με τον θάνατο του τελευταίου γιου του Κωνσταντίνου, του Κωνσταντίου B', o Ιουλιανός, o τριαντάχρονος ανιψιός του Κωνσταντίνου, o οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί ήδη συναυτοκράτορας στη δύση, έγινε o άρχοντας ολόκληρου του ρωμαϊκού κόσμου. O Ιουλιανός έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «o Παραβάτης». Από τη μεριά του πατέρα του, o Ιουλιανός καταγόταν από την ίδια με τον Κωνσταντίνο λατινόφωνη βαλκανική οικογένεια. Όπως και o Κωνσταντίνος, είχε λατινικό όνομα. Όμως η μητρική του γλώσσα ήταν η ελληνική. O Ιουλιανός είχε γεννηθεί και είχε περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί, πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει φιλοσοφία, γραμματική και ρητορική. Είχε κερδίσει στρατιωτικές τιμές και βαθμούς στη δύση, όπου είχε ηγηθεί των λεγεώνων στις μάχες εναντίον των Γερμανών εισβολέων που είχαν διαβεί τον Ρήνο. Παρ' όλα αυτά, η καρδιά και o νους του Ιουλιανού θα παρέμεναν πάντα στην ελληνόφωνη ανατολή.

O Ιουλιανός ήταν εκκεντρικός ακόμη και για τα δεδομένα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Είχε γενειάδα όμοια με εκείνη των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και θα μπορούσε να καυχηθεί για ένα επίπεδο πνευματικής καλλιέργειας που δεν έφθανε κανένας προηγούμενος αυτοκράτορας, με εξαίρεση τον Μάρκο Αυρήλιο (τον οποίο θαύμαζε πάρα πολύ). Ανήλθε στον θρόνο αποφασισμένος όχι μόνο να καταστείλει τη νέα θρησκεία του Κωνσταντίνου, αλλά και να την αντικαταστήσει με μια θρησκεία η οποία με τον τρόπο της ήταν καινοτόμα. Το σχέδιο του Ιουλιανού δεν περιοριζόταν μόνο στην αποκατάσταση των παλιών πρακτικών της θυσίας ζώων και των γιορτών προς τιμή των παραδοσιακών θεών (πολλές από τις οποίες συνεχίζονταν ούτως ή άλλως). O Ιουλιανός ήταν θρήσκος με μια σημασία η οποία θα ήταν ακατανόητη για τους περισσότερους Έλληνες στο απόγειο της κλασικής Αθήνας, την οποία είχε σε τόσο μεγάλη εκτίμηση. Μοιραζόταν με τους χριστιανούς ασκητές την αποστροφή τους για τη σάρκα. Στο κάτω κάτω είχε ανατραφεί ως Χριστιανός.

Πηγή κειμένου: ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: ΜΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, Roderick Beaton, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ .