Τετάρτη, Φεβρουαρίου 09, 2022

Η δολοφονία του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ ' του Μέθυσου

Ο Βασίλειος είχε νικήσει. Λίγες εβδομάδες αργότερα ο αυτοκράτορας, που δεν είχε παιδιά, τον υιοθετούσε και τον ανέβαζε στο αξίωμα του μάγιστρου. Λίγο αργότερα, τον έκανε συμβασιλέα. 

Σκηνή από τον ιππόδρομο της Βασιλεύουσας.
Αριστερά διακρίνουμε τον αυτοκράτορα
Την ημέρα της Πεντηκοστής του έτους 866, ο λαός είδε με έκπληξη να στήνουν δύο θρόνους στην Αγία Σοφία και οι χασομέρηδες απορούσαν πολύ, λέγοντας ότι υπήρχε μόνο ένας βασιλεύς. Όλα εξηγήθηκαν πολύ γρήγορα. Τη συνηθισμένη ώρα η αυτοκρατορική πομπή μπήκε στη βασιλική: ο Μιχαήλ Γ' βάδιζε επικεφαλής, με μεγάλη στολή παρελάσεως ο Βασίλειος τον ακολουθούσε, φέροντας τα διάσημα και το ξίφος του μεγάλου θαλαμηπόλου. Με σταθερό βήμα, ο ηγεμόνας προχώρησε ώς το εικονοστάσιο και στάθηκε στα ψηλότερα σκαλοπάτια. Από κάτω στάθηκε ο Βασίλειος και πιο χαμηλά τοποθετήθηκαν ο αυτοκρατορικός γραμματέας, ο μέγας κύριος της αυλής ή πρεπόζιτος, οι αρχηγοί των φατριών που εκπροσωπούσαν το λαό. Και τότε, μπροστά στην αυλή και το συγκεντρωμένο πλήθος, o αυτοκρατορικός γραμματέας διάβασε ένα μήνυμα του βασιλέως. "Ο Καίσαρ Βάρδας, έλεγε το έγγραφο, συνωμότησε εναντίον μου για να με σκοτώσει, και γι' αυτό με οδήγησε έξω από την πρωτεύουσα. Και χωρίς τις καλές συμβουλές του Συμβατίου και του Βασιλείου δεν θ' ανήκα πια στον κόσμο των ζωντανών.Όμως, πέθανε θύμα της αμαρτίας του. Προστάζω λοιπόν, ο παρακοιμώμενος Βασίλειος, ο πιστός υπηρέτης μου που φυλάει τη μεγαλειότητά μου, που με έσωσε από τον εχθρό μου και που μ' αγαπά, να είναι από δω και πέρα φύλακας και διαχειριστής της αυτοκρατορίας μου και να χαιρετίζεται από όλους ως αυτοκράτορας". O Βασίλειος, πολύ συγκινημένος, ξέσπασε σε δάκρυα ακούγοντας αυτό το κείμενο, που ασφαλώς δεν αποτελούσε έκπληξη γι' αυτόν. Και ο Μιχαήλ, δίνοντας το στέμμα του στον πατριάρχη, που το ευλόγησε, το τοποθέτησε στη συνέχεια στο κεφάλι του Βασιλείου, ενώ οι πρεπόζιτοι του περνούσαν το  διβητήσιον και του φορούσαν τα κόκκινα παπούτσια. Και ο λαός φώναξε, σύμφωνα με το πρωτόκολλο: "Ζήτωσαν οι αυτοκράτορες Μιχαήλ και Βασίλειος". 

Η ευγνωμοσύνη δεν ήταν ποτέ η κυρίαρχη αρετή του Μακεδόνα. Καθώς οι χθεσινοί του συνένοχοι και κυρίως ο Συμβάτιος, του ζητούσαν το μερίδιό τους από την εξουσία και τις τιμές, μη έχοντάς τους πια ανάγκη, τους έδιωξε αδίστακτα. Και όταν, δυσαρεστημένοι, εξεγέρθηκαν, τιμώρησε αυστηρά την εξέγερσή τους. Όμως με ένα ηγεμόνα σαν τον Μιχαήλ η φαινομενικά καλύτερα εδραιωμένη εύνοια παρέμενε πάντοτε αβέβαιη και μάλιστα καθώς πολλοί από τους ανθρώπους της αυλής, φθονώντας τη γρήγορη άνοδο του ευνοούμενου, προσπαθούσαν να τον ενοχοποιήσουν στον αυτοκράτορα και να πείσουν τον βασιλέα ότι ο νέος συνάδελφός του επιβουλευόταν τη ζωή του. Μάταια, για να διατηρήσει την πίστη του, ο Βασίλειος έκανε ό,τι χρειαζόταν, παρευρισκόταν στα αυτοκρατορικά συμπόσια, πίνοντας με τον ηγεμόνα, επιτρέποντάς του να έχει κάθε είδους οικειότητες με τη σύζυγό του Ευδοκία: με ένα άστατο και ευμετάβλητο πνεύμα όπως αυτό του ΜΙχαήλ, έπρεπε να φοβάται συνεχώς για την εξουσία του και για την ίδια τη ζωή του. 

Σε λίγο είχε πολύ ξεκάθαρα την αίσθηση του κινδύνου που τον απειλούσε. Ένα βράδυ, για να γιορτάσουν τη νίκη του βασιλέως στις αρματοδρομίες, δειπνούοαν με μεγάλη πολυτέλεια στο ανάκτορο του Αγίου Μάμαντος Στο επιδόρπιο, ένας από τους συνδαιτυμόνες, ο πατρίκιος Βασιλισκιανός, που τον έβλεπε με καλό μάτι ο ηγεμόνας, άρχισε να συγχαίρει τον αυτοκράτορα που οδήγησε το άρμα του με τόση δεξιοτεχνία και επιτυχία. Τότε ο Μιχαήλ, λίγο μεθυσμένος ήδη, είχε μια παράξενη ιδέα απ' αυτές που του έρχονταν όταν έπινε: "Σήκω, είπε στον πατρίκιο, βγάλε μου τις κόκκινες μπότες μου και φόρεσέ τις". Ο άλλος, άναυδος, κοίταζε τον Βασίλειο σαν να ήθελε να ζητήσει τη συμβουλή του. Τότε ο βασιλεύς, θυμωμένος τον διέταξε να υπακούσει αμέσως. Ύστερα στράφηκε προς τον συμβασιλέα του Βασίλειο και του είπε ειρωνικά: "Μα την πίστη μου, νομίζω ότι του πηγαίνουν καλύτερα απ' ό,τι σε σένα” και άρχισε να αυτοσχεδιάζει στίχους προς τιμήν του νέου του ευνοούμενου: "Κοιτάξτε τον, τραγουδούσε, και θαυμάστε τον. Δεν είναι άξιος να είναι αυτοκράτορας; Είναι ωραιος. Το στέμμα του κάθεται καλά. Όλα συντελούν στη δόξα του". Ο Βασίλειος, σε απόγνωση, κατάπινε σιωπηλός το θυμό του. Η Ευδοκία, κλαίγοντας, προσπαθούσε να κάνει τον Μιχαήλ να λογικευτεί: "Το αυτοκρατορικό αξίωμα είναι μεγάλο πράγμα, Μεγαλειότατε", του έλεγε. "Δεν θα έπρεπε να το ατιμάζετε". Ο Μιχαήλ όμως, ολοένα και πιο μεθυσμένος, απαντούσε γελώντας. "Μην ανησυχείς γι' αυτό, κόρη μου. Με διασκεδάζει να κάνω τον Βασιλισκιανό αυτοκράτορα”. 

Ίσως και η Θεοδώρα, που όπως φαίνεται είχε ανακτήσει την εύνοια του γιου της, δολοπλοκούσε εναντίον του Βασιλείου και προσπαθούσε να τον ανατρέψει. Το γεγονός είναι ότι ο Μακεδόνας, νιώθοντας ότι ο "συνάδελφός” του άρχιζε να χειραφετείται, έκρινε ότι ήταν καιρός να τελειώνει μαζί του. Για να δικαιολογήσει αυτή την τελευταία πράξη του δράματος, ο Κωνσταντίνος Z', ο εγγονός του Βασιλείου, φρόντισε να μας παρουσιάσει τον Μιχαήλ με τα πιο μελανά χρώματα και, σ' ένα βίαιο κατηγορητήριο, συγκέντρωσε την αφήγηση όλων των τρελών του πράξεων, όλων των σκανδάλων του, όλων των εγκλημάτων του. Ωστόσο δεν τόλμησε να πει τι ρόλο έπαιξε ο παππούς του στο φόνο του ανθρώπου που ήταν ο κύριος και ο ευεργέτης του. Και στην περίπτωση αυτή, όμως, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για την αλήθεια. 

Στις 23 Σεπτεμβρίου 867. ο αυτοκράτορας δειπνούσε στο ανάκτορο του Αγίου Μάμαντος. Παρά τις καταγγελίες που είχε δεχθεί κατά του Βασιλείου, παρά το μίσος που έτρεφε τώρα για τον πρώην φίλο του, ο ηγεμόνας είχε καλέσει στο τραπέζι τον συναυτοκράτορά του και τη σύζυγό του Ευδοκία. Όπως το συνήθιζε, ο αυτοκράτορας είχε πιει πολύ, και ήξεραν ότι όταν ήταν μεθυσμένος, ήταν ικανός για όλα. Ο Βασίλειος αποφασισμένος να δράσει, είχε συνεννοηθεί εκ των προτέρων με τους περισσότερους από εκείνους που τον είχαν βοηθήσει κάποτε να απαλλαγεί από τον Βάρδα. Κρίνοντας ότι ήρθε η ώρα, βγαίνει με κάποιο πρόσχημα από την αίθουσα του συμποσίου και πηγαίνοντας στο υπνοδωμάτιο του αυτοκράτορα, παραβιάζει τις κλειδαριές με την αθλητική γροθιά του για να μην μπορεί ο αυτοκράτορας να κλειδώσει. Μετά, ξαναγυρίζει να πάρει τη θέση του στο τραπέζι. Ως συνήθως, η Ευδοκία έκανε χίλιες χάρες στον εραστή της.Όταν πολύ αργά τη νύχτα οι συνδαιτυμόνες σηκώθηκαν από το τραπέζι, o ίδιος ο Βασίλειος θέλησε να υποβαστάξει τον αυτοκράτορα που παραπατούσε, τον οδήγησε στο δωμάτιό του και στο κατώφλι του φίλησε με σεβασμό το χέρι. Φρουρούμενος από δύο πιστούς υπηρέτες, ο Μιχαήλ δεν άργησε v' αποκοιμηθεί βαθιά: τότε ο Βασίλειος και οι συνωμότες μπήκαν στο δωμάτιο. Ήταν συνολικά οκτώ. Στην ξαφνική αυτή εισβολή, ο θαλαμηπόλος Ιγνάτιος, τρομαγμένος, προσπαθεί να αντισταθεί. Στο θόρυβο της πάλης, ο βασιλεύς ξυπνάει και, έχοντας ξεμεθύσει εντελώς, κοιτάζει. Τότε ο Ιωάννης Χάλδιος, ένας από τους φίλους του Βασιλείου τραβάει το ξίφος του και με ένα χτύπημα κόβει τα δύο χέρια του αυτοκράτορα. Ένας άλλος ρίχνει κάτω τον Βασιλισκιανό. Σ' αυτό το διάστημα οι υπόλοιποι συνωμότες φρουρούσαν στην πόρτα για να εμποδίσουν τους στρατιώτες της υπηρεσίας να βοηθήσουν τον κύριό τους. Όταν όλα τελείωσαν, οι συνωμότες έκαναν συμβούλιο: "Του κόψαμε τα χέρια, είπε ένας, αλλά ζει ακόμη. Και αν ζήσει, τι θα απογίνουμε;” Τότε ένας από τους δολοφόνους γυρίζει στο δωμάτιο όπου ο Μιχαήλ, όρθιος πάνω στο κρεβάτι του, καταματωμένος, βογκούσε και καταριόταν τους δολοφόνους του και κυρίως τον Βασίλειο. Με μια μεγάλη σπαθιά, ο άνδρας του διαπερνάει την κοιλιά. Μετά, πολύ περήφανος, έρχεται να αναγγείλει στον Βασίλειο ότι αυτή τη φορά όλα τελείωσαν καλά. 

Ο Κωνσταντίνος Z' αισθάνθηκε τη φρίκη αυτής της τραγικής και άναντρης δολοφονίας Στη βιογραφία του παππού του που έγραψε, λέει απλά: "Η αφρόκρεμα των αρχόντων και της Συγκλήτου θανάτωσε τον αυτοκράτορα στο ανάκτορο του αγίου Μάμαντος, με τη φροντίδα μερικών στρατιωτών της φρουράς. Αναίσθητος από το μεθύσι, πέρασε ανώδυνα από τον ύπνο στο θάνατο". Το τέλος του Μιχαήλ Γ' ήταν άγριο και φοβερό. Πέθανε, αν όχι από το χέρι, τουλάχιστον κατά διαταγή του ίδιου του ανθρώπου που είχε κάνει αυτοκράτορα. Και ξεμεθώντας απότομα την ύστατη ώρα μπόρεσε, στη διάρκεια της σκληρής αγωνίας του, να αισθανθεί όλη την απιστία αυτού του διπλά πατροκτόνου Βασιλείου, δολοφόνου του νόμιμου ηγεμόνα του και του θετού πατέρα τόυ. 

Η σκοτεινή προφητεία της Θεοδώρας είχε πραγματοποιηθεί. Παραμερίζοντας όλα τα εμπόδια που τον χώριζαν από το θρόνο, ο Μακεδόνας ήταν αυτοκράτορας. Βιαστικά, για να ολοκληρώσουν την επανάσταση οι συνωμότες, διασχίζοντας τον Χρυσοκεράτιο, κατέλαβαν το Ιερό Παλάτι και το πρωί η πρώτη φροντίδα του νέου κυρίου ήταν να εγκαταστήσει εκεί με μεγάλη μεγαλοπρέπεια, στα διαμερίσματα της νόμιμης αυτοκράτειρας, τη σύζυγό του Ευδοκία Ιγγηρίνα που ήταν ως το τέλος ερωμένη του Μιχαήλ Γ'. Μαζί της παρουσιάστηκε χωρίς ντροπή στις γιορτές των Χριστουγέννων του 807 στους δρόμους της πρωτεύουσας πάνω σ' ένα υπέροχο άρμα που έσερναν τέσσερα λευκά άλογα. Λίγα χρόνια αργότερα, απόκτησε από εκείνη ένα γιο, που ήταν το πρώτο νόμιμο παιδί του, και στη συνέχεια άλλες τέσσερις κόρες Η αγροίκα ψυχή του μακεδόνα χωρικού δεν ενοχλούταν καθόλου, όπως βλέπουμε, από μάταιες λεπτότητες. 

Έτσι ήταν πάντοτε. Ο Βασίλειος είχε γνωρίσει τρεις γυναίκες στη ζωή του. Η Δανιηλίς, η δέσποινα των Πατρών, ήταν πλούσια. Εκείνη του έδωσε με το χρήμα το μέσο για να ανέβει. Έτσι φύλαξε σαν κάτι πολύτιμο την ανάμνησή της και καλλιέργησε την επικερδή φιλία της. Η Ευδοκία είχε υπάρξει στο παρελθόν και εξακολουθούσε να είναι η ερωμένη του αυτοκράτορα. Δέχτηκε συγκαταβατικά να την παντρευτεί και έκλεισε τα μάτια στις αποκλίσεις της συμπεριφοράς της. Το έκανε γιατί εξυπηρετούσε τη φιλοδοξία του, γιατί ήταν χρήσιμη συνεργάτιδα γι' αυτόν. Και γι' αυτό, ακόμη και μετά το θάνατο του Μιχαήλ Γ' και παρά τα νέα σκάνδαλα της ζωής της, την κράτησε πάντα, νιώθοντας ότι θα έκανε κακό στη δυναστεία αν δεν είχε ανεξάντλητους θησαυρούς επιείκειας γι' αυτήν. Τέλος η Θέκλα, η αδελφή του Μιχαήλ Γ', είχε στο παρελθόν μια ερωτική αδυναμία για τον ωραίο Βασίλειο. Μόνο σ' αυτή δείχθηκε αυστηρός. Όταν πληροφορήθηκε αργότερα ότι είχε βρει άλλο εραστή, παλιό φίλο του Καίσαρα Βάρδα, διέταξε να χτυπήσουν τον άνδρα με ραβδιά και να μαστιγώσουν σκληρά τη γυναίκα. Και δεν επρόκειτο καθόλου, όπως θα μπορούσε να πιστέψει κανείς εκ πρώτης όψεως, για αναδρομική ζήλια του γερασμένου αυτοκράτορα. Ο Βασίλειος, πρακτικό πνεύμα, δήμευσε προς όφελός του ολόκληρη την περιουσία της Θέκλας 

Έτσι ολόκληρη τη ζωή του έμεινε το ανθρώπινο ζώο, πρωτόγονο και πονηρό, με τα δυνατά πάθη, τα τραχιά και βίαια ένστικτα, που ήταν πολλά χρόνια πριν, όταν άρχιζε την τύχη του. Και αυτό ρίχνει ένα μοναδικό φως στην ψυχολογία αυτού του ιδρυτή δυναστείας. Ήταν ένας επιτήδειος και τυχερός φιλόδοξος και επίσης ένας μεγάλος πολιτικός που με τη διακυβέρνησή του προετοίμασε δύο αιώνες δόξας και λάμψης για τη βυζαντινή αυτοκρατορία. Υπήρξε πάντοτε μια συμφεροντολόγα και ταπεινή ψυχή, χωρίς ηθικούς δισταγμούς και λεπτότητα, χωρίς ευγνωμοούνη και χωρίς τιμή. 

Φαίνεται ότι οι περιπέτειες του Βασιλείου του Μακεδόνα μας απομάκρυναν λίγο από την ευσεβέστατη αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Το τραγικό γεγονός της 23ης Σεπτεμβρίου 867 μας ξαναφέρνει σ' αυτήν. Πράγματι, εκείνη την ημέρα του πένθους εμφανίζεται για τελευταία φορά στην ιστορία. Όταν μετά την εγκατάσταση του Βασιλείου στο Ιερό Παλάτι, θέλησαν να αποδώσουν τα τελευταία καθήκοντά τους στον δολοφονημένο αυτοκράτορα, οι απεσταλμένοι του Βασιλείου, φτάνοντας στο ανάκτορο του Αγίου Μάμαντος, υπήρξαν μάρτυρες μιας αξιοθρήνητης σκηνής. Βρήκαν το πτώμα του Μιχαήλ Γ' να κείτεται στο δάπεδο, με τα σπλάχνα του να κρέμονται, κακοτυλιγμένο στην κουβέρτα ενός από τα άλογα που είχε τόσο αγαπήσει. Γύρω από το πτώμα, μερικές μαυροντυμένες γυναίκες έκλαιγαν και προσεύχονταν. Ήταν η γηραιά αυτοκράτειρα Θεοδώρα και οι κόρες της, που είχαν τρέξει μαθαίνοντας την είδηση του δράματος και ζητούσαν ευλαβικά την ευσπλαχνία του θεού για τον νεκρό. 

Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανέβηκε στην εξουσία, ως προς τη μεγάλη προσπάθεια που έκανε για την αποκατάσταση της ορθοδοξίας, η μακαρία Θεοδώρα μοιάζει με μια άλλη αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, τη βασίλισσα Ειρήνη. Ωστόσο δεν είχε ούτε την επιβλητική και αλαζονική μορφή της, ούτε τη φλογερή και εγκληματική φιλοδοξία της. Ευσεβής και τρυφερή, αγαπούσε τις εικόνες, τον σύζυγό της και το γιο της και ίσως, μετά τον θάνατο του Θεοφίλου, τον υπουργό της Θεόκτιστο, και αν είχε και κάποια μίση, ιδίως εναντίον του αδελφού της Βάρδα, η αιτία δεν ήταν η θλίψη για τη χαμένη εξουσία της, αλλά μάλλον η ανάμνηση του ευνοούμενού της που είχε σφαχτεί προδοτικά. Κατέβηκε από το θρόνο απλά, χωρίς πικρία. Στα γεράματά της ένιωσε τον πόνο του να παρακολουθήσει το τέλος της οικογένειάς της και την πτώση της δυναστείας της. Αν είναι σήμερα διάσημη στην ιστορία, αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι ήταν εκείνη που αναστήλωσε την ορθοδοξία. Αξίζει όμως να την προσέξουμε και να τη θυμόμαστε και για ένα άλλο λόγο. Τα γεγονότα στα οποία αναμίχθηκε ρίχνουν, όπως και οι περιπέτειες του Βασιλείου, ένα περίεργο φως σ' αυτό το Βυζάντιο του 9ου αιώνα, όπου βρίσκουμε συγκεντρωμένα, για να επαναλάβουμε τον τίτλο ενός ωραίου βιβλίου του Maurice  Barres"το αίμα, την ηδονή και το θάνατο".

Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ , CHARLES DIEHL