Την εποχή που η αυτοκράτειρα Θεοδώρα μοιραζόταν το θρόνο με τον σύζυγό της Θεόφιλο, γύρω στο 840, ένας νέος άνδρας, ντυμένος φτωχικά, αλλά με ψηλό ανάστημα, έντονα χαρακτηριστικά και ηλιοκαμένο χρώμα που του έδιναν πολύ περήφανη όψη, έμπαινε ένα βράδυ στην Κωνσταντινούπολη από τη Χρυσή Πύλη με το δισάκι στην πλάτη και το ραβδί στο χέρι. Ήταν Κυριακή και κόντευε να νυχτώσει. Κουρασμένος και σκονισμένος, ο ταξιδιώτης πήγε να ξαπλώσει κάτω από το πρόστεγο της γειτονικής εκκλησίας του Αγίου Διομήδη και δεν άργησε ν' αποκοιμηθεί βαθιά. Τη νύχτα, ο ηγούμενος του μοναστηριού από το οποίο εξαρτιόταν η εκκλησία ξύπνησε απότομα και άκουσε μια φωνή που του έλεγε: "Σήκω και πήγαινε ν' ανοίξεις την πόρτα της εκκλησίας στον αυτοκράτορα". Ο καλόγερος υπάκουσε, αλλά μη βλέποντας στην αυλή κανένα εκτός από ένα φτωχό διάβολο ντυμένο με κουρέλια, πίστεψε ότι είχε ονειρευτεί και ξανάπεσε για ύπνο. Τότε, για δεύτερη φορά, η φωνή τον ξύπνησε και του επανέλαβε την ίδια προτροπή. Και πάλι, αφού σηκώθηκε και δεν είδε τίποτα εκτός από τον κοιμισμένο άνδρα, γύρισε στο κρεβάτι του. Τότε, για τρίτη φορά, η φωνή, πιο επιτακτική, ήχησε μέσα στη σιωπή και ταυτόχρονα, για να μην αμφιβάλλει καθόλου ότι ήταν ξύπνιος, ο ηγούμενος δεχόταν μια μυστηριώδη και δυνατή γροθιά στα πλευρά. "Σήκω, πρόσταξε η φωνή, και άνοιξε να μπει αυτός που είναι ξαπλωμένος μπροστά στην πόρτα. Αυτός είναι ο αυτοκράτορας". Τρέμοντας ολόκληρος, ο άγιος άνθρωπος βγαίνει βιαστικά από το κελί του, κατεβαίνει και φωνάζει τον άγνωστο. "Ορίστε, κύριε, απαντάει ο άλλος καθώς τινάζεται. Τι προστάζεις τον δούλο σου;" Ο ηγούμενος τον καλεί να τον ακολουθήσει, τον βάζει να καθίσει στο τραπέζι του. Το πρωί τον βάζει να κάνει ένα λουτρό, του προσφέρει καινούργια ρούχα και καθώς ο έκπληκτος ταξιδιώτης δεν καταλαβαίνει το λόγο της τόσης φροντίδας, ο καλόγερος, κάτω από τη σφραγίδα του απορρήτου, του αποκαλύπτει το μυστήριο του μέλλοντός του και του ζητάει να είναι από δω και πέρα φίλος του και αδελφός του.
Μ' αυτή τη γραφική αφήγηση, που εκμεταλλεύτηκε πολύ έξυπνα ο Paul Adam στο μυθιστόρημά του Basile et Sophia, κάνει την είσοδό του στην ιστορία ο άνθρωπος που, την εποχή της βασιλείας της Θεοδώρας και του Μιχαήλ Γ' επρόκειτο να κυβερνήσει τόσο επιδέξια την τύχη του, ο Βασίλειος ο Μακεδών, που επρόκειτο να καθίσει λίγα χρόνια αργότερα την οικογένειά του στο θρόνο του Βυζαντίου.
Οι ιστορικοί που έζησαν στην αυλή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ', εγγονού του Βασιλείου, και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Ζ', προσπάθησαν φυσικά να κατασκευάσουν για τον ιδρυτή της δυναστείας μια ευπρεπή ή ακόμη και ένδοξη γενεαλογία. Κατά τα λεγόμενά τους ο ένδοξος βασιλεύς καταγόταν από τον πατέρα του από τον βασιλικό οίκο της Αρμενίας και συγγένευε από τη μητέρα του με τον Κωνσταντίνο και ακόμη και τον Μέγα Αλέξανδρο. Η αλήθεια φαίνεται ότι ήταν πολύ πιο ταπεινή. Ο Βασίλειος είχε γεννηθεί πολύ ταπεινά γύρω στο 812 από μία σκοτεινή οικογένεια χωρικών των περιχώρων της Αδριανούπολης, φτωχών αποίκων αρμενικής καταγωγής που οι περιστάσεις τους είχαν αναγκάσει να εγκατασταθούν στη Μακεδονία, που ο βουλγαρικός πόλεμος τους είχε καταστρέψει και που ο θάνατος του πατέρα, η τελευταία συμφορά, τους είχε αφήσει εντελώς χωρίς πόρους. Ο Βασίλειος, που απόμεινε το μοναδικό στήριγμα της μητέρας του και των αδελφών του ήταν τότε είκοσι πέντε ή είκοσι έξι χρόνων. Ήταν ένα ψηλό και δυνατό αγόρι με γερή γροθιά και στιβαρό παράστημα. Πυκνά σγουρά μαλλιά πλαισίωναν το ενεργητικό πρόσωπό του. Εντελώς αγράμματος — δεν ήξερε ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει — ήταν πάνω απ' όλα ένα ωραίο ανθρώπινο ζώο. Αυτό ήταν αρκετό για να κάνει την τύχη του.
Οι βυζαντινοί χρονογράφοι που αγαπούσαν πολύ το "θαυμαστό", διηγήθηκαν τους οιωνούς που ανήγγελλαν το μελλοντικό μεγαλείο του Βασιλείου: πώς, μια ωραία καλοκαιρινή ημέρα, που είχε αποκοιμηθεί στα χωράφια, ένας αετός που πετούσε πάνω από το παιδί το είχε σκεπάσει με τη σκιά των φτερών του, πώς η μητέρα του είχε δει στο όνειρό της να βγαίνει από το στήθος της ένα χρυσό δέντρο, φορτωμένο με άνθη και χρυσούς καρπούς, που γινόταν τεράστιο και σκίαζε ολόκληρο το σπίτι, και πώς, μια άλλη φορά, της είχε παρουσιαστεί σ' ένα όνειρο ο άγιος Ηλίας ο Θεσβίτης με τα χαρακτηριστικά ενός ψηλού γέρου με λευκή γενειάδα, που από το στόμα του έβγαιναν φλόγες και πώς ο προφήτης είχε ανατείλει στη μητέρα το υψηλό πεπρωμένο που περίμενε το γιο της. Η δεισιδαιμονία της βυζαντινής κοινωνίας χρωμάτιζε με τέτοια επεισόδια τη νεότητα των μεγάλων ανδρών και πίστευε ειλικρινά στην αξία αυτών των προβλέψεων. Στην πραγματικότητα ο Βασίλειος ο Μακεδών επρόκειτο ν' αναρριχηθεί με άλλα μέσα και άλλα προσόντα, με την εξυπνάδα του, με την αδίστακτη ενεργητικότητά του, με το γόητρο της δύναμής του και τέλος μέσω των γυναικών που γοητεύονταν από το αθλητικό σώμα του.
Στη φτωχή επαρχία της Μακεδονίας ο Βασίλειος, έχοντας την ευθύνη της οικογένειάς του, κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι η γεωργία δεν θα έφτανε για να θρέψει τον ίδιο και τους δικούς του και μπήκε αρχικά στην υπηρεσία του κυβερνήτη της επαρχίας. Αργότερα, ήρθε να αναζητήσει την τύχη του στην Κωνσταντινούπολη και εκεί οι περιστάσεις τον βοήθησαν πολύ. Ο ηγούμενος του Αγίου Διομήδη που τον είχε δεχθεί είχε έναν αδελφό που ήταν γιατρός. Αυτός είδε τον νεαρό στο μοναστήρι, τον βρήκε καλοφτιαγμένο και όμορφο και τον σύστησε σ' έναν από τους πελάτες του, συγγενή του αυτοκράτορα και του Βάρδα, που ονομαζόταν Θεόφιλος και που του είχαν δώσει το παρατσούκλι Θεοφιλίτζης (ο μικρός Θεόφιλος) εξαιτίας του μικρού αναστήματός του. Αυτός ο μικρόσωμος άνδρας είχε μια μανία: ήθελε να έχει στην υπηρεσία του άνδρες με ψηλό ανάστημα, ηράκλεια δύναμη, που τους έντυνε με υπέροχα μεταξωτά ρούχα και τίποτα δεν του έκανε μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το να παρουσιάζεται σε δημόσιους χώρους με τη συνοδεία του από γίγαντες. Μόλις του μίλησαν για τον Βασίλειο θέλησε να τον δει και, γοητευμένος από την εμφάνισή του, τον προσέλαβε αμέσως για να φροντίζει τα άλογά του και του έδωσε το παρατσούκλι "Κεφάλας” - το "δυνατό κεφάλι”.
Επί πολλά χρόνια ο Βασίλειος έμεινε στο σπίτι του Θεοφιλίτζη και σ' αυτό το διάστημα είχε μια περιπέτεια που εξασφάλισε οριστικά την τύχη του.
Όταν ο κύριός του στάλθηκε σε αποστολή στην Ελλάδα, ο Βασίλειος τον συνόδευσε με την ιδιότητα του σταβλίτη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, όμως, αρρώστησε και αναγκάστηκε να μείνει στην Πάτρα. Εκεί γνώρισε τη Δανιηλίδα. Η Δανιηλίς ήταν μια πλούσια χήρα, λίγο ώριμη. Όταν τη γνώρισε ο Βασίλειος είχε ένα μεγάλο γιο και φαίνεται ότι ήταν και γιαγιά. Είχε όμως τεράστια περιουσία "μια περιουσία άξια για βασιλιά μάλλον παρά για ιδιώτη” όπως λέει ο χρονογράφος. Είχε χιλιάδες δούλους, απέραντα χτήματα, αναρίθμητα κοπάδια, εργοστάσια όπου γυναίκες ύφαιναν για λογαριασμό της υπέροχα μεταξωτά, θαυμάσια χαλιά, εξαιρετικά φίνα λινά υφάσματα. Το σπίτι της ήταν γεμάτο πολυτελή ασημένια και χρυσά σκεύη. Τα μπαούλα της ήταν γεμάτα υπέροχα ρούχα. Οι κάσες της ξεχείλιζαν από ράβδους πολύτιμων μετάλλων. Ήταν ιδιοκτήτρια ενός μεγάλου μέρους της Πελοποννήσου και κατά τα λεγόμενα ενός ιστορικού φαινόταν πραγματικά "η βασίλισσα της περιοχής". Αγαπούσε την πολυτέλεια, την επίδειξη. Όταν ταξίδευε, δεν χρησιμοποιούσε άρμα ή άλογο, αλλά είχε ένα φορείο και τριακόσιοι νεαροί δούλοι τη συνόδευαν και τη μετέφεραν εκ περιτροπής. Της άρεσαν επίσης οι ωραίοι άνδρες και έτσι ο Βασίλειος τράβηξε το ενδιαφέρον της. Μήπως πρέπει να σκεφτούμε ότι κι αυτή, όπως λένε οι δεισιδαίμονες χρονογράφοι, προαισθανόταν το ένδοξο μέλλον του Μακεδόνα; Τείνω μάλλον να πιστεύω ότι η συμπάθειά της οφειλόταν σε πιο υλικούς λόγους. Το γεγονός είναι ότι τον δέχθηκε καλά στο σπίτι της και όταν τελικά ο Βασίλειος αναγκάστηκε να φύγει, του έδωσε χρήματα, ωραία ρούχα, τριάντα δούλους για να τον υπηρετούν. Μ' αυτά ο φτωχός διάβολος έγινε μεγάλος άρχοντας, μπόρεσε να αποκτήσει κάποια θέση στην κοινωνία και να αγοράσει χτήματα στη Μακεδονία.
Δεν επρόκειτο να ξεχάσει ποτέ την ευεργέτισσά του. Όταν, είκοσι χρόνια αργότερα, ανέβηκε στο θρόνο, η πρώτη φροντίδα του ήταν να δώσει στο γιο της Δανιηλίδας ένα υψηλό αξίωμα και στη συνέχεια κάλεσε τη γηραιά κυρία "που, όπως λένε, είχε φλογερή επιθυμία να ξαναδεί τον αυτοκράτορα” να τον επισκεφθεί στην πρωτεύουσα. Τη δέχθηκε σαν ηγεμονίδα στο ανάκτορο της Μαγναύρας και της έδωσε επίσημα τον τίτλο της βασιλομήτορος. Από την πλευρά της η Δανιηλίδα, πάντα απλόχερη, είχε φέρει μαζί της πολύτιμα δώρα για τον παλιό της φίλο. Του πρόσφερε πεντακόσιους δούλους, εκατό ευνούχους, εκατό εξαιρετικά ικανές κεντήστρες, υπέροχα υφάσματα και πολλά άλλα. Έκανε και κάτι περισσότερο. Εκείνη την εποχή ο Βασίλειος έχτιζε τη Νέα Εκκλησία. θέλησε να συμμετάσχει σ' αυτό το ευσεβές έργο βάζοντας να υφάνουν στα εργοστάσιά της στην Πελοπόννησο τάπητες προσευχής που θα σκέπαζαν ολόκληρο το δάπεδο της βασιλικής. Ύστερα γύρισε στην Πάτρα. Κάθε χρόνο όμως, όσο ζούσε ο Βασίλειος, έφταναν από την Ελλάδα πολυτελή δώρα που του έστελνε η παλιά του φίλη. Και όταν πέθανε, πριν από εκείνη, αυτή μετέφερε στα παιδιά του ηγεμόνα την αγάπη που είχε δείξει στον πατέρα τους. Ήρθε μια ακόμη φορά στην Κωνσταντινούπολη για να τον δει και με τη διαθήκη της τον έκανε καθολικό κληρονόμο της. Όταν ο αυτοκρατορικός απεσταλμένος, που είχε επιφορτιστεί με τη σύνταξη της απογραφής της κληρονομιάς, έφτασε στο σπίτι της Δανιηλίδας, έμεινε κατάπληκτος από τον πλούτο του. Εκτός από τα μετρητά, τα κοσμήματα, τα πολύτιμα σκεύη, τους χιλιάδες δούλους, ο αυτοκράτορας απελευθέρωσε τρεις χιλιάδες απ' αυτούς και τους έστειλε ως άποικους στη Νότιο Ιταλία ο βασιλεύς κληρονόμησε περισσότερα από είκοσι τέσσερα χτήματα. Βλέπουμε ποιος ήταν κατά τον 9ο αιώνα ο πλούτος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, τι τεράστιες περιουσίες κατείχαν οι μεγάλες οικογένειες της αριστοκρατίας της επαρχίας, που έπαιξαν τόσο μεγάλο ρόλο στην ιστορία της μοναρχίας. Αλλά δεν είναι κυρίως μια περίεργη και "πικάντικη" μορφή αυτή η γηραιά κυρία, που η προσεκτικά καλλιεργημένη φιλία της ήταν τόσο χρήσιμη για τον οίκο της Μακεδονίας
Όταν γύρισε από την Πάτρα στην Κωνσταντινούπολη, ο Βασίλειος είχε ξαναμπεί στην υπηρεσία του Θεοφιλίτζη, όταν ένα απρόβλεπτο περιστατικό τον έφερε κοντά στον αυτοκράτορα. Μια ημέρα ο εξάδελφος του Μιχαήλ Γ', ο πατρίκιος Αντίγονος, γιος του Βάρδα, έδινε ένα δείπνο προς τιμήν του πατέρα του. Είχε καλέσει πολλούς φίλους του, συγκλητικούς, μεγάλες προσωπικότητες και τους Βούλγαρους πρέσβεις που παρεπιδημούσαν στο Βυζάντιο. Σύμφωνα με το έθιμο των βυζαντινών συμποσίων, παλαιστές ήρθαν την ώρα του επιδορπίου να διασκεδάσουν τους συνδαιτυμόνες με τις ασκήσεις τους. Τότε, με τη συνηθισμένη τους αλαζονεία και ίσως επηρεασμένοι λίγο από το γεύμα, οι Βούλγαροι άρχισαν να επαινούν έναν αθλητή της χώρας τους, δηλώνοντας ότι ήταν ακατανίκητος και θα νικούσε oποιονδήποτε. Οι παρευρισκόμενοι πήραν τα λόγια τους κατά γράμμα και πράγματι ο βάρβαρος πρωταθλητές νίκησε όλους τους αντιπάλους του. Οι Βυζαντινοί ήταν πολύ ταπεινωμένοι, και ενοχλήθηκαν ακόμη περισσότερο όταν ο Θεοφιλίτζης, που παρευρισκόταν στο δείπνο, είπε: "Έχω στην υπηρεσία μου έναν άνθρωπο που, αν το επιθυμείτε, θα παλέψει με τον περίφημο Βούλγαρό σας. Γιατί θα ήταν πραγματικά λίγο ντροπή για τους Ρωμαίους αν αυτός ο ξένος γύριζε στο σπίτι του χωρίς να έχει βρει το δάσκαλό του". Εκείνοι δέχονται. Καλούν τον Βασίλειο. Σκεπάζουν προσεκτικά με άμμο το δάπεδο της αίθουσας για να φτιάξουν ένα καλό αγωνιστικό χώρο και ο αγώνας αρχίζει. Με στιβαρό μπράτσο, ο Βούλγαρος προσπαθεί να σηκώσει τον Βασίλειο από το έδαφος και να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του, αλλά, ακόμη πιο δυνατός, ο Βυζαντινός τον σηκώνει στον αέρα, τον κάνει να πάρει στροφή γύρω απ' τον εαυτό του και μ' ένα επιδέξιο χτύπημα, που ήταν πολύ διάσημο τότε στις παλαίστρες, ρίχνει στο έδαφος τον αντίπαλό του, λιπόθυμο και αρκετά στραπατσαρισμένο.
Αυτό το κατόρθωμα είχε κάνει τους ανθρώπους της αυλής να προσέξουν τον Μακεδόνα. Μερικές ημέρες αργότερα, ο αυτοκράτορας πήρε σαν δώρο από έναν διοικητή επαρχίας ένα πολύ ωραίο άλογο και θέλησε αμέσως να το δοκιμάσει. Όταν όμως o ηγεμόνας πλησίασε το ζώο και θέλησε να του ανοίξει το στόμα για να εξετάσει τα δόντια του, το ζώο αντέδρασε τόσο έντονα ώστε ούτε ο ηγεμόνας ούτε οι σταβλίτες του δεν μπορούσαν να το κάνουν καλά. Ο Μιχαήλ Γ' ήταν πολύ δυσαρεστημένος, όταν ο υποχρεωτικός Θεοφιλίτζης επενέβη: "Μεγαλειότατε", είπε, "έχω στο σπίτι μου έναν άνθρωπο που είναι πολύ επιδέξιος με τα άλογα. Αν η Μεγαλειότητά σας θέλει να τον δει, ονομάζεται Βασίλειος". Καλούν αμέσως στο παλάτι τον Μακεδόνα και τότε, σύμφωνα με την έκφραση ενός ιστορικού, "σαν άλλος Αλέξανδρος μ' έναν άλλο Βουκεφάλα, όπως ο Βελεροφόντης με τον Πήγασο", εκείνος πηδάει πάνω στη ράχη του ζώου και σε λίγες στιγμές το δαμάζει απόλυτα. Ο βασιλεύς ήταν γοητευμένος. Δεν ησύχασε ώσπου ο Θεοφιλίτζης του παραχώρησε αυτόν τον ωραίο νέο που ήταν τόσο καλός σταβλίτης και τόσο δυνατός παλαιστής. Και πολύ υπερήφανος για το απόκτημά του, πήγε να παρουσιάσει τον Βασίλειο στη μητέρα του Θεοδώρα: "Ελάτε να δείτε τι ωραίο αρσενικό βρήκα”, της έλεγε. Όμως η αυτοκράτειρα, αφού κοίταξε για πολλή ώρα τον καινούργιο ευνοούμενο του γιου της, αρκέστηκε να πει θλιμμένα. "Μακάρι να μην είχα δει ποτέ αυτό τον άνθρωπο! Αυτός θα καταστρέψει την οικογένειά μας".
Η Θεοδώρα είχε δίκιο. Αυτός ο αθλητής που ήξερε ν' αρέσει στις γυναίκες θα έδειχνε ότι ήταν ικανός και για άλλα πράγματα. Γύρω στο 856 μπήκε στην υπηρεσία του Μιχαήλ Γ'. Έντεκα χρόνια αργότερα ήταν αυτοκράτορας.
Τη στιγμή που ο Βασίλειος έφτανε στην αυλή, ο Βάρδας, ο θείος του βασιλέως, είχε αρχίσει να γίνεται παντοδύναμος. Η δολοφονία του Θεόκτιστου και η αποχώρηση της Θεοδώρας τον έκαναν πολύ σύντομα πραγματικό αρχηγό της κυβέρνησης. Διαδοχικά ως μάγιστρος και δομέστικος των σχολών, αργότερα κουροπαλάτης και τέλος σχεδόν συναυτοκράτορας με τον τίτλο του Καίσαρα, βασίλευε στο όνομα του Μιχαήλ Γ'.
Παρά τα ελαττώματά του, ο Βάρδας ήταν ανώτερος άνθρωπος. Πολύ φιλόδοξος, διψώντας με πάθος για δύναμη, πλούτο και πολυτέλεια, ήταν ωστόσο καλός διαχειριστής, αυστηρός κριτής και αδιάφθορος υπουργός. Κι έτσι, παρά την έλλειψη ηθικών δισταγμών και τη βαθιά ανηθικότητά του είχε γίνει πολύ δημοφιλής. Πολύ έξυπνος, αγαπούσε τα γράμματα, ενδιαφερόταν για τις επιστήμες. Σ' αυτόν ανήκει η τιμή της ίδρυσης του διάσημου πανεπιστημίου της Μαγναύρας όπου κάλεσε τους πιο φημισμένους δασκάλουςτης εποχής του. Τα μαθήματα που διδάσκονταν εκεί ήταν η γραμματική, η φιλοσοφία, η γεωμετρία, η αστρονομία και, για να ενθαρρύνει τον ζήλο των καθηγητών και των μαθητών, ο Βάρδας έκανε συχνές και προσεκτικές επιθεωρήσεις στη σχολή. Μεταξύ των φίλων του συγκαταλεγόταν ο διάσημος Λέων ο Θεσσαλονικεύς, εξέχων μαθηματικός, φημισμένος φιλόσοφος και γιατρός, ένα από τα μεγαλύτερα πνεύματα του 9ου αιώνα που, όπως όλοι οι μεγάλοι σοφοί του μεσαίωνα, είχε μεταξύ των συγχρόνων του μια πολύ κακή φήμη μάντη και μάγου. Εξάλλου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Βάρδας σκανδάλιζε την πόλη και την αυλή. Διατηρούσε πολύ ύποπτες σχέσεις με τη νύφη του και αυτή ήταν η αρχική αιτία της σοβαρής σύγκρουσης που ξέσπασε ανάμεσα στον λεγάτο και τον πατριάρχη Ιγνάτιο, όταν ο ιεράρχης πίστεψε ότι έπρεπε να απαγορεύσει στον πανίσχυρο αντιβασιλέα την είσοδο στην Αγία Σοφία, Γενικά όμως ακόμη και οι εχθροί του Βάρδα είναι υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουν τις υψηλές αρετές του. Κατά την περίοδο της διοίκησής του σημειώθηκαν σημαντικές επιτυχίες κατά των Αράβων, η τολμηρή επίθεση που επιχείρησαν οι Ρώσοι κατά της Κωνσταντινουπόλεως αποκρούσθηκε σθεναρά και κυρίως, με τη βοήθεια του πατριάρχη Φωτίου, διαδόχου του Ιγνάτιου, ο Βάρδας είχε τη δόξα να οργανώσει το μεγάλο έργο των χριστιανικών ιεραποστολών, που έφερε το Ευαγγέλιο στους Μοράβους και τους Βουλγάρους. Κάτω από την προστασία του ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, οι απόστολοι των Σλάβων, ξεκίνησαν το μεγάλο έργο με το οποίο μια ολόκληρη φυλή προσηλυτίστηκε στην ορθοδοξία.
Ενόσω ο Καίσαρ κυβερνούσε ο αυτοκράτορας συνέχιζε τις τρέλες του. Σπαταλούσε σε γελοία έξοδα τα χρήματα που είχαν μαζέψει οι γονείς του. Ξάφνιαζε και σοκάριζε την πρωτεύουσα με την ξέφρενη αγάπη του για τις ιπποδρομίες και τα άλογα. Είχε βάλει να χτίσουν ένα θαυμάσιο στάβλο, διακοσμημένο σαν ανάκτορο με τα πιο πολύτιμα μάρμαρα και ήταν πιο υπερήφανος γι' αυτόν απ' όσο ο Ιουστινιανός για την κατασκευή της Αγίας Σοφίας Συναναστρεφόταν τους αμαξάδες, γεμίζοντάς τους χρυσάφι και βαφτίζοντας τα παιδιά τους ο ίδιος, με στολή αμαξά, προέδρευε στους αγώνες του Ιπποδρόμου. Και συχνά, στην ιδιωτική πίστα των ανακτόρων του Αγίου Μάμαντος έτρεχε και ο ίδιος, υποχρεώνοντας τους ανώτερους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας να τον μιμούνται και να παίρνουν τα χρώματα του ιπποδρόμου για να διεκδικήσουν το βραβείο. Και με πολύ σκανδαλώδη τρόπο, μια εικόνα της Παρθένου, καθισμένη στον αυτοκρατορικό θρόνο, κρατούσε τη θέση του βασιλέως και προέδρευε στη γιορτή.
Όταν ο Μιχαήλ Γ' διασκέδαζε δεν ήθελε να τον ενοχλούν για κανένα λόγο. Μια ημέρα που βρισκόταν στον Ιππόδρομο, του ανήγγειλαν ότι οι Άραβες είχαν εισβάλει στις ασιατικές επαρχίες και ενώ ο αγγελιαφόρος του δομέστικου των σχολών περίμενε ανήσυχος, όρθιος μπροστά στον αυτοκράτορα, τις διαταγές του, ξαφνικά ο ηγεμόνας αναφώνησε: "Μα τι θράσος να έρχεστε να μου μιλήσετε γι' αυτά τα πράγματα όταν είμαι απασχολημένος με μια πολύ σημαντική ιπποδρομία και πρέπει να δω αν το δεξιό άρμα δεν θα σπάσει στη στροφή". Ανάμεσα στα σύνορα της Κιλικίας και στην πρωτεύουσα υπήρχε ένα σύστημα σημάτων φωτιάς, ένα είδος οπτικού τηλεγράφου που επέτρεπε να ειδοποιούν αμέσως για τις εισβολές των μουσουλμάνων: ο Μιχαήλ Γ' έβαλε να το καταστρέψουν με το επιχείρημα ότι αυτός πρόσφερε κατά τις γιορτινές ημέρες διασκεδάσεις στο λαό και ότι τα κακά νέα που μεταδίδονταν μ' αυτό τον τρόπο εμπόδιζαν τους θεατές να απολαύσουν πλήρως την ευχαρίστηση των αγώνων, γεμίζοντάς τους θλίψη. Ξέρουμε ήδη τις κραιπάλες και τα αστεία που επινοούσε μαζί με τη συνοδεία του από γελωτοποιούς και κομπάρσους, γνωρίζουμε την αγάπη του για το ποτό που του χάρισε στην ιστορία το προσωνύμιο Μιχαήλ ο Μέθυσος και πώς, όταν είχε πιει, μη ξέροντας πια καλά τι έλεγε, διέταζε αδιάφορα εξαιρέσεις ή επινοούσε τις χειρότερες τρέλες. Ο μοναδικός τρόπος για να του φανεί κανείς αρεστός ήταν να συμμετέχει σ' αυτές τις παράξενες διασκεδάσεις και όλοι οι άνθρωποι της αυλής έσπευδαν να το κάνουν. Διηγούνται ότι και ο ίδιος ο πατριάρχης Φώτιος έβρισκε πολύ αστείες τις διασκεδάσεις του αυτοκράτορα και του έκανε ευχαρίστως συντροφιά στο τραπέζι, πίνοντας περισσότερο κι από τον ίδιο. Εν πάση περιπτώσει, ο Βασίλειος είχε καταλάβει πολύ γρήγορα πως εδώ υπήρχε ένας τρόπος για να σπρώξει την τύχη του.
Επιτήδεια, προσφερόταν σε όλα, συναινούσε σε όλα και επωφελούταν από τα πάντα. Το 856 η θέση του μεγάλου σταβλίτη έμεινε κενή γιατί ο κάτοχός της είχε συνωμοτήσει κατά του αυτοκράτορα: η θέση δόθηκε στον Βασίλειο. Το 862, ο μέγας θαλαμηπόλος Δαμιανός, ο παλιός φίλος του Βάρδα, καθαιρέθηκε γιατί είχε δείξει έλλειψη σεβασμού προς τον Καίσαρα, με τον οποίο είχε τσακωθεί. Ο Βασίλειος τον διαδέχθηκε σ' αυτή την έμπιστη θέση που έφερνε όποιον την κατείχε πολύ κοντά στον ηγεμόνα. Εξάλλου, ο Μιχαήλ Γ' λάτρευε τον ευνοούμενό του.
Έλεγε σε όποιον ήθελε να τον ακούσει ότι μόνο ο Μακεδόνας ήταν πραγματικά αφοσιωμένος και πιστός υπηρέτης του. Έτσι τον έκανε πατρίκιο και τελικά τον πάντρεψε. Στην πραγματικότητα ο Βασίλειος είχε ήδη μία σύζυγο, που καταγόταν από τη Μακεδονία όπως και ο ίδιος και ονομαζόταν Μαρία. Ο βασιλεύς τον υποχρέωσε να χωρίσει και η Μαρία στάλθηκε πίσω στην πατρίδα της με μερικά χρήματα.Ύστερα, ο ηγεμόνας πάντρεψε τον φίλο του με την ερωμένη του Ευδοκία Ιγγηρίνα.
Ήταν μια πολύ ωραία γυναίκα, της οποίας ο Μιχαήλ ήταν εραστής εδώ και πολλά χρόνια και την αγαπούσε πάντα. Έτσι όρισε, καθώς την αποκαθιστούσε, ότι θα τη διατηρούσε ως ερωμένη και το συμβόλαιο τηρήθηκε τόσο καλά ώστε οι ανεξάρτητοι χρονογράφοι αποδίδουν χωρίς περιστροφές στον αυτοκράτορα την πατρότητα των δύο πρώτων παιδιών του Βασιλείου. Οι συγγραφείς της αυλής, πιο διακριτικοί φυσικά σε τόσο λεπτά ζητήματα, επαινούσαν όχι μόνο την ομορφιά και τη χάρη της Ευδοκίας αλλά και τη φρονιμάδα και την αρετή της. Η επιμονή τους σ' αυτό δείχνει ότι υπήρχε εδώ ένα οδυνηρό σημείο, λίγο ενοχλητικό για τον οίκο της Μακεδονίας. Μόνο ο Βασίλειος φαίνεται ότι προσαρμόστηκε χωρίς κόπο σ' αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Εξάλλου, είχε κάποια παρηγοριά. Ήταν εραστής της Θέκλας, αδελφής του αυτοκράτορα και ο Μιχαήλ Γ' έκλεινε τα μάτια σ' αυτό το δεσμό, όπως ο Βασίλειος έκλεινε τα μάτια στη μοιχεία της γυναίκας του. Και ήταν το ωραιότερο "τετράγωνο" που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Φυσικά, ο Βασίλειος δεν έδειχνε τέτοια συγκαταβατικότητα για το τίποτα. Σ' αυτό τον μακεδόνα τυχοδιώκτη, τόσο καλό αυλικό και τόσο ευέλικτο, o Βάρδας διέκρινε τη λανθάνουσα φιλοδοξία που προετοίμαζε το δρόμο του. "Κυνήγησα την αλεπού, έλεγε στους οικείους του μετά την πτώση του Δαμιανού. Στη θέση της όμως έβαλα ένα λιοντάρι, που θα μας κατασπαράξει όλους". Και πραγματικά, μια βίαιη πάλη άρχισε σε λίγο ανάμεσα στον ευνοούμενο και τον υπουργό. Ο Βασίλειος προσπαθούσε να πείσει τον αυτοκράτορα ότι ο Καίσαρ επιβουλευόταν τη ζωή του, αλλά ο Μιχαήλ γελούσε απλώς μ' αυτές τις παράλογες κατηγορίες. Τότε, για να πετύχει τους σκοπούς του, ο δολοπλόκος Μακεδόνας αναζήτησε ένα συνένοχο. Πλησίασε τον Συμβάτιο, τον ίδιο το γαμπρό του Βάρδα και δίνοντας τους πιο φοβερούς όρκους για να γίνει πιστευτός, τον πληροφόρησε ότι o αυτοκράτορας, που τον είχε σε μεγάλη εκτίμηση, ήθελε το καλό του, αλλά μόνο ο πεθερός του ήταν αντίθετος στη νόμιμη προαγωγή του. Μετά, στράφηκε και πάλι στον αυτοκράτορα και για να υποστηρίξει τα λεγόμενά του επικαλέστηκε τη μαρτυρία του Συμβατίου ο οποίος, ξεγελασμένος και έξω φρενών δεν δίστασε καθόλου να ορκιστεί μαζί με τον Βασίλειο ότι ο Βάρδας συνωμοτούσε. Κλονισμένος από αυτές τις δηλώσεις, ο Μιχαήλ Γ' δέχθηκε σιγά-σιγά την ιδέα να ενεργήσει κατά του υπουργού. Όμως, ο Καίσαρ ήταν ισχυρός. Στην Κωνσταντινούπολη τον σέβονταν όσο τον αυτοκράτορα και περισσότερο ακόμη. Μέσω του γιου του Αντίγονου, γενικού διοικητή της φρουρά, επηρέαζε τα στρατεύματα της πρωτεύουσας. Το να επιχειρήσει κανείς κάτι εναντίον του στο Βυζάντιο σήμαινε εκ των προτέρων καταδίκη σε αποτυχία. Για να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία έπρεπε να απομακρύνουν τον Βάρδα από τους οπαδούς του. Έπεισαν λοιπόν τον αυτοκράτορα να αναγγείλει μία εκστρατεία στην Ασία κατά των Αράβων: υποχρεωμένος να συνοδεύσει τον βασιλέα, ο Βάρδας θα έπεφτε ανυπεράσπιστος στα χέρια των εχθρών του.
Ο Καίσαρ είχε πληροφορηθεί όλες αυτές τις δολοπλοκίες και οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του τον συμβούλευαν να αμυνθεί, να δηλώσει ότι δεν θα ακολουθούσε τον αυτοκράτορα στο στράτευμα. Φυσικά οι δεισιδαίμονες ψυχές ανακάλυπταν κάθε είδους κακούς οιωνούς που ανήγγελλαν το προσεχές τέλος του υπουργού. Διηγούνται ότι στην εκκλησία, καθώς ήταν απορροφημένος στις προσευχές του, αισθάνθηκε ξαφνικά ένα αόρατο χέρι να του βγάζει τον τελετουργικό μανδύα από τους ώμους. Ερμήνευαν με ανησυχητικό τρόπο το απροσδόκητο δώρο που του είχε στείλει η αδελφή του Θεοδώρα: ήταν ένα ένδυμα κεντημένο με χρυσές πέρδικες που αποδείχθηκε ότι δεν ήταν αρκετά μακρύ. Οι μάντεις συμφωνούσαν ότι η πέρδικα σημαίνει προδοσία και ότι το πολύ κοντό ρούχο έδειχνε επικείμενο θάνατο. Ο ίδιος ο Βάρδας έβλεπε ανησυχητικά όνειρα. Έβλεπε ότι έμπαινε στην Αγία Σοφία στο πλευρό του αυτοκράτορα, μια ημέρα επίσημης λιτανείας και στην κόγχη της εκκλησίας έβλεπε ξαφνικά τον άγιο Πέτρο καθισμένο σ' ένα θρόνο ανάμεσα στους αγγέλους και στα πόδια του τον πατριάρχη Ιγνάτιο να ζητάει δικαιοσύνη ενάντια στους διώκτες του. Και ο απόστολος, τείνοντας μια ρομφαία σ' έναν υπηρέτη ντυμένο στα χρυσά, έβαζε τον αυτοκράτορα να περάσει δεξιά του και τον Καίσαρα αριστερά του και διέταζε να τον χτυπήσουν με το ξίφος. Ο Βάρδας ήταν όμως πολύ έξυπνος, πολύ ισχυρό πνεύμα για να δώσει μεγάλη σημασία σ' αυτά τα επεισόδια. Τόσο ο αυτοκράτορας όσο και ο ευνοούμενός του έκαναν κάθε προσπάθεια για να ξανακερδίσουν την εμπιστοσύνη του και να τον παρασύρουν πιο σίγουρα στην παγίδα. Πριν από την αναχώρηση και οι δύο πήγαν με τον Καίσαρα στην εκκλησία της Αγίας Μαρίας της Χαλκοπρατίας και εκεί, παρουσία του Πατριάρχη Φωτίου, που δέχθηκε τον όρκο τους, ορκίστηκαν και οι δύο στο αίμα του Χριστού ότι ο Βάρδας δεν είχε τίποτα να φοβηθεί απ' αυτούς Σχεδόν πεπεισμένος, ο αντιβασιλέας αποφάσισε να φύγει με την αυλή: ο Βασίλειος, τρεις φορές επίορκος, είχε πετύχει τους σκοπούς του.
Οι χρονογράφοι που διάκεινται ευνοϊκά προς τη μακεδονική δυναστεία έκαναν τα πάντα για να απαλλάξουν τον Βασίλειο από το φόνο του Βάρδα, και προσπάθησαν να δείξουν ότι δεν έπαιξε κανένα ρόλο σ' αυτό το σοβαρό γεγονός. Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Ο στρατός και η αυλή είχαν περάσει στην Ασία. Ο Βασίλειος, με τους συνωμότες, τους αδελφούς του, συγγενείς του, στενούς φίλους του που είχε προσεταιριστεί στο σχέδιό του, ήταν έτοιμος να ενεργήσει μόλις ο αυτοκράτορας του έδινε τη σχετική διαταγή. Και, για να βιάσουν την κατάσταση, οι συνωμότες και ο ίδιος ερέθιζαν την κακή θέληση του Μιχαήλ κατά του θείου του, υπογράμμιζαν την αναίδεια του Καίσαρα, του οποίου η σκηνή είχε τοποθετηθεί σ' ένα λόφο που δέσποζε του αυτοκρατορικού περιπτέρου. Ο Βάρδας γνώριζε τα πάντα για τη συνωμοσία που εξυφαινόταν. Δείχνοντας όμως μια ωραία περιφρόνηση για τον κίνδυνο, θεωρούσε ανοησίες τις προειδοποιήσεις των φίλων του και, έχοντας εμπιστοσύνη στη μεγαλοφυΐα του, πίστευε ότι οι εχθροί του δεν θα τολμούσαν. Για να εντυπωσιάσει ακόμη περισσότερο, φόρεσε ένα πολυτελές ένδυμα και, έφιππος, με πολυάριθμη ακολουθία, πήγε νωρίς το πρωί, όπως το συνήθιζε, στην αυτοκρατορική ακρόαση. Ο Βασίλειος τον περίμενε. Με την ιδιότητα του μεγάλου θαλαμηπόλου ήταν επιφορτισμένος να υποδεχθεί τον Καίσαρα και να τον οδηγήσει, κρατώντας τον από το Χέρι, στον βασιλέα. Όταν μπήκε στη σκηνή, ο Βάρδας κάθισε δίπλα στον ηγεμόνα και η συζήτηση άρχισε. Τότε μ' ένα βλέμμα ο Μιχαήλ έδειξε στους πιστούς του ότι η στιγμή είχε έρθει. Σ' αυτό το σινιάλο ο λογοθέτης Συμβάτιος βγαίνει από το αυτοκρατορικό περίπτερο και χαράζοντας στο πρόσωπό του το σημείο του σταυρού, ειδοποιεί μ' αυτή την προσυμφωνημένη κίνηση τους δολοφόνους και τους οδηγεί στο βάθος της σκηνής. Ήδη ο Βασίλειος, όρθιος πίσω από τον Βάρδα και συγκρατώντας με κόπο τον εαυτό του, έκανε απειλητικές κινήσεις προς το μέρος του υπουργού, όταν ξαφνικά ο Καίσαρ γύρισε και κατάλαβε. Νιώθοντας ότι είναι χαμένος, ρίχνεται στα πόδια του Μιχαήλ και τον ικετεύει να τον σώσει. Αλλά ο Βασίλειος πιάνει το ξίφος του. Σ' αυτό το σινιάλο οι συνωμότες ορμούν και κάτω από τα μάτια του απαθούς ή ανίκανου να αντιδράσει αυτοκράτορα, κομμάτιασαν τον άτυχο Καίσαρα. Η μανία τους ήταν τόση ώστε μόλις μπόρεσαν να μαζψουν μερικά άμορφα κομμάτια από το ματωμένο πτώμα του, που θάφτηκαν στο ίδιο μοναστήρι της Γαστρίας όπου είχε υποχρεωθεί κάποτε να αποσυρθεί η Θεοδώρα κατά διαταγή του αδελφού της.
Η επίσημη εκδοχή που είναι φανερό ότι δημιουργήθηκε για να δικαιολογήσει αυτή τη άναντρη δολοφονία, βεβαίωνε ότι οι συνωμότες, μετά από πολλούς δισταγμούς, είχαν ενεργήσει με μοναδικό σκοπό να σώσουν την απειλούμενη ζωή του αυτοκράτορα και ότι στην αναταραχή που είχε ακολουθήσει μετά το φόνο, ο Μιχαήλ Γ' είχε διατρέξει σοβαρότατους κινδύνους. Όμως αυτό το παραμύθι δεν ξεγέλασε κανέναν. Μπορεί ο πατριάρχης Φώτιος, καλός αυλικός, να έσπευσε να συγχαρεί τον αυτοκράτορα για τη διάσωσή του από τόσο μεγάλους κινδύνους αλλά ο λαός, πιο ειλικρινής και έχοντας αγαπήσει τον Βάρδα, φώναζε στο πέρασμα του ηγεμόνα: "Έκανες καλό ταξίδι, βασιλέα, εσύ που μόλις σκότωσες τον συγγενή σου και έχυσες το αίμα των οικείων σου. Αλίμονό σου! Αλίμονό σου!”
Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ , CHARLES DIEHL