Ένας γάμος τόσο αταίριαστος που ξεκινούσε με τόσο κακούς οιωνούς, είχε πολλές πιθανότητες να έχει κακή εξέλιξη. Και αυτό έγινε πολύ γρήγορα. Και πάλι δεν ξέρουμε όλες τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής του αυτοκρατορικού ζεύγους στη διάρκεια αυτών των δέκα ετών και o ρόλος της Θεοφανώς, πάντα διακριτικής και επιτήδειας, ήταν περισσότερο φανερός στα παρασκήνια. Έτσι πρέπει να περιοριστούμε μόνο στις γενικές γραμμές της περιπέτειας και της τραγικής καταστροφής στην οποία κατέληξε.
Ερωτευμένος με πάθος με τη Θεοφανώ, ξετρελαμένος από την ακτινοβόλο ομορφιά της, o Νικηφόρος έκανε γι' αυτήν σύμφωνα με το επιφυλακτικό και σύντομο σχόλιο του ιστορικού Λέοντος του Διακόνου «περισσότερα απ' όσα έπρεπε». Αυτός ο οικονόμος, σοβαρός, αυστηρός άνδρας γέμιζε την ωραία πριγκίπισσα πολυτελή δώρα, υπέροχες τουαλέτες, λαμπερά κοσμήματα, την περιέβαλλε με εκθαμβωτική πολυτέλεια, της δημιουργούσε μια περιουσία προικίζοντάς την με θαυμάσια κτήματα και κομψές βίλες. «Τίποτα, λέει ο Schlumberger, δεν ήταν πολύ ακριβό, τίποτα δεν ήταν υπερβολικά όμορφο για να το προσφέρει στην πολυαγαπημένη του βασίλισσα». Και το κυριότερο, δεν μπορούσε να κάνει χωρίς αυτήν. Όταν το 964 έφυγε για το στρατό, πήρε μαζί του τη Θεοφανώ στο στρατόπεδο και για πρώτη ίσως φορά στην μακρόχρονη στρατιωτική σταδιοδρομία του, διέκοψε απότομα την εκστρατεία που είχε ξεκινήσει για να γυρίσει γρηγορότερα κοντά της.
![]() |
| Η δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά απο τον Ιωάννη Τζιμισκή (669) |
Ο Νικηφόρος είχε έναν ανιψιό, τον Ιωάννη Τζιμισκή. Ήταν ένας άνδρας σαράντα πέντε χρόνων, κοντός αλλά καλοφτιαγμένος και πολύ κομψός. Είχε λευκό δέρμα, γαλανά μάτια, χρυσόξανθα μαλλιά που στεφάνωναν σαν φωτοστέφανο το πρόσωπό του, κόκκινα γένια, λεπτή μύτη, ένα τολμηρό βλέμμα που δεν φοβόταν τίποτα και δεν χαμήλωνε μπροστά σε κανέναν. Δυνατός, επιδέξιος, ευκίνητος, γενναιόδωρος και μεγαλοπρεπής και επιπλέον λίγο γλεντζές, ήταν εξαιρετικά γοητευτικός. Μέσα στην πλήξη όπου σερνόταν η ζωή της, φυσικά άρεσε στη Θεοφανώ. Και τότε το πάθος την οδήγησε στο έγκλημα. Ο Τζιμισκής ήταν φιλόδοξος. Εξάλλου τον είχε ενοχλήσει πολύ η ατίμωση που είχε υποστεί πρόσφατα. Μετά από ένα πολεμικό επεισόδιο, ο αυτοκράτορας τον είχε καθαιρέσει από το αξίωμα του δομέστικου των σχολών της Ανατολής και τον είχε καλέσει να αποσυρθεί στα κτήματά του. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν να πάρει εκδίκηση για μια προσβολή που θεωρούσε άδικη. Η Θεοφανώ από την πλευρά της είχε κουραστεί πολύ από τον Νικηφόρο. Η καλή συνεννόηση του παρελθόντος είχε δώσει τη θέση της σε μνησικακίες και υποψίες. Η αυτοκράτειρα είχε φτάσει σε σημείο να προσποιείται ότι φοβόταν μια απόπειρα εκ μέρους του συζύγου της κατά της ζωής των γιων της. Επίσης, ο χωρισμός από τον εραστή της τη γέμιζε ανυπομονησία. Ο Τζιμισκής φαίνεται ότι υπήρξε ο μεγάλος και ασφαλώς ο μόνος πραγματικός έρωτας της ζωής της. Κάτω από αυτές τις συνθήκες γλίστρησε χωρίς να το καταλάβει προς την ιδέα του πιο φρικτού εγκλήματος.
Από τότε που ο Νικηφόρος είχε γυρίσει από τη Συρία στις αρχές του 969, βασανιζόταν από σκοτεινά προαισθήματα. Ένιωθε γύρω του συνωμοσίες να ετοιμάζονται στο σκοτάδι. Ο θάνατος του γηραιού πατέρα του, του καίσαρα Βάρδα Φωκά, είχε κάνει ακόμη μεγαλύτερη τη θλίψη του. Ωστόσο αγαπούσε ακόμη τη Θεοφανώ. Εκείνη μεταχειρίστηκε ύπουλα την επιρροή της για να ανακαλέσει τον Τζιμισκή στην αυλή. Τόνισε στον αυτοκράτορα πόσο κακό ήταν να στερείται τις υπηρεσίες ενός τέτοιου άνδρα και πολύ επιτήδεια, για να απομακρύνει από το μυαλό του Νικηφόρου τις υποψίες που θα μπορούσε να ξυπνήσει η υπερβολικά έκδηλη συμπάθεια για τον Ιωάννη, προσποιήθηκε πως σχεδίαζε να τον παντρέψει με κάποια συγγενή της. Όπως πάντα, ο βασιλεύς υπέκυψε στις επιθυμίες της γυναίκας του. Ήταν αυτό που περίμενε εκείνη. Ο Ιωάννης ξανάφυγε για την Κωνσταντινούπολη. Χάρη στους συνεργάτες που είχε εξασφαλίσει επιτήδεια η Θεοφανώ στο παλάτι, οι δύο εραστές ξαναειδώθηκαν στο ίδιο το παλάτι, χωρίς ο Νικηφόρος να υποψιαστεί τίποτα, και κανόνισαν τα προκαταρκτικά της συνωμοσίας τους. Δεν επρόκειτο για τίποτα λιγότερο από τη δολοφονία του βασιλέως. Ανάμεσα στους δυσαρεστημένους στρατηγούς, ο Ιωάννης βρήκε εύκολα συνενόχους. Έγιναν πολλές συζητήσεις ανάμεσα στους συνωμότες, τον Τζιμισκή και την αυτοκράτειρα. Τελικά, χάρη στη συνενοχή του γυναικωνίτη, ένοπλοι άνδρες έφθασαν μέχρι το παλάτι και κρύφτηκαν στα διαμερίσματα της Αυγούστας.
Όπως διηγείται ο Ιωάννης ο Διάκονος, που μας έχει αφήσει μια πολύ συναρπαστική αφήγηση του δράματος, ήταν αρχές Δεκεμβρίου. Ο φόνος είχε οριστεί για τη νύχτα της 10ης προς την 11η του μηνός προηγούμενη ημέρα, αρκετοί από τους συνωμόιες, κρυμμένοι κάτω από γυναικεία ρούχα, μπήκαν στο Ιερό Παλάτι με τη βοήθεια της Θεοφανώς. Αυτή τη φορά, κάποιος έδωσε μια μυστηριώδη συμβουλή στον αυτοκράτορα και ο Νικηφόρος διέταξε έναν από τους αξιωματικούς του να βάλει να ψάξουν τα διαμερίσματα των γυναικών. Όμως, είτε γιατί δεν έψαξαν προσεκτικά, ή γιατί δεν θέλησαν να βρουν τίποτα, δεν ανακάλυψαν κανένα. Στο μεταξύ, είχε νυχτώσει: δεν περίμεναν παρά μόνο τον Τζιμισκή για να χτυπήσουν. Ένας φόβος κυρίευσε τότε τους συνωμότες: αν ο αυτοκράτορας κλεινόταν στο δωμάτιό του, αν χρειαζόταν να παραβιάσουν την πόρτα του, αν ξυπνούσε από το θόρυβο, δεν θα χάνονταν όλα; Η Θεοφανώ, με τρομαχτική ψυχραιμία, ανέλαβε να παραμερίσει το εμπόδιο. Πήγε αργά το βράδυ να βρει τον Νικηφόρο στο διαμέρισμά του, συζήτησε φιλικά μαζί του και μετά, με το πρόσχημα ότι θα πήγαινε να δει μερικές νεαρές Βουλγάρες που βρίσκονταν για επίσκεψη στο Παλάτι, βγήκε έξω, λέγοντας ότι θα γύριζε σε λίγο και παρακαλώντας τον σύζυγό της ν' αφήσει την πόρτα ανοιχτή. θα την έκλεινε εκείνη γυρίζοντας. Ο Νικηφόρος δέχθηκε και όταν έμεινε μόνος, προσευχήθηκε για λίγο και μετά αποκοιμήθηκε.
Ήταν περίπου έντεκα το βράδυ. Έξω χιόνιζε και ο αέρας φυσούσε μανιασμένα στον Βόσπορο. Με μια μικρή βάρκα, ο Ιωάννης Τζιμισκής έφτασε στην έρημη αποβάθρα που απλωνόταν κάτω απ' τους τοίχους του αυτοκρατορικού κάστρου στον Βόσπορο. Μ' ένα καλάθι στερεωμένο στην άκρη ενός σχοινιού τον ανέβασαν στο γυναικωνίτη και οι συνωμότες με επικεφαλής τον αρχηγό τους, μπήκαν στο δωμάτιο του ηγεμόνα. Για μια στιγμή επικράτησε αναστάτωση: το κρεβάτι ήταν άδειο. Όμως ένας ευνούχος του γυναικωνίτη, που ήξερε τις συνήθειες του Νικηφόρου, έδειξε στους συνωμότες τον βασιλέα που κειτόταν σε μια γωνιά, κοιμισμένος πάνω στο δέρμα του πάνθηρα. Ρίχνονται μανιασμένα επάνω του. Ακούγοντας το θόρυβο ο Φωκάς ξυπνάει και σηκώνεται. Με μια σπαθιά ένας από τους συνωμότες του ανοίγει το κεφάλι από την κορυφή του κρανίου ως την καμάρα των φρυδιών. Καταματωμένος, ο άτυχος άνδρας φώναζε: «Θεοτόκε, βοήθησέ με!» Χωρίς να τον ακούσουν, οι δολοφόνοι τον σέρνουν στα πόδια του Τζιμισκή, που τον βρίζει και με μια βίαιη κίνηση του ξεριζώνει τη γενειάδα. Ακολουθώντας το παράδειγμα του αρχηγού τους, όλοι ρίχνονται πάνω στον δύστυχο μισοπεθαμένο άνδρα που αναπνέει με δυσκολία. Τελικά, με μια κλωτσιά ο Ιωάννης τον ρίχνει κάτω και τραβώντας το ξίφος του του καταφέρει ένα φοβερό χτύπημα στο κρανίο. Μ' ένα τελευταίο χτύπημα, ένας άλλος από τους συνωμότες τον αποτελειώνει. Ο αυτοκράτορας πέφτει νεκρός, λουσμένος στο αίμα του.
Στο θόρυβο της πάλης, οι στρατιώτες της φρουράς τρέχουν αλλά είναι πολύ αργά. Από ένα παράθυρο τους έδειξαν ανάμεσα στους πυρσούς, το κομμένο και ματωμένο κεφάλι του κυρίου τους. Αυτό το τραγικό θέαμα έκοψε κάθε διάθεση για αντίσταση. Ο λαός ακολούθησε το παράδειγμα της αυτοκράτειρας: δόθηκε στον Τζιμισκή και τον ανακήρυξε αυτοκράτορα.
Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ , CHARLES DIEHL
