Τετάρτη, Μαΐου 04, 2022

Η αυστροσερβική σύγκρουση

H Αυστροουγγαρία είχε βέβαια κατορθώσει να διασπάσει τη Βαλκανική Συμμαχία, αλλά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η Σερβία ήλεγχε την κοιλάδα του Μοράβα και του Αξιού με κατεύθυνση προς τη Θεσσαλονίκη. Τον Μάιο του 1914 οι κυβερνήσεις Πάσιτς και Βενιζέλου υπέγραψαν μια σύμβαση για την εκχώρηση στη Σερβία μιας ελεύθερης ζώνης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ταυτόχρονα, η Σερβία σχεδίαζε την ένωση με το Μαυροβούνιο για έξοδο στην Αδριατική.

Το κύρος της Σερβίας αυξήθηκε στο νοτιοσλαβικό κόσμο, σε ακαδημαϊκούς κύκλους του Βελιγραδίου γεννήθηκε n Ιδέα της ένωσης των Νοτίων Σλάβων, οι Κροάτες ταυτίστηκαν με τους Σέρβους και συγχέονταν οι έννοιες Μεγάλη Σερβία και Γιουγκοσλαβία. Ωστόσο, n επίσημη θέση των σερβικών πολιτικών κομμάτων (εκτός των Ανεξαρτήτων ριζοσπαστών) ήταν n ίδρυση μιας Μεγάλης Σερβίας ως παράγοντα ισορροπίας στη Βαλκανική έναντι της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας. Η Ιταλία θα αποκοπτόταν από την ανατολική ακτή της Αδριατικής και η Αυστροουγγαρία θα εκτοπιζόταν από τη Βαλκανική. Την ίδρυση ενός μεγάλου σερβικού κράτους ευνοούσε και η Ρωσία, μη επιθυμούσα την ένωση των ορθοδόξων Σέρβων με τους καθολικούς Κροάτες. H πλειοψηφία της σερβικής κοινής γνώμης, αδύνατη να κατανοήσει την Ιδέα του γιουγκοσλαβισμού, ήταν υπέρ της ίδρυσης μιας Μεγάλης Σερβίας με την προσάρτηση της Βοϊβοδίνας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, μέρους της Δαλματίας και της Βορείου Αλβανίας.

Μεταξύ Βελιγραδίου και Βιέννης είχε αρχίσει ένας πόλεμος νεύρων. Το Γενικό Επιτελείο της Αυστροουγγαρίας είχε ήδη επεξεργαστεί σχέδια για την εξουδετέρωση της Σερβίας, οι νίκες της οποίας είχαν αντίκτυπο στους Νοτίους Σλάβους της Αυστροουγγαρίας και απειλούσαν τη συνοχή της. Στο πλαίσιο αυτού του αντισερβικού ψυχολογικού πολέμου διοργανώθηκαν τον Ιούνιο του 1914 στρατιωτικά γυμνάσια στη Βοσνία ως απάντηση στις αναγγελθείσες εορταστικές εκδηλώσεις των Σέρβων για την πρώτη επέτειο από την απελευθέρωση του Κοσόβου. Στα στρατιωτικά γυμνάσια ήταν παρών και o διάδοχος του αυστριακού θρόνου αρχιδούκας Φραγκίσκος-Φερδινάνδος. Ο Φραγκίσκος-Φερδινάνδος, φανατικός καθολικός, δεν έχαιρε των συμπαθειών του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ. Ηταν μισητός κυρίως στους Ούγγρους λόγω των σχεδίων του να μετατρέψει την Αυστροουγγαρία σε τριαδική αυτοκρατορία με τη συμμετοχή των Νοτίων Σλάβων.

Ο Γκαμπρίλο Πρίντσιπ συλλαμβάνεται
από την αστυνομία μετά τη δολοφονία
 του αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου
 στο Σαράγεβο 

Από την πλευρά τους οι αξιωματικοί της «Μαύρης Χειρός» προέβησαν τον Ιούνιο σε συνωμοτικές κινήσεις κατά της Βιέννης. Ο αρχηγός της σερβικής στρατιωτικής κατασκοπείας, αντισυνταγματάρχης Ντραγκούτιν Ντημητρίεβιτς (ψευδώνυμο Απις), στρατολόγησε μέλη της οργάνωσης «Νέα Βοσνία» και, σε συνεργασία με τους αξιωματικούς των συνόρων, τους απέστειλε κρυφά στη Βοσνία, εισάγοντας ταυτόχρονα εκρηκτικό υλικό και οπλισμό. Αποστολή των νεαρών Σερβοβοσνίων ήταν η δολοφονία του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου. Η πρόθεση του διαδόχου, μετά τα στρατιωτικά γυμνάσια, να επισκεφθεί το Σαράγεβο στις 28 Ιουνίου, επέτειο της μάχης του Κοσόβου, ήταν μια πρόκληση για τους Σέρβους. Ο Απις ενήργησε αυτοβούλως, χωρίς να ενημερώσει προηγουμένως ούτε τον Πάσιτς ούτε τον αρχηγό των σερβικών ενόπλων δυνάμεων, βοεβόδα Πούτνικ. Οταν ο Πάσιτς πληροφορήθηκε την ανεύθυνη κίνηση του Απις, ενημέρωσε το υπουργείο Πολέμου και κάλεσε τη στρατιωτική ηγεσία να λάβει αυστηρά μέτρα για να εμποδιστεί η επικίνδυνη αυτή ενέργεια. Σε επιστολή του (23 Ιουνίου 1914) προς το υπουργείο Πολέμου έγραψε ανησυχητικά. «Από πολλές πλευρές καταφθάνουν πληροφορίες ανθρώπων, στους οποίους έχω πλήρη εμπιστοσύνη, ότι αξιωματικοί των μεθοριακών δυνάμεων στο Δρίνο εμπλέκονται σε επικίνδυνη υπόθεση, η οποία δεν είναι μονάχα απαγορευμένη, αλλά θεωρείται εσχάτη προδοσία προς την πατρίδα. Τα ζωτικά συμφέροντα της Σερβίας επιβάλλουν να αποφευχθεί καθετί που θα μπορούσε να προκαλέσει ένοπλη σύγκρουση με την Αυστροουγγαρία την περίοδο που μας είναι αναγκαίο να αναπαυθούμε και να ετοιμαστούμε για τα μελλοντικά γεγονότα που επίκεινται».

Αλλά οι επίδοξοι δολοφόνοι του Φερδινάνδου, ο Νεντέλκο Τσαμπρίνοβιτς και ο Γκαμπρίλο Πρίντσιπ ήταν ήδη στη Βοσνία, και ο Πούτνικ, ο οποίος είχε πληροφορηθεί τα συμβάντα, κώφευσε στις προειδοποιήσεις της πολιτικής ηγεσίας της Σερβίας. Η έλλειψη συντονισμού της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας ήταν απόρροια της διαρχίας στρατού και πολιτικών μετά το 1903. Η Βιέννη είχε επίγνωση της απειλής της ζωής του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου στο Σαράγεβο, αλλά αναζητείτο η αφορμή της σύρραξης. Ο Σέρβος πρέσβης στη Βιέννη ενημέρωσε τις αυστριακές αρχές ότι κατά τη διάρκεια του στρατιωτικών γυμνασίων και της επίσκεψης του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου στο Σαράγεβο δεν ήταν απίθανοι οι πυροβολισμοί από τη σερβική πλευρά.

Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε
 o αρχιδούκας της Αυστροουγγαρίας
 Φραγκίσκος λίγη ώρα πριν τη
 δολοφονία του στο Σαράγεβο.

Στις 28 Ιουνίου 1914 ο Φραγκίσκος-Φερδινάνδος, μετά την επιστροφή του από τα στρατιωτικά γυμνάσια, θέλησε προκλητικά να περιηγηθεί στο Σαράγεβο. Η βόμβα που έριξε ο Τσαμπρίνοβιτς στο αυτοκίνητο του διαδόχου αστόχησε. Αργότερα, σε μια στροφή του αυτοκινήτου, ο Πρίντσιπ πέτυχε το στόχο του, πυροβολώντας θανάσιμα με περίστροφο τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο. Η αφορμή δόθηκε. Στο Γενικό Επιτελείο της Αυστροουγγαρίας εκτιμούσαν ότι ο πόλεμος εναντίον της Σερβίας θα ήταν μια σύντομη εκστρατεία τιμωρίας. Η Αυστροουγγαρία φοβόταν περισσότερο τη Ρωσία, καθώς δεν ήταν σε θέση να πολεμά ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα. Για το λόγο αυτό καταλυτική επίδραση στις αποφάσεις της είχε η στάση του Βερολίνου. Το Βερολίνο διαβεβαίωσε την Αυστροουγγαρία ότι μπορεί να υπολογίζει σε γερμανική βοήθεια σε περίπτωση ρωσικής ανάμιξης.

Στις 25 Ιουλίου, μετά τις γερμανικές διαβεβαιώσεις, η Αυστροουγγαρία επέδωσε τελεσίγραφο στο Βελιγράδι, ζητώντας απάντηση εντός 48 ωρών. Η σερβική κυβέρνηση θεωρήθηκε συνυπεύθυνη για τη δολοφονία και έπρεπε να ικανοποιήσει τις ακόλουθες απαιτήσεις της Βιέννης:

Να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δήλωση, καταδικάζουσα την αντιαυστριακή προπαγάνδα.

Να διαλυθεί n οργάνωση «ΛαϊΚή Αμυνα» και να δημευθούν τα μέσα της προπαγάνδας της.

Να διαγραφούν από τα σχολικά εγχειρίδια περικοπές με αντιαυστριακό περιεχόμενο.

Να απολυθούν αξιωματικοί και δημόσιοι υπάλληλοι που επιδίδονται σε αντιαυστριακή προπαγάνδα.

Να δικαστούν όσα άτομα ενέχονταν στη δολοφονία και βρίσκονταν σε σερβικό έδαφος.

Να γίνει δεκτή n συνεργασία αυστριακών κρατικών οργάνων σε σερβικό έδαφος για την καταστολή της ανατρεπτικής δράσης, που στρεφόταν κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Αυστροουγγαρίας.

Έπειτα από συμβουλή τη Ρωσίας n κυβέρνηση Πάσιτς επέδειξε μεγάλη ευελιξία. Δέχτηκε όλους τους όρους, εκτός από τον τελευταίο που ισοδυναμούσε με κατάλυση της κυριαρχίας της Σερβίας. Πρότεινε την παραπομπή του θέματος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ή στις Μεγάλες Δυνάμεις. Η Βιέννη δεν θεώρησε ικανοποιητική την απάντηση και στις 25 Ιουλίου ο πρέσβης της Αυστροουγγαρίας στο Βελιγράδι και όλοι οι διπλωματικοί υπάλληλοι της πρεσβείας εγκατέλειψαν τη χώρα. Η σερβική κυβέρνηση κήρυξε γενική επιστράτευση και αμέσως μαζί με τη Βουλή εγκαταστάθηκε στη Νύσσα. Στις 28 Ιουλίου η Αυστροουγγαρία κήρυξε τον πόλεμο στη Σερβία και το απόγευμα της ίδιας μέρας το Πυροβολικό της βομβάρδισε το Βελιγράδι από το Σεμλίνο, τον Δούναβη και το Σαύο.

Η Βιέννη εξέταζε δύο περιπτώσεις: Ή η Σερβία να μείνει απομονωμένη και ο πόλεμος να περιοριστεί στα Βαλκάνια ή η Ρωσία να βοηθήσει τη Σερβία με τον κίνδυνο παγκόσμιας ανάφλεξης. Σε κάθε περίπτωση, η Βιέννη είχε εξασφαλίσει τη βοήθεια της Γερμανίας. Η Σερβία υπολόγιζε στην άμεση υποστήριξη της Ρωσίας και του Μαυροβουνίου.

Στις 26 Ιουλίου ο Σέρβος πρέσβης στην Αγία Πετρούπολη Σπαλαΐκοβιτς ενημέρωσε τη σερβική κυβέρνηση για την απόφαση της Ρωσίας να κηρύξει πόλεμο στην Αυστροουγγαρία, αν η τελευταία εξαπέλυε επίθεση κατά της Σερβίας. « Επίσημα σας ανακοινώνω ότι ο ρωσικός στρατός θα περάσει τα σύνορα την ώρα που η Αυστροουγγαρία θα επιτεθεί εναντίον της Σερβίας... Μας προσφέρεται θαυμάσια ευκαιρία και αξίζει να την εκμεταλλευτούμε σοφά και να πραγματοποιήσουμε την πλήρη ένωση των Σέρβων. Να επιθυμούμε αυστριακή επίθεση...». Στις 27 Ιουλίου ο Νικόλας του Μαυροβουνίου έγραφε σε επείγον τηλεγράφημα προς τον Αλέξανδρο Καραγιώργη, ο οποίος εκτελούσε βασιλικά καθήκοντα μετά την παραίτηση του πατέρα του Πέτρου, στις 25 Ιουνίου, για λόγους υγείας. «Η υπερηφάνεια του σερβικού ονόματος δεν επέτρεψε περισσότερες υποχωρήσεις. Ας έχουν γλυκύτητα οι θυσίες που θα υποστούμε για τη δικαιοσύνη και την ανεξαρτησία... Να ζει ο αγαπημένος μου εγγονός, προς χαρά του αγαπητού του πατέρα και προς δική μου χαρά. Να ζει ο γενναίος σερβικός στρατός. Να ζει ο Σερβισμός που αγαπάμε. Ο παππούς σου Νικόλας».

Η υποστήριξη της Ρωσίας προς τη Σερβία ήταν δεδομένη το 1914. Η Ρωσία δεν μπορούσε να αποδεχθεί την εξαφάνιση της Σερβίας και την ηγεμονία της Αυστροουγγαρίας στα Βαλκάνια και κήρυξε επιστράτευση, όπως και η Γαλλία, σύμμαχος της Ρωσίας. Την Ιη Αυγούστου η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία και τη Γαλλία. Η παραβίαση της ουδετερότητας του Βελγίου από τη Γερμανία στάθηκε αφορμή στις 4 Αυγούστου και η Αγγλία να κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία. Στις 6 Αυγούστου το Μαυροβούνιο κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστροουγγαρία. Η Ιταλία, παραδοσιακά περιθωριοποιημένη εντός της Τριπλής Συμμαχίας, παρέμεινε ουδέτερη, διότι η Βιέννη και το Βερολίνο δεν ζήτησαν τη συμβουλή της. Ετσι, ο αυστροσερβικός πόλεμος εξελίχθηκε σε παγκόσμιο μεταξύ των Κεντρικών Δυνάμεων (Αυστροουγγαρία- Γερμανία) και της Αντάντ μαζί με τη Σερβία, το Μαυροβούνιο και το Βέλγιο.

Ο συσχετισμός των δυνάμεων στο σερβικό μέτωπο υπήρξε άνισος. Οι Αυστριακοί επιστράτευσαν 2.000.000 άνδρες, από τους οποίους το ήμισυ περίπου κινητοποιήθηκε εναντίον της Σερβίας. Ο στρατός της Αυστροουγγαρίας είχε σύγχρονο οπλισμό και τη διοίκησή του στο σερβικό μέτωπο ανέλαβε ο Σλοβένος στην καταγωγή Οσκαρ Ποτσόρεκ. Η Σερβία είχε 400.000 άνδρες-250.000 στρατιώτες και αξιωματικούς και 150.000 εφέδρους υπό τη διοίκηση του Ράντομιρ Πούτνικ. Ο σερβικός στρατός δεν διέθετε σύγχρονο εξοπλισμό και τα οικονομικά μέσα είχαν εξαντληθεί λόγω των εξόδων των Βαλκανικών Πολέμων. Το Μαυροβούνιο είχε 36.000 στρατιώτες και αξιωματικούς.

Ωστόσο, στα μέσα Αυγούστου στην αποφασιστική μάχη στο όρος Τσερ επί σερβικού εδάφους, στην άλλη πλευρά του Δρίνου (η μάχη του Τσερτσέρσκα μπίτκα), έπειτα από 4 ημέρες συγκρούσεων οι Σέρβοι αναδείχτηκαν νικητές. οι γραμμές επικοινωνίας μεταξύ των αυστριακών στρατευμάτων που επέλαυναν προς το Σάμπατς και που είχαν εφορμήσει από τη Βοσνία διακόπηκαν. Η αυστριακή επίθεση ανακόπηκε και ο στρατός οπισθοχώρησε. οι Σέρβοι εισήλθαν στο έδαφος της Αυστροουγγαρίας, γενόμενοι ενθουσιωδώς δεκτοί από τους Σέρβους της Συρμίας.

Στις αρχές Νοεμβρίου οι Αυστριακοί εξαπέλυσαν νέα επίθεση. Η σερβική άμυνα στο όρος Τσερ κατέρρευσε, το Βελιγράδι και όλη η δυτική Σερβία με τις πόλεις Σάμπατς, Βάλεβο, Ούζιτσε περιήλθαν στην κατοχή του εχθρού. Οι Αυστριακοί επιδόθηκαν σε μια γενοκτονία του άμαχου σερβικού πληθυσμού, ο οποίος άρχισε να καταφεύγει στο εσωτερικό της Σερβίας. Λόγω του ενδεχομένου ολοκληρωτικής ήττας της Σερβίας, στη Νύσσα σχηματίσθηκε κυβέρνηση συνασπισμού Ριζοσπαστών, Ανεξαρτήτων Ριζοσπαστών και Προοδευτικών, ώστε να είναι συλλογική η ευθύνη στη λήψη των αποφάσεων. Μετά την εξασφάλιση γαλλικών πυρομαχικών μέσω Θεσσαλονίκης, στις αρχές Δεκεμβρίου στην αποφασιστική μάχη κοντά στον ποταμό Κολούμπαρα (Κολούμπαρσκα μπίτκα) οι Σέρβοι διέσπασαν τις γραμμές του μετώπου και πέρασαν στην αντεπίθεση. Υστερα από συγκρούσεις δύο εβδομάδων ο στρατός του Ποτσόρεκ συντρίφτηκε: 240.000 νεκροί, τραυματίες και αιχμάλωτοι. Ο σερβικός στρατός διέβη τον Δρίνο και τον Σαύο, το Βελιγράδι απελευθερώθηκε. Λόγω της συντριπτικής του ήττας o Ποτσόρεκ εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση. Στα τέλη Δεκεμβρίου το αυστροσερβικό μέτωπο σταθεροποιήθηκε (ούτε ειρήνη ούτε πόλεμος ).

Κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων στον ποταμό Κολούμπαρα, η σερβική Βουλή εξέδωσε την περίφημη «Διακήρυξη της Νύσσας», με την οποία ως πολιτικός στόχος της Σερβίας τέθηκε όχι απλά η απελευθέρωση και ένωση των όλων των Σέρβων, αλλά όλων των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Ηταν μια στροφή προς την ιδέα της ίδρυσης γιουγκοσλαβικού κράτους, όχι λόγω ριζικής μεταβολής της θέσης της σερβικής κυβέρνησης εκ πεποιθήσεως, αλλά κυρίως για λόγους τακτικής εν όψει της δύσκολης κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η Σερβία μετά την αυστριακή επίθεση του Νοεμβρίου. Η διακήρυξη είχε κυρίως πολιτικο-Ψυχολογικό χαρακτήρα και με την επίκληση της νοτιοσλαβικής αλληλεγγύης αποσκοπούσε στη διάσπαση του στρατού της Αυστροουγγαρίας που αποτελείτο σε σημαντικό ποσοστό από Νοτίους Σλάβους. Είναι ενδεικτικό ότι κατά τη Μάχη του Τσερ και του Κολούμπαρα στον αυστριακό στρατό υπηρετούσε ως υπαξιωματικός ο Τίτο, όπως και ο Μάτσεκ, ο μετέπειτα ηγέτης του Κροατικού Αγροτικού Ριζοσπαστικού Κόμματος. Εδώ βρισκόταν η αχίλλειος πτέρνα των Αυστριακών. Οι υπηρετούντες Νοτιοσλάβοι στον αυστριακό στρατό δεν επέδειξαν ιδιαίτερο πολεμικό ενθουσιασμό για τη σωτηρία της αυτοκρατορίας και τη διαιώνιση της πολιτικής του εξουγγρισμού των Μαγυάρων.


Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ