![]() |
| Χάρτης της περιοχής Αιγός Ποταμοί όπου έλαβε χώρα η τελική σύγκρουση μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων (405 π.Χ) |
Μετά τη συντριβή στις Αργινούσες υπήρχε λίγος χώρος για επιλογές και τυπικότητες. Μια δεύτερη πρόταση ειρήνης, με τους ίδιους όρους του 410, έπεσε και πάλι στο κενό, καθώς οι Αθηναίοι προσέβλεπαν σε μεταστροφή της περσικής πολιτικής μετά τη συντριβή του πολυέξοδου συμμάχου τους. Προς στιγμήν φάνηκε να δικαιώνονται, όταν τα πληρώματα του πελοποννησιακού στόλου έπαιρναν το μισθό τους δουλεύοντας τη γη των Χίων. Οι συμμαχικές πόλεις, πιθανώς υπό την επιρροή των επιφανών φίλων του Λυσάνδρου, αιτήθηκαν στη Σπάρτη την επιστροφή του νικητή ναυάρχου και ο Λύσανδρος επέστρεψε ως επιστολεύς, γραμματέας του Αράκου, τύποις μόνο ναυάρχου, υποχρεωμένου μάλιστα να υπακούει τον Λύσανδρο. Στην Αντανδρο, κοντά στις περιοχές με την άριστη ναυπηγική ξυλεία, ναυπηγείτο ο νέος πελοποννησιακός στόλος, όχι δίχως προβλήματα, καθώς ο Κύρος τόνισε στον Λύσανδρο ότι τα χρήματα που έχουν ξοδευτεί είναι πάρα πολλά. Προτού μάλιστα φύγει για να συναντήσει τον Δαρείο Β' παραχώρησε στον Σπαρτιάτη ναύαρχο τη συλλογή των φόρων της περιοχής, αλλά του απαγόρευσε ρητά να συγκρουστεί με τον αθηναϊκό στόλο αν δεν εξασφάλιζε σημαντική αριθμητική υπεροχή. Γίνεται σαφές ότι ακόμη κι ο Κύρος άρχισε να αμφιβάλει για τη δυνατότητα της Σπάρτης να δώσει τέλος στον πόλεμο.
Ο Λύσανδρος ανοίχτηκε στο Αιγαίο και πέτυχε να παρασύρει τον αθηναϊκό στόλο, ώστε να μπορέσει να κατευθυνθεί στον Ελλήσποντο, το νευραλγικό σημείο για τη διατροφή των Αθηναίων. Η αιφνιδιαστική κατάληψη της Λαμψάκου ανάγκασε τον αθηναϊκό στόλο να μπει στα στενά και να προκαλέσει ναυμαχία. Επρεπε απαραιτήτως να επιτηρεί εκ του σύνεγγυς τον Λύσανδρο για να αποτρέψει νέες επιθετικές ενέργειες. Για το λόγο αυτό δεν ελλιμενίστηκε στη Σηστό, όπως συμβούλεψε ο Αλκιβιάδης, αλλά σε μια έρημη παραλία, στην τοποθεσία Αιγός Ποταμοί. Το τίμημα ήταν η χρονοτριβή στη συγκέντρωση προμηθειών. Επειδή n ισχύς της τριήρους βασίζεται στο χαμηλό της βάρος, ελάχιστες προμήθειες αποθηκεύονταν στα πλοία και οι κωπηλάτες συντηρούνταν από τις κατά τόπους φιλικές πόλεις. Ετσι και τώρα, οι Αθηναίοι ήταν αναγκασμένοι Κάθε πρωί να ανοίγονται προς τη Λάμψακο, να προκαλούν ανεπιτυχώς έναν απρόθυμο αντίπαλο σε ναυμαχία, να επιστρέφουν στη βάση τους και να διασκορπίζονται για να συγκεντρώσουν προμήθειες (μια τακτική καταστροφική για την πειθαρχία και το ηθικό κάθε στρατιωτικής μονάδας). Η παρελκυστική τακτική του Λυσάνδρου εξακολούθησε επί τέσσερις ημέρες, αλλά ο Σπαρτιάτης ναύαρχος φρόντιζε να παρακολουθεί τις αθηναϊκές δραστηριότητες και δεν αποβίβαζε τα πληρώματά του μέχρι να φτάσει n αναφορά για τις κινήσεις των Αθηναίων. Την πέμπτη ημέρα η ακταιωρός του Λυσάνδρου παρατήρησε ξανά τους Αθηναίους να σκορπίζονται, εφησυχασμένους από την απροθυμία των αντιπάλων να συγκρουστούν. Οταν πλέον οι περισσότεροι είχαν εγκαταλείψει το στρατόπεδο, μια ασπίδα υψωμένη στον αέρα έδωσε το οπτικό σήμα στη Λάμψακο ότι το αθηναϊκό στρατόπεδο ήταν αποδιοργανωμένο. Αμέσως ο Λύσανδρος σήμανε γενική επίθεση από ξηρά και θάλασσα, βρήκε τους αντιπάλους του εντελώς απροετοίμαστους και η συντριβή ήταν απόλυτη: από τις 180 τριήρεις γλίτωσαν μόλις 8 και οι άλλες έπεσαν στα χέρια του Λυσάνδρου. Το αποφασιστικό χτύπημα είχε δοθεί, n Αθήνα δεν μπορούσε να ανακάμψει μετά την απόλυτη καταστροφή, δίχως τον έλεγχο των στενών το φάσμα της πείνας θα τη γονάτιζε. Ο Λύσανδρος δεν βιαζόταν. Υστερα από διαβουλεύσεις, έσφαξε τους 3.500 αιχμαλώτους Αθηναίους, επισκεύασε τα πλοία του και αργά κινήθηκε προς την Αθήνα.
Ο Ξενοφώντας περιγράφει τη δραματική νύχτα που έζησε η Αθήνα: «Τη νύχτα που έφτασε η Πάραλος διαδιδόταν η είδηση της συμφοράς. Ενας πικρός θρήνος σηκώθηκε από τον Πειραιά και επικάθησε στο άστυ μέσω των μακρών τειχών, μεταδιδόμενος από στόμα σε στόμα. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε κανείς και όλοι πενθούσαν όχι μόνο τους νεκρούς, αλλά πολύ περισσότερο τους ίδιους τους τους εαυτούς. Θεωρούσαν ότι θα πάθαιναν όσα εκείνοι είχαν κάνει στους Μηλίους, τους Ιστιαίους, τους Σκιωναίους, τους Τορωναίους, τους Αιγινήτες και σε πολλούς άλλους Έλληνες. Την επομένη συγκάλεσαν έκτακτη Εκκλησία και αποφάσισαν να επιχωματώσουν τα λιμάνια πλην ενός, να επισκευάσουν τα τείχη, να εγκαταστήσουν φρουρές και να προετοιμάσουν την πόλη για πολιορκία». Πράγματι, την ώρα που ο Λύσανδρος με 150 τριήρεις απέκλειε τον Πειραιά, ο έτερος βασιλιάς, Παυσανίας, κατέφθανε με μεγάλη δύναμη Πελοποννησίων και στρατοπέδευσε στην Ακαδημία. Δεν είχε καμία διάθεση να αφήσει τη δόξα στους υποστηρικτές της διευρυμένης ηγεμονίας. Η Αθήνα θα υπομείνει μεγάλες δοκιμασίες και ένας παλιός γνώριμος προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη συμφορά για μια δεύτερη ολιγαρχική διακυβέρνηση. Οι διαπραγματεύσεις του Θηραμένη θα αποτελούσαν τη βάση για την εγκαθίδρυση μιας στενής ολιγαρχίας, των τριάκοντα «συγγραφέων».
Η συνθηκολόγηση της Αθήνας
Οι Αθηναίοι, μετά την ήττα τους στους Αιγός Ποταμούς, πολιορκημένοι από ξηρά και θάλασσα, υπό την απειλή λοιμού, στέλνουν αμέσως πρέσβεις στη Σπάρτη για να ανακοινώσουν ότι είναι έτοιμοι να γίνουν «σύμμαχοι» των Λακεδαιμονίων υπό τον όρο να διατηρήσουν το σύνολο των οχυρώσεών τους. Αυτοί οι όροι απορρίπτονται και τέσσερις μήνες αργότερα, εξασθενημένοι από τον λοιμό, οι Αθηναίοι συμφώνησαν να παραδώσουν το στόλο τους εκτός από δώδεκα πλοία, να κατεδαφίσουν τα Μακρά Τείχη και τις οχυρώσεις του Πειραιά, να προσχωρήσουν στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και «να ακολουθούν τους Σπαρτιάτες όπου και αν τους οδηγούν, κατά γη και κατά θάλασσα». Φαίνεται όμως ότι οι Αθηναίοι απέφυγαν την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης τους, αφού κυρίως οι Κορίνθιοι και οι Θηβαίοι πίεζαν να καταστραφεί η πόλη, ενώ και ορισμένοι Σπαρτιάτες επιθυμούσαν την ισοπέδωση της Αθήνας. Οι σπαρτιατικές αρχές αντιτάχθηκαν σε αυτό το αίτημα επικαλούμενοι τη σημαντική προσφορά των Αθηναίων κατά τους Μηδικούς Πολέμους. Στην πραγματικότητα, είναι πιθανό ότι είχαν αρχίσει να ανησυχούν για τη ραγδαία ανάπτυξη της Θήβας, η οποία πλέον αναδυόταν στη μοναδική ηγεμονική δύναμη της Κεντρικής Ελλάδας. Κατά τη λεηλασία που πραγματοποιήθηκε στην Αττική προέκυψαν πολλές διαφωνίες ανάμεσα στους νικητές: οι Σπαρτιάτες κατηγορούσαν τους Θηβαίους ότι είχαν επωφεληθεί από την εγγύτητά τους για να ιδιοποιηθούν ένα μεγάλο μέρος του πλούτου της Αττικής, ενώ οι Πελοποννήσιοι κατηγορούσαν τους Σπαρτιάτες ότι δεν είχαν προβεί στη συνήθη διανομή λαφύρων.
Η τύχη της Αθήνας. οι τριάκοντα τύραννοι. Επίλογος
Από πολιτικής απόψεως η Δημοκρατία βρισκόταν παντού σε εξασθένηση, αφού ο αθηναϊκός στόλος, το όχημα του προσηλυτισμού της Δημοκρατίας, συρρικνώθηκε σημαντικά το 404 π.Χ. Σχετικά με το πολίτευμα που θα επέβαλλε η Σπάρτη στην Αθήνα ακολουθήθηκε η άποψη του Λύσανδρου: Η Σπάρτη επέβαλε τη λύση της ολιγαρχίας, τους τριάκοντα τυράννους. Ετσι, οι οκτώ επόμενοι μήνες (από τον Απρίλιο του 404 π.Χ. έως το τέλος του έτους) αποτελούν μία από τις πιο πικρές περιόδους της αθηναϊκής ιστορίας. Ο Λύσανδρος φτάνει στον Πειραιά με εκατό πλοία και απειλεί να θεωρήσει διαλυθείσα την ειρήνη, εάν η Εκκλησία του Δήμου δεν αναθέσει την εξουσία σε μία επιτροπή τριάντα ολιγαρχικών. Πριν περάσει πολύς καιρός, οι Σπαρτιάτες υποχρεώθηκαν να στηρίξουν τους τριάκοντα με μία σπαρτιατική φρουρά 700 ανδρών, τα έξοδα της οποίας επιβαρύνθηκαν οι Αθηναίοι με επικεφαλής έναν αρμοστή, τον Καλλίβιο. οι εξόριστοι δημοκρατικοί κατέφυγαν στα Μέγαρα, στο Άργος και κυρίως στη Θήβα, όπου η εξουσία είχε περιέλθει στον Ισμηνία που ακολουθούσε αντιλακωνική πολιτική. Με την παροχή ασύλου στους εξόριστους Αθηναίους, οι Θηβαίοι επιχειρούσαν να αποδυναμώσουν τον έλεγχο της Σπάρτης στην ευρύτερη περιοχή. οι δημοκρατικοί της Αθήνας, με αρχηγό τον Θρασύβουλο, κατέλαβαν τη Φυλή στη βορειοδυτική Αττική, ένα οχυρό πολύ κοντά στα σύνορα με τη Βοιωτία. Εν τω μεταξύ στην Αθήνα οι τριάκοντα έχουν χάσει την υπόληψή τους εξαιτίας των πολλών εγκλημάτων που διαπράττουν. Ο Ισοκράτης αναφέρει ότι οι εγκατεστημένοι από τον Λύσανδρο ολιγαρχικοί «οδήγησαν στο θάνατο χωρίς δίκη περισσότερους ανθρώπους σε τρεις μήνες από όσους δίκασε η δική μας πόλη καθ' όλη τη διάρκεια της κυριαρχίας της». Οι Αθηναίοι που έχουν μείνει στην πόλη εκδιώκουν τους τριάκοντα, χωρίς όμως να συμφιλιώνονται με τους δημοκρατικούς. Υπάρχουν, λοιπόν, τρεις παρατάξεις που διεκδικούν την εξουσία στην Αθήνα: οι τριάκοντα που έχουν καταφύγει στην Ελευσίνα, «οι εν άστει» (μετριοπαθείς ολιγαρχικοί) και οι δημοκρατικοί, που από τη Φυλή «κατέβηκαν» στον Πειραιά. Οι τελευταίοι επικράτησαν σε σύγκρουση με τους ολιγαρχικούς και σκότωσαν τον Κριτία, τον ηγέτη της φιλολακωνικής παράταξης.
Την άνοιξη του 403 π.Χ. ο Λύσανδρος καταφέρνει να διοριστεί αρμοστής στην Αθήνα με στόχο να πολιορκήσει και να αναγκάσει σε λιμοκτονία τους δημοκρατικούς. Τελικά, με παρέμβαση του βασιλιά Παυσανία (απέσπασε την έγκριση τριών από τους πέντε εφόρους), επιτράπηκε στους εξόριστους δημοκρατικούς Αθηναίους να επιστρέψουν τον Σεπτέμβριο του 403 π.Χ. στην πόλη εμποδίζοντας τον Λύσανδρο «να μετατρέψει την Αθήνα σε κτήση του». Σε όποιον ολιγαρχικό ήθελε, δόθηκε το δικαίωμα να καταφύγει στην Ελευσίνα, όπου μία ομάδα ολιγαρχικών εξακολουθούσε να αντιστέκεται μέχρι τα τέλη του 401 π.Χ.
Ο Παυσανίας ενθάρρυνε τη συμφιλίωση μεταξύ των Αθηναίων και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 403). Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς είχε αντιληφθεί ότι το συμφέρον της Σπάρτης δεν είναι να στηριχτεί σε αντιδημοτικά καθεστώτα, αλλά να επωφεληθεί από τη θέση της μοναδικής μεγάλης δύναμης που κατέχει για να διαδραματίσει το ρόλο του διαιτητή στις εμφύλιες διαμάχες στο εσωτερικό των πόλεων. Ομως, μετά την επιστροφή του στη Σπάρτη, ο Παυσανίας δικάστηκε για τις πρωτοβουλίες του στην Αθήνα, αλλά απαλλάχθηκε λόγω ισοψηφίας, γεγονός που φανερώνει μία βαθιά διαίρεση στη σπαρτιατική πολιτική.
Αυτή n επαμφοτερίζουσα στάση είναι ένα πρώτο δείγμα για το πόσο ανέτοιμη ήταν η Σπάρτη να αναλάβει αποκλειστικά την ηγεμονία της Ελλάδας. Το τέλος του μακροχρόνιου Πελοποννησιακού Πολέμου δεν επρόκειτο να επιφέρει την πολυπόθητη ελευθερία, ούτε την πολιτική σταθερότητα στις ελληνικές πόλεις της εποχής. Η σύντομη σπαρτιατική ηγεμονία επέφερε νέες πολεμικές αναστατώσεις και αναβρασμό. Μόλις το 395 π.Χ. αρχίζει ο Κορινθιακός Πόλεμος, o οποίος κρατά μέχρι το 386. Η σπαρτιατική ηγεμονία καταλύεται το 370 π.Χ. στη Μάχη των Λεύκτρων. Επειτα από μια σύντομη υπεροχή των Θηβαίων, των νικητών στα Λεύκτρα, θα χρειαστεί να περιμένουμε μέχρι το 360 π.Χ και την εμφάνιση του Φιλίππου της Μακεδονίας για να ξαναμπεί n Ελλάδα σε τροχιά ανάκαμψης και να συνέλθει από τις επιπτώσεις του μακροχρόνιου Πελοποννησιακού Πολέμου.
Πηγή κειμένου : ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΠΕΛΛΟΠΟΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ: Ο πρώτος "εμφύλιος" των Ελλήνων
