Αν o Αλέξανδρος είχε ποτέ την πρόθεση να δημιουργήσει μια «νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων», οι επίγονοί του απέτυχαν θεαματικά να υλοποιήσουν αυτό το σχέδιο. Για τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του στη Βαβυλώνα, οι πρώην στρατιωτικοί διοικητές του πολεμούσαν μεταξύ τους, σε μεγάλο βαθμό όπως έκαναν οι ελληνικές πόλεις-κράτη για εκατοντάδες χρόνια, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη γεωγραφική κλίμακα. Πράγματι, στον νέο ελληνικό κόσμο που αναδυόταν, τα πάντα ήταν γιγαντιαία σε σύγκριση με την προηγούμενη εποχή - από την ισχυρογνωμοσύνη των ηγεμόνων μέχρι τα μνημειακά οικοδομήματα που δημιουργούσαν και τους εκατομμύρια μη Έλληνες οι οποίοι ήταν τώρα υπήκοοί τους. Τελικά, αναδύθηκαν τρία σχετικά σταθερά νέα βασίλεια, ένα στην καθεμιά από τις ηπείρους που απάρτιζαν τον τότε γνωστό κόσμο: την Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη. Στο κάθε βασίλειο την εξουσία θα ασκούσε η δυναστεία την οποία είχαν ιδρύσει αυτοί οι «επίγονοι», όπως έμειναν στην ιστορία. Όμως o ελληνόφωνος κόσμος τον οποίο αποκαλούμε ελληνιστικό επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο προς την ανατολή και προς τη δύση.
Στην ανατολή, στις περιοχές από τις οποίες είχαν περάσει τα μακεδονικά στρατεύματα και στις οποίες o Αλέξανδρος είχε αφήσει πίσω του φρουρά για να προστατεύει τις κατακτήσεις του, παρέμενε ελληνόφωνος πληθυσμός. Σχεδόν αμέσως, η πιο ανατολική περιοχή ανακτήθηκε από τον Ινδό βασιλιά Τσαντραγκούπτα (τον οποίο οι Έλληνες ιστορικοί αποκαλούν «Σανδράκοττο»). Η δυναστεία των Μαουρύα, την οποία ίδρυσε, θα κυριαρχούσε στο μέλλον σε μεγάλο τμήμα της ινδικής υποηπείρου. οι Έλληνες και οι Μακεδόνες οι οποίοι ζούσαν στα ανακατακτημένα από τον Τσαντραγκούπτα εδάφη θα απορροφούνταν στο βασίλειο του εγγονού του, του Ασόκα. Αυτός o βασιλιάς ήταν ένθερμος προσήλυτος στον βουδισμό. Μια επιγραφή από την Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας (σημερινό Κανταχάρ στο Αφγανιστάν) αναγγέλλει σε δύο γλώσσες, από τις οποίες η μία είναι η ελληνική, την επιτυχία της νέας θρησκείας. Από ό,τι φαίνεται, στους προσηλύτους περιλαμβάνονταν και ελληνόφωνοι. Πράγματι, έναν αιώνα αργότερα, ένας ελληνόφωνος ονόματι Μένανδρος θα έπαιζε ρόλο στην ανάπτυξη του ινδικού βουδισμού.
Όταν η Αυτοκρατορία των Μαουρύα κατέρρευσε με τη σειρά της, εμφανίστηκαν νέα μικρά βασίλεια στην περιοχή του σημερινού Πακιστάν. Το τελευταίο από αυτά, γνωστό ως «ινδοελληνικό», επιβίωσε για τριακόσια κάτι χρόνια. Επομένως, η ελληνική κυριαρχία σε αυτό το τμήμα της ινδικής υποηπείρου διήρκεσε περισσότερο από ό,τι στη σύγχρονη εποχή η βρετανική, η οποία έληξε το 1947. Κανένας δεν έγραψε την ιστορία αυτών των βασιλέων ή των υπηκόων τους ή, αν κάποιος την έγραψε, αυτή δεν διασώθηκε. Συχνά το μοναδικό τεκμήριο για την ύπαρξή τους είναι τα νομίσματα τα οποία έκοψαν. Αυτά είναι ελληνικής τεχνοτροπίας και φέρουν το όνομα και τη στιλιζαρισμένη εικόνα του ηγεμόνα. Για ένα διάστημα, η πόλη Τάξιλα, στην Ισλαμαμπάντ, τη σύγχρονη πρωτεύουσα του Πακιστάν, είχε ελληνόφωνους βασιλείς και μια διακριτή τεχνοτροπία γλυπτικής, η οποία αναμειγνύει ινδικές και ελληνικές τεχνικές και μοτίβα. Γνωστή ως Τέχνη της Γκαντάρα, από το όνομα της ευρύτερης περιοχής, ήταν σε θέση να παραγάγει κάποιες αξιοσημείωτες υβριδικές μορφές ακόμη και μετά την εξαφάνιση των ελληνιστικών βασιλείων.
Γνωρίζουμε κάπως περισσότερα πράγματα, αλλά και πάλι δυστυχώς λίγα, για τους ελληνόφωνους της Βακτριανής. Αυτή η περιοχή αντιστοιχεί γεωγραφικά στο σημερινό Αφγανιστάν και στο νότιο τμήμα του Ουζμπεκιστάν. Η Βακτριανή, μετά την κατάκτησή της από τον Αλέξανδρο, θα διατηρούσε την πολιτική ανεξαρτησία της ως ένα ελάσσονος σημασίας μακεδονικό βασίλειο στις παρυφές του ελληνιστικού κόσμου για ενάμιση τουλάχιστον αιώνα. Στη διάρκεια της ύπαρξής του, το Κανταχάρ και η Σαμαρκάνδη ήταν ακμάζουσες ελληνικές πόλεις. Το 1966, ανακαλύφθηκαν τα ερείπια και μιας άλλης πόλης στο Αφγανιστάν στα σύνορα με το Τατζικιστάν. Το μέρος είναι γνωστό με τη συγχρονη ονομασία Άι Χανούμ. Μερικά από τα κτίρια που ανασκάφτηκαν από αρχαιολόγους είναι περσικής τεχνοτροπίας, ενώ άλλα είναι αμέσως αναγνωρίσιμα ως ελληνικά.
Σε ένα μνημείο στο Άι Χανούμ, είναι χαραγμένα αρκετά από τα περίφημα ηθικά γνωμικά που είχαν χαραχτεί στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, σε απόσταση πάνω από τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. O συγγραφέας της επιγραφής δηλώνει πως o ίδιος είναι o Κλέαρχος, και πιθανώς ταυτίζεται με τον συνονόματο πρώην μαθητή του Αριστοτέλη, o οποίος είχε πάει από τη γενέτειρά του Κύπρο για σπουδές στην Αθήνα πριν να καταλήξει σε αυτή τη μακρινή γωνιά του ελληνόφωνου κόσμου. O Κλέαρχος περιγράφει πόσο «επιμελώς αντέγραψε» τα γνωμικά από το ιερό του Απόλλωνα έτσι ώστε «vα φωτίζουν ακόμη και από τόσο μακριά». Σε μια άλλη ελληνική επιγραφή από το Αφγανιστάν, ένας επιχειρηματίας, o οποίος είχε φτιάξει περιουσία ύστερα από πολλές δοκιμασίες, λέει την ιστορία του στην επιτύμβια στήλη του τάφου του. «O Σώφυτος, γιος του Ναράτου» είναι απίθανο να μιλούσε την ελληνική ως μητρική γλώσσα του, αφού ούτε το δικό του όνομα ούτε το όνομα του πατέρα του είναι ελληνικό. Όμως όποιος έγραψε την επιτύμβια επιγραφή είχε μια εκλεπτυσμένη γνώση όχι μόνο της ελληνικής γλώσσας αλλά και των λογοτεχνικών συμβάσεων. Ανεξάρτητα από το αν τα λόγια είναι του ίδιου του Σώφυτου ή όχι, ήταν ρητή επιθυμία του να μετατρέψει τη ζωή του σε «ομιλούν μνημείο σε ένα μακρύ ταξίδι». Σε εκείνον τον χρόνο και εκείνο τον τόπο, η ελληνική γλώσσα ήταν το φυσικό μέσο για αυτόν τον σκοπό.
Αν συνεχίσουμε προς δυσμάς, συναντούμε τη Μεσοποταμία, την περιοχή ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη. Η Μεσοποταμία, στο κέντρο της Εύφορης Ημισελήνου, όπου θεωρείται ότι πρωτοεμφανίστηκε η γεωργία, ήταν ήδη για αρκετές χιλιετίες μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του κόσμου. Τα Σούσα, κτισμένα σε παραπόταμο του Τίγρη, ήταν στο παρελθόν η διοικητική πρωτεύουσα της Περσίας. Η Βαβυλώνα, πάνω στον Ευφράτη, εξουσίαζε παλιότερα μια δική της αυτοκρατορία και είχε να επιδείξει ένα από τα θαύματα του αρχαίου κόσμου, τους Κρεμαστούς Κήπους της, τους οποίους λεγόταν ότι είχε δημιουργήσει o γνωστός από τη Βίβλο βασιλιάς της, o Ναβουχοδονόσορ. Λίγο πριν από τον θάνατό του, o Αλέξανδρος είχε μεταφέρει το στρατηγείο του από τα Σούσα στη Βαβυλώνα. Η Ουρούκ, νοτιότερα επί του Ευφράτη, είχε ακόμη αρχαιότερη ιστορία. Όταν τελείωσαν οι πόλεμοι των Επιγόνων, και οι τρεις αυτές ιστορικές πόλεις θα συνέχιζαν να ευημερούν ως τα κύρια κέντρα εξουσίας του μεγαλύτερου ελληνιστικού βασιλείου. Γνωστό ως «Ασία», αυτό το βασίλειο έφθανε στη δύση μέχρι τη Μεσόγειο και μέσω της Μικράς Ασίας μέχρι το Αιγαίο. Ηγεμόνες της Ασίας ήταν οι Σελευκίδες, το όνομα της δυναστείας την οποία ίδρυσε o Σέλευκος Α', o οποίος το 305 π.Χ. αυτοανακηρύχθηκε βασιλεύς.
Η αρχαιολογία μάς δείχνει ότι υπό το νέο καθεστώς αυτές οι ιστορικές πόλεις της Μεσοποταμίας άλλαξαν ελάχιστα. Η Βαβυλώνα φαίνεται πως είχε μια μικρή ελληνική κοινότητα, πιθανώς περιορισμένη στη δική της συνοικία. Στην αρχαιότερη Ουρούκ, δεν διατηρείται κανένα σημάδι ελληνικής παρουσίας - με εξαίρεση τις αποκαλυπτικές και πανταχού παρούσες αποδείξεις πληρωμής φόρων εμπίεστες σε πηλό, οι οποίες δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για το ποιος έκανε κουμάντο. Τα Σούσα πλέον είχαν νέα ελληνική ονομασία - «Σελεύκεια επί του Ευλαίου » - αλλά η ζωή εκεί φαίνεται πως συνεχιζόταν ως επί το πλείστον όπως και παλιότερα. Οι ελληνόφωνοι πρέπει να ήταν μια μικρή μειονότητα σε μια τόσο πολυπληθή περιοχή. Όμως, σαν να μην υπήρχαν ήδη αρκετές πόλεις, o Σέλευκος οικοδόμησε και νέες - ελληνικές. Σε αυτό τον ακολούθησε o γιος του Αντίοχος Α'. Οι περισσότερες από αυτές τις πόλεις έπαιρναν το όνομα του Σελεύκου ή του Αντιόχου (με πιο γνωστή την Αντιόχεια επί του Ορόντη, τη σημερινή Αντάκια της σύγχρονης Τουρκίας).
Η πόλη που ήταν ό,τι κοντινότερο σε επίσημη πρωτεύουσα του βασιλείου των Σελευκιδών ήταν άλλη μία από τις νεοσύστατες, η Σελεύκεια επί του Τίγρη, κοντά στη Βαβυλώνα, στο σημείο όπου οι δύο ποταμοί πλησιάζουν κοντύτερα o ένας στον άλλον και συνδέονταν μεταξύ τους με διώρυγα. Η Σελεύκεια επί του Τίγρη αναπτύχθηκε ταχέως αποκτώντας πληθυσμό εκατό χιλιάδων κατοίκων - δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερο από τον πληθυσμό της Αθήνας στο απόγειό της κατά την κλασική εποχή. Όλες αυτές οι νέες πόλεις οικοδομήθηκαν με βάση το ίδιο πολεοδομικό σχέδιο ορθογώνιου καννάβου. Αυτό το πολεοδομικό σχέδιο, που λέγεται ότι ήταν πνευματικό τέκνο του Ιπποδάμου από τη Μίλητο, από τον 5ο αιώνα π.Χ., ήταν τώρα το σήμα κατατεθέν όλων των νέων πόλεων σε ολόκληρο τον ελληνόφωνο κόσμο.
Η γλώσσα της πρώην περσικής διοίκησης, η αραμαϊκή, εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται παράλληλα με την ελληνική ως επίσημη γλώσσα. Οι ντόπιοι υιοθετούσαν ελληνικά ονόματα, συχνά σε συνδυασμό με το παλιό, μη ελληνικό όνομά τους. Πολλοί, ίσως η πλειονότητα, θα μπορούσαν να χειρίζονται αρκετές γλώσσες - όπως έκαναν και προηγουμένως επί αιώνες. Η διαφορά ήταν πως τώρα η γλώσσα υψηλού κύρους ήταν η ελληνική. Στα ελληνικά έγραψε o Βαβυλώνιος ιστορικός Βηρωσός μια «εκλεπτυσμένη ιστορία», όπως έχει χαρακτηριστεί, της αρχαίας πόλης και του πολιτισμού της. Δεν σώζεται αρκετό μέρος του έργου του για να σχηματίσουμε άποψη σχετικά με τα κίνητρά του. Όμως αναρωτιόμαστε μήπως η ίδια η γλώσσα την οποία υιοθέτησε o Βηρωσός ήταν αυτό που τον ώθησε να γράψει ιστορία. Παράλληλα, οι Σελευκίδες, ακολουθώντας το παράδειγμα του Αλεξάνδρου, κατέβαλλαν μεγάλη προσπάθεια για να παρουσιάζονται ως οι νόμιμοι διάδοχοι των Περσών ηγεμόνων τους οποίους είχαν εκτοπίσει. Για αυτό τον σκοπό, εγκαινίασαν ένα σημαντικό πρόγραμμα για την οικοδόμηση με βάση την παραδοσιακή τεχνοτροπία ναών προς τιμή των παλιών βαβυλωνιακών θεών. Μάλιστα o πρώτος Σέλευκος παντρεύτηκε Περσίδα βασίλισσα, την Απάμη (και έδωσε σε αρκετές πόλεις το όνομά της), αν και αυτός o γάμος αποδείχθηκε μάλλον η εξαίρεση παρά o κανόνας.
Από αυτή τη συνάντηση των ελληνικών και των βαβυλωνιακών αντιλήψεων προήλθε κατά τον πρώτο αιώνα της εξουσίας των Σελευκιδών μια σημαντική καινοτομία, η οποία θα καθόριζε στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η ιστορία και σκέφτονται οι άνθρωποι για το μακρινό παρελθόν. Οι αρχαίοι Βαβυλώνιοι μετρούσαν τον χρόνο με βάση τις βασιλείες των βασιλέων. Κατέγραφαν ότι ένα γεγονός είχε συμβεί το δέκατο έτος της βασιλείας, για παράδειγμα, του Ναβουχοδονόσορα. Με την άνοδο κάθε νέου βασιλιά, το ρολόι ξεκινούσε από την αρχή. Παρόμοια συστήματα χρησιμοποιούνταν σε όλον τον αρχαίο κόσμο. Οι ελληνικές πόλεις-κράτη υπολόγιζαν τον χρόνο με βάση τα ονόματα των ανώτερων αξιωματούχων που εκλέγονταν ετησίως. Όμως μετά τη δολοφονία του Σελεύκου Α' το 281 π.Χ., οι υπεύθυνοι για την καταγραφή των γεγονότων και την τήρηση των αρχείων στη Βαβυλώνα άφησαν το ρολόι να προχωρήσει. Στο εξής, o χρόνος δεν υπολογιζόταν πια με βάση την αρχή της κάθε νέας βασιλείας, αλλά με βάση τα χρόνια που είχαν περάσει αφότου o Σέλευκος Α' απέκτησε τον έλεγχο του βασιλείου του. Αυτό ήταν το έτος 312 π.Χ. (επτά χρόνια πριν να πάρει τον τίτλο του βασιλέως). Ήταν το πρώτο οικουμενικό σύστημα για τη μέτρηση του ιστορικού χρόνου.
Πηγή κειμένου: ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: ΜΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, Roderick Beaton, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ