| Η πρώτη σελίδα του "Εμπρός" της 6ης Ιανουαρίου 1948, αφιερωμένη στη μάχη της Κόνιτσας |
Λίγες ημέρες αργότερα ξεκίνησε και μια νέα διείσδυση μονάδων του ΔΣΕ, αυτή τη φορά προς την πλευρά της Μουργκάνας, της οροσειράς της Θεσπρωτίας που μπορούσε να υποστηρίξει τη δυνατότητα ανταρτοπολέμου. Ταυτοχρόνως οι αντάρτες κινήθηκαν και προς τις περιοχές Σουλίου και Πωγωνίου, δημιουργώντας επιπρόσθετα προβλήματα στις μονάδες του Εθνικού Στρατού. Το επίκεντρο όμως της όλης ενέργειας παρέμενε η περιοχή της Μουργκάνας, η οποία επρόκειτο να χρησιμεύσει ως ισχυρό προγεφύρωμα εν όψει της αναμενόμενης μεγάλης επίθεσης στην πόλη που θα αποτελούσε το «μήλον της έριδος» στη συγκυρία-δηλαδή την Κόνιτσα. Για την επιτυχία του εγχειρήματος χρησιμοποιήθηκαν οι μονάδες του Αρχηγείου Ηπείρου του ΔΣΕ, που είχε ανασυγκροτηθεί το αμέσως προηγούμενο διάστημα. Στο Αρχηγείο Ηπείρου τοποθετήθηκε στρατιωτικός διοικητής o Βασίλης Γκανάτσιος (Χείμαρρος). Τον πλαισίωναν ο Κώστας Κολιγιάννης (Παύλος Αρβανίτης) ως πολιτικός επίτροπος και ο Γιώργος Καλλιανέσης (Μεσσήνης) ως επιτελάρχης του Αρχηγείου. Επρόκειτο για μια δύσκολη αποστολή, καθώς οι αποστάσεις που θα έπρεπε να διανυθούν ήταν μεγάλες, και σε σημαντικό βαθμό εντός περιοχών ελεγχόμενων από τον αντίπαλο. Η εξόρμηση ξεκίνησε από την περιοχή Ζαγορίων στα τέλη Νοεμβρίου 1947, και το σχέδιο προέβλεπε την ύπαρξη δύο λαβίδων, δηλαδή την προσέγγιση του στόχου τόσο από την περιοχή Πωγωνίου όσο και από την περιοχή του Καλαμά. Παρά το γεγονός ότι υπήρξαν και αποτυχίες, κυρίως στην επίθεση εναντίον της Ζίτσας, n επιχείρηση ολοκληρώθηκε με επιτυχία με την κατάληψη των χωριών της οροσειράς της Μουργκάνας. Σημαντική ενίσχυση σε υλικό και τροφοδοσία απέδωσε η νίκη του ΔΣΕ στο Δελβινάκι και η κατάληψη της κωμόπολης.
Ταυτοχρόνως στρατολογήθηκαν και νέοι της περιοχής στον ΔΣΕ, με σημαντική παρουσία νεαρών κοριτσιών ανάμεσά τους. Το γεγονός αυτό καθαυτό προξένησε την έντονη αντίδραση του κυβερνητικού στρατοπέδου αλλά και της Εκκλησίας, καθώς ο χώρος βρισκόταν υπό την κοινωνική επιρροή του Μητροπολίτη Ιωαννίνων (και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών) Σπυρίδωνα. Παρ' όλα αυτά η εδραίωση του στα χωριά της περιοχής υπήρξε εντυπωσιακή και για έναν πρόσθετο λόγο, δηλαδή τον προσανατολισμό της τοπικής κοινωνίας σε «πολεμική». Με τον τρόπο αυτό έγινε κατορθωτή η εμπέδωση της κυριαρχίας του ΔΣΕ στις φτωχές αυτές κοινότητες που στήριζαν προπολεμικά μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους στα εμβάσματα των μεταναστών. Προκειμένου μάλιστα να ομαλοποιηθεί η τροφοδοσία αυτών των χωριών και να υποστηριχθεί η παράταση της παραμονής των ανταρτών ο ΔΣΕ οργάνωνε και κανονικές νυχτερινές επιχειρήσεις στα χωριά της «ουδέτερης ζώνης», στις οποίες συμμετείχε πλήθος χωρικών. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να υποτιμηθεί και το γεγονός της άσκησης βίας εκ μέρους των ανταρτών, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες χωρικοί προσπαθούσαν να βρεθούν σε ελεγχόμενο από τον Εθνικό Στρατό έδαφος.
Σε κάθε περίπτωση η κατάληψη του ορεινού συγκροτήματος της Μουργκάνας δημιουργούσε πρόσθετες δυσκολίες στον Εθνικό Στρατό, που ήταν υποχρεωμένος πλέον να λαμβάνει σοβαρά υπ' όψιν τη νέα κατάσταση, να απασχολεί εκεί σημαντικό τμήμα των δυνάμεων στην Ηπειρο, και να σχεδιάζει την ανακατάληψη του χώρου. Για το λόγο αυτό συγκροτήθηκε η 84η Στρατιωτική περιοχή, με έδρα την κωμόπολη Φιλιάτες. Η μονάδα αυτή συνιστούσε σχεδόν μια Μεραρχία. Οι εκτιμήσεις της ηγεσίας της VIII Μεραρχίας του Εθνικού Στρατού ήταν αποκαλυπτικές για την περίοδο αυτή: «Κατά τας ανωτέρω επιχειρήσεις οι συμμορίται ναι μεν δεν έσχον καμία οφθαλμοφανή επιτυχία (διάλυσιν τμήματος τινά σημαντικού) πλην όμως κατώρθωσαν να οργανωθούν πέριξ του ορεινού όγκου της Μουργκάνας έχοντας ασφαλισμένα τα νώτα των επί των συνόρων. Η εγκατάστασις εις την ανωτέρω περιοχή έξι (6) συμμοριακών συγκροτημάτων με ελευθέραν επικοινωνίαν με την Αλβανίαν και τον εκ τοιαύτης ποικίλον ανεφοδιασμόν, είναι διαρκής σοβαρά απειλή και ευνοεί γενικοτέραν επίθεση εναντίον της Ηπείρου». Σε κάθε περίπτωση η δημιουργία του προγεφυρώματος αυτού θα απασχολούσε έκτοτε τις δυνάμεις του Εθνικού Στρατού μέχρι την τελική ανακατάληψη του χώρου τον Σεπτέμβριο του επόμενου έτους (1948).
Σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή, θα πρέπει να υπογραμμισθεί και το γεγονός της παρουσίας ημιστρατιωτικών σχηματισμών που δρούσαν στο πλευρό των τμημάτων του Εθνικού Στρατού. Πρόκειται για το τμήμα του πρώην ΕΔΕΣίτη Δ. Γαλάνη, γνωστού από τις εκτελέσεις της Παργινόσκαλας Πρέβεζας, τον Σεπτέμβριο του 1944. Το συγκεκριμένο τμήμα έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις της Μουργκάνας ως επικουρικό των τμημάτων του Εθνικού Στρατού, διαλύθηκε όμως ουσιαστικά τον Φεβρουάριο του 1948 μετά από αιφνιδιασμό που υπέστη από τον ΔΣΕ. Η αντιμετώπιση αυτών των ενόπλων από τους αντάρτες ήταν εξαιρετικά αυστηρή, καθώς υπήρχαν ανοιχτοί λογαριασμοί από την περίοδο της Κατοχής.Την ίδια συμπεριφορά επιδείκνυαν και οι πρώην ΕΔΕΣίτες αυτής της κατηγορίας στους αντάρτες, αλλά, πολλές φορές, και στον πληθυσμό χωριών που θεωρούνταν ύποπτα για συνεργασία με τον ΔΣΕ. Η πόλωση που επικρατούσε στην περιοχή ήταν πολύ μεγάλη και οδήγησε σε εξαιρετικά αιματηρές συγκρούσεις.
Η επιτυχία του ΔΣΕ στη Μουργκάνα αποτύπωνε τα νέα δεδομένα που είχαν δημιουργηθεί στην Ήπειρο. Δεν ήταν όμως η κύρια επιχείρηση της περιόδου. Καθώς οι δυνάμεις των ανταρτών εμφανίζονταν ενισχυμένες στη συγκυρία, το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ αποφάσισε τη διεξαγωγή μιας τολμηρής ενέργειας, που είχε σκοπό να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στην αντίπαλη πλευρά. Η μάχη της Κόνιτσας, που ξεκίνησε ανήμερα των Χριστουγέννων του 1947, ήταν η μεγαλύτερη ως τότε αναμέτρηση των δύο αντιπάλων. Η κατάληψη της πόλης επρόκειτο να χρησιμεύσει στην ηγεσία του ΚΚΕ προκειμένου να υποστηριχθεί πολιτικά η ανακήρυξη του νέου κυβερνητικού σχήματος των «βουνών», της λεγόμενης Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (ΠΔΚ), που είχε προηγηθεί λίγες ημέρες πριν. Η τελική αποτυχία του ΔΣΕ στις παρυφές της Κόνιτσας είχε οπωσδήποτε σημαντικές επιπτώσεις βραχυπρόθεσμα, δεν συνιστούσε όμως αποφασιστικής σημασίας πλήγμα.
Επίλογος
Ο πόλεμος εισερχόταν στην πλέον αδυσώπητη περίοδό του, όπως αποδείκνυε και ο περίφημος νόμος 509, που έθετε εκτός νόμου το ΚΚΕ και τις συναφείς οργανώσεις. Η ρήξη είχε καταστεί πλέον ανεπίστρεπτη και η σύγκρουση θα ολοκληρωνόταν το καλοκαίρι του 1949 με την τελική ήττα του ΔΣΕ στον Γράμμο και το Βίτσι, αφήνοντας πίσω της σωρούς ερειπίων, μια χώρα καθημαγμένη και μια κοινωνία εντελώς διαφορετική σε σχέση με αυτή των αρχών της δεκαετίας του 1940. Οι επιπτώσεις από την εμφύλια σύγκρουση υπήρξαν, κυρίως για τον ορεινό χώρο, καταστροφικές και τα οικονομικο-κοινωνικά δεδομένα στις επόμενες δεκαετίες παρέμειναν εξαιρετικά αρνητικά. Το κράτος με την κατίσχυσή του κατόρθωσε να ελέγξει τις όποιες αντιδράσεις και να επιβληθεί απόλυτα επί των τοπικών κοινωνιών, οι οποίες αποδιοργανώθηκαν επιπλέον και από την επέλαση της νεωτερικότητας. Από την άποψη αυτή η τομή που δημιούργησαν τα γεγονότα της δεκαετίας 1940-50 υπήρξε σημαντική, γεγονός που αντανακλάται και στις πολιτικές κληρονομιές αυτής της πολυαίμακτης περιόδου.
Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, 1946-1949 ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ