Τα στοιχεία από πρόσφατες στρωματογραφικές έρευνες που έγιναν στο εσωτερικό του αστικού πυρήνα του Μεταποντίου αποδεικνύουν την ύπαρξη, κατά τον 7ο αι.π.Χ., τουλάχιστον τριών μικρών οικισμών, αποτελούμενων από ξύλινες καλύβες. H εξαφάνιση αυτών των οικισμών συμπίπτει με την ίδρυση της πόλης και τη χωροταξική αναδιοργάνωση της ευρύτερης περιοχής γύρω στο 630 π.Χ. και ευθυγραμμίζεται απόλυτα με την αρχαία ιστορική παράδοση.
Το πολεοδομικό σχέδιο της πόλης - η οποία εκτείνεται σε μια πεδιάδα που δημιουργήθηκε από προσχώματα, κοντά στα παράλια του Ιονίου πελάγους, και τα όρια της οποίας είναι ο ποταμός Μπραντάνο στα βόρεια και ο ποταμός Μπασένο στα νότια - χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. H αρχαιολογική έρευνα κατέληξε ότι από την εποχή της ίδρυσής της από τους Συβαρίτες, το δεύτερο τέταρτο του 7ου. αι. π.Χ.,υπήρχε ένας αυστηρός διαχωρισμός ανάμεσα στους ιδιωτικούς και στους δημόσιους χώρους, αλλά και ανάμεσα στους θρησκευτικούς και στους πολιτικούς. Αμέσως μετά την πυρκαγιά που κατέστρεψε τους αρχικούς οικισμούς, στην ίδια τοποθεσία υιοθετήθηκε το σύνηθες οικιστικό σχέδιο- σήμερα είναι δύσκολο να διαπιστωθεί πόσα από τα κτίσματα της αρχαϊκής περιόδου διατηρήθηκαν στον επανασχεδιασμό, ο οποίος κρίθηκε αναγκαίος λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας. Το πολεοδομικό σχέδιο του Μεταποντίου, που ορίζεται περιμετρικά από ένα τείχος της ύστερης κλασικής περιόδου, όμοιο με σκακιέρα, στηρίζεται σε τέσσερις μεγάλες πλατείες με προσανατολισμό από ανατολή προς δύση και σε άλλες πέντε με προσανατολισμό από βορρά προς νότο, όλες διαφορετικού πλάτους, οι οποίες διαθέτουν αγωγούς για την απορροή του νερού. Οι δευτερεύοντες δρόμοι ορίζουν ορθογώνια οικοδομικά τετράγωνα, με έκταση περίπου 35 × 190 μ. Η νοτιοανατολική περιοχή ήταν προορισμένη για τις δημόσιες εκδηλώσεις και συμπεριλάμβανε το μεγάλο μνημειακό σύμπλεγμα των ναών της πόλης και την Αγορά, τα οποία χωρίζονταν από τις κατοικίες από έναν μακρύ αψιδωτό δρόμο. Γύρω στο 600 π.Χ., στη θέση του ναού υπήρχε μόνο ένα απλό ιερό κτίσμα (οίκος C1) που διέθετε πέτρινο βωμό. Από το κτίσμα αυτό σώζονται τα θεμέλια, ένα μέρος του τοίχου που αποτελείται από πορώδεις πέτρες και υπολείμματα από την κεραμική διακόσμηση του στεγάστρου.
Στον τόπο ο οποίος στο μέλλον θα φιλοξενούσε τον ναό του Απόλλωνα (ναός Α), το 600 π.Χ. υπήρχε ένας βωμός χωρίς βάση, που παρουσιάζει ενδιαφέρουσες ομοιότητες με σημαντικούς τόπους λατρείας της μητροπολιτικής Ελλάδας, όπως ο ναός του Δία στην Ολυμπία. Γύρω στο 570 π.Χ. χρονολογείται η θεμελίωση του περίπτερου ναού Α7, ενώ μία δεκαετία μετά χτίστηκε o κοντινός ναός της 'Ήρας (ναός B). Από τα ερείπια του ναού της Ήρας μπορούμε να υποθέσουμε, στηριζόμενοι στις κατευθύνσεις του πολεοδομικού σχεδίου, ότι ήταν περίπτερος, αποτελούμενος από 9 × 17 κίονες, και είχε προσανατολισμό αντίθετο από αυτόν του ναού Α. Τα αρχικά σχέδια και των δύο ναών εγκαταλείφθηκαν και μετά το 550 π.Χ. ξεκίνησαν πάλι οι εργασίες οικοδόμησης, οι οποίες ολοκληρώθηκαν γύρω στο 530 π.Χ. O ναός του Απόλλωνα ήταν πλέον προσανατολισμένος όπως ο ναός B. Ορισμένα χαρακτηριστικά των ναών, όπως η επιμήκυνση των διαστάσεων (8 × 17 κίονες), ο πολύ στενός σηκός χωρίς άδυτο και η διπλή σειρά κιόνων του πρόναου, παραπέμπουν στους σικελικούς ναούς της ίδιας περιόδου. O ναός της Ήρας ήταν ο πρώτος ελληνικός ναός όπου ανάμεσα στους εσωτερικούς κίονες υψώθηκαν λίθινες μεσοτοιχίες.
Ταυτόχρονα, κατά τη μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα εκείνης της εποχής, προστέθηκαν στον ναό αρχαιότερα αναθήματα, μεταξύ των οποίων αγάλματα (κούροι και κόρες), όπως επιβεβαιώνουν σπαράγματα γλυπτών και αναθηματικών επιγραφών. Μια ουσιαστική αλλαγή στον ιερό χώρο επήλθε μεταξύ 480-470 π.Χ., όταν στη βορινή ζώνη, στην περιοχή δηλαδή ανάμεσα στον ναό B και στα τείχη, κτίστηκε ένας νέος ψευδοδίπτερος ναός 8 × 20 κιόνων (ναός D) ιωνικού ρυθμού, με προσανατολισμό διαφορετικό από αυτόν των υπόλοιπων ναών. Κατά τον 5ο αι. π.Χ πραγματοποιήθηκαν ανακατασκευές και τροποποιηοεις στην κεραμική διακόσμηση των ναών του Απόλλωνα και της Ήρας ενώ ο αρχαιότερος ναΐσκος C Ι αντικαταστάθηκε από τον ναό C ΙΙ, η οροφή του οποίου ήταν εξ ολοκλήρου μαρμάρινη. O προσανατολισμός του ναού D ακολουθήθηκε και στον ναό Ε, ο οποίος ανεγέρθηκε στο βορειοανατολικό τμήμα της ιερής περιοχής. Με αυτόν ολοκληρώθηκε η ανέγερση των ναών στο Μεταπόντιο, πριν από την παρακμή των ναών, αλλά και ίδιας της πόλης υπό τη διογκούμενη απειλή των αυτοχθόνων πληθυσμών. Έτσι, η δραστηριότητα περιορίστηκε μόνο στην προστασία των χώρων.
Παράλληλα με την ανάπτυξη των ιερών χώρων, θα πρέπει να έγιναν και τροποποιήσεις στην απέραντη έκταση της Αγοράς, τα όρια της οποίας δεν έχουν προσδιοριστεί επακριβώς από τις ανασκαφές. Μια μακριά διώροφη στοά έδινε νοτιοανατολικό προσανατολισμό στην Αγορά, ο ιερός χώρος της οποίας χωριζόταν από τους υπόλοιπους χώρους της Αγοράς με μια σειρά από ακανόνιστες πέτρες, τους επονομαζόμενους αργούς λίθους. O ιερός χώρος της Αγοράς ήταν η έδρα όπου λατρεύονταν οι προστάτιδες θεότητες της πόλης. Νοτιοδυτικά, κοντά στην πλατεία Α-Α, βρίσκεται ένα σημαντικό τέμενος τραπεζοειδούς σχήματος (η θεμελίωσή του χρονολογείται στο πρώτο μισό του 5ου αι. π.Χ., ενώ η ολοκλήρωσή του στο τέλος του 3ου αι. π.Χ.). Στο εσωτερικό του τεμένους υπάρχουν τα θεμέλια διαφόρων κτισμάτων, μεταξύ των οποίων ενός περιτοιχισμένου βωμού, διακοσμημένου με δωρικά σχέδια.
Από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ., ένα σημείο-κλειδί στην Αγορά, οριζόμενο από ευκρινή σημάδια (χώροι), ξεχώριζε από την παρουσία ενός βωμού, ο οποίος πλαισιωνόταν από δύο επιτύμβιες στήλες, μία εκ των οποίων ήταν αφιερωμένη στον Αγοραίο Δία, κυρίαρχη θεότητα της πολιτικής δραστηριότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι γειτνίαζε με το σπουδαιότερο αστικό κτίσμα του αρχαίου Μεταποντίου, το Εκκλησιαστήριον, έναν χώρο συναθροίσεων στη βόρεια ζώνη της Αγοράς. Το Εκκλησιαστήριον, το οποίο τυπολογικά δεν έχει συγκρίσιμα στοιχεία ούτε με τα αντίστοιχα της Δύσης ούτε με αυτά της μητροπολιτικής Ελλάδας, αντανακλά τη ουνέχεια της δραστηριότητας οε αυτή την περιοχή από τον 7ο αι. π.Χ. μέχρι την εξαφάνιση της αποικίας. Γύρω στο 600 π.Χ. χρονολογούνται τα απανθρακωμένα υπολείμματα από τον ξύλινο σκελετό του πρωτου κτιρίου, το οποιο αντικαταστάθηκε στα μέσα του 6ου αι.π.Χ. Αναλημματικοί τοίχοι στήριξαν τα δύο αντικριστά κοίλα διαμέτρου
62 μ., τα οποία χωρίζονταν σε δυο μεγάλους διαδρόμους. Σε αυτό τον χώρο πραγματοποιούνταν πολιτικές συνελεύσεις του αστικού και του αγροτικού πληθυσμού, θρησκευτικές εκδηλώσεις και αθλητικοί αγώνες. Στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αι. π.Χ., συνέβησαν αλλαγές: η ορχήστρα τοποθετήθηκε σε έναν τετράγωνο χώρο στο κέντρο, ενώ γύρω από την ορχήστρα κατασκευάστηκαν κερκίδες και διαζώματα. H οικονομική και πολιτική κρίση της πόλης στο πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. αντικατοπτρίζεται στην εγκατάλειψη και στην κατάρρευση τμημάτων του οικοδομήματος, μέχρι την ανακατασκευή του με άλλη μορφή. Στην ίδια τοποθεσία, λοιπόν, δημιουργήθηκε ένα θέατρο, το κοίλο του οποίου υιοθέτησε την ημικυκλική κατηφορική μορφή των αναλημματικών τοίχων. Από τη σκηνή του θεάτρου ελάχιστα λείψανα σώζονται σήμερα. Μια εντυπωσιακή μνημειακή πρόσοψη, το άνω τμήμα της οποίας είχε δωρικό ρυθμό, επένδυε τον επιβλητικό εξωτερικό τοίχο του κοίλου, στο εσωτερικό του οποίου υπήρχαν σκαλοπάτια για να φθάνει κάποιος στα ψηλότερα εδώλια. Το θέατρο του Μεταποντίου υπήρξε το πρώτο ελληνικό θέατρο που δεν βασιζόταν στη φυσική κατηφορική κλίση του εδάφους.
Καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του Μεταποντίου, που, σύμφωνα με τις ενδελεχείς μελέτες των τελευταίων δεκαετιών, στηρίχθηκε κυριως στην αγροτική οικονομία, διαδραμάτισε η ανέγερση πολυάριθμων χώρων έξω από το αστικό κέντρο, σε συνδυασμό με την πολιτική σταθερότητα και τη δημογραφική αύξηση από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Από τους ιερούς χώρους, οι κυριότεροι είναι ο ναός της Ήρας, γνωστός και με τη συμβατική ονομασία Τράπεζες των Ιπποτών, στο Σαντ Αντζελο Βέκιο, οι ναοί του Δία και της Αρτεμης στο Σαν Μπιάτζιο, και οι ναοί της Δήμητρας, της Ήρας και της Άρτεμης στο Πιτσίκα-Παντανέλο.
Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ, τ.21, Εκδ. ΔΟΜΗ