Πέμπτη, Φεβρουαρίου 17, 2022

Αίσωπος

Ο πατέρας των Ελλήνων μυθοποιών. Η ύπαρξή του αμφισβητείται, αλλά σύμωνα με τον Ηρόδοτο (Β' 134) ήταν δούλος του φιλοσόφου Ιάδμονος, γιου του Ηφαιστοπόλιος από τη Σάμο. Ο Ιάδμων αυτός είχε δούλη και την εταίρα Ροδώπιδα, που έλεγαν πως έγινε ερωμένη ενός φαραώ της Αιγύπτου κι ενταφιάστηκε σε ειδική πυραμίδα. Όταν ο Ιάδμων ελευθέρωσε τον Αίσωπο (που ο Ηρόδοτος τον λέει λογοποιόν), ο τελευταίος ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Ανατολής κι έφτασε στην αυλή του Κροίσου, βασιλιά των Μήδων, που διασκέδασε με τις ιστορίες του και τον έστειλε στους Δελφούς, με προσφορές προς τον Απόλλωνα. Εκεί ο Αίσωπος αγανάκτησε για την απληστία των ιερέων και τους μίλησε σαρκαστικά, με αποτέλεσμα εκείνοι να του βάλουν στις αποσκευές του ένα χρυσό κύπελλο αφιερωμένο στο θεό και να τον κατηγορήσουν έπειτα ότι το έκλεψε. Οι κάτοικοι των Δελφών καταδίκασαν τον ποιητή να γκρεμιστεί από την κορυφή του Παρνασσού Υάμπεια, απ' όπου γκρέμιζαν τους κακούργους (Αριστοφάνης, Σφήκες, 1.446). Επειδή αργότερα οι Δελφοί έπασχαν από διάφορες ασθένειες εξαιτίας αυτής της ασέβειας, το Μαντείο όρισε πως έπρεπε να πληρώσουν αποζημίωση για το φόνο του Αισώπου. Και όπως λέει ο Ηρόδοτος, εμφανίστηκε τότε ο Ιάδμων, εγγονός του ιδιοκτήτη του Αισώπου, για να εισπράξει την αποζημίωση. Ο Αίσωπος, λοιπόν, πρέπει να έζησε την εποχή του Κροίσου, δηλαδή τον 6ο αιώνα π.Χ. Καταγόταν από τη Φρυγία ή τη Θράκη ή τη Σάμο ή τις Σάρδεις ή την Αίγυπτο. Ο Πλούταρχος λέει πως ήταν άσχημος, τραυλός και καμπούρης αλλά έξυπνος και πνευματώδης. Μερικές παραδόσεις τον εμφανίζουν να απαγγέλλει στους Αθηναίους, όταν κατέλαβε την αρχή ο Πεισίστρατος, το μύθο των βατράχων που αναζητούν βασιλιά, να μετέχει στο συμπόσιο των Επτά Σοφών (που περιγράφει ο Πλούταρχος) κ.λπ. 

Ο Αίσωπος δεν φαίνεται να έγραψε σε βιβλίο τους μύθους του, παρόλο που στον Αισώπου Βίον, που συνέταξε το 14ο αιώνα μ.Χ. ο Έλληνας μοναχός της Κωνσταντινούπολης Μάξιμος Πλανούδης, αναφέρεται πως ο Αίσωπος «έγραψε τους μύθους του και τους άφησε στη βιβλιοθήκη» (του βασιλιά Κροίσου). Το πιθανότερο είναι πως όλες οι ιστορίες με ηθικό ή αλληγορικό χαρακτήρα που δεν μπορούσαν αποδοθούν στον Ησίοδο, στον Αρχίλοχο ή σε άλλους γνωστούς συγγραφείς της αρχαιότητας, λέγονταν αισώπειοι μύθοι, κι εκδόθηκαν πρώτα τον 4ο αιώνα από τον Δημήτριο τον Φαληρέα σε μια συλλογή απ' όπου άντλησαν μεταγενέστεροι μυθογράφοι (Βαβρίας, Φαίδρος κ.ά.). Μερικοί από τους μύθους του Αισώπου είναι παλιοί όσο η ελληνική φυλή, άλλοι προέρχονται από την Αίγυπτο ή την Ανατολή. Ο μύθος του ίδιου του Αισώπου συνδέεται στενά με το μύθο των Επτά Σοφών και με την ιστορία της πρώτης πεζογραφίας στην αρχαία Ελλάδα. Οι μύθοι που έχουν περισωθεί σήμερα έχουν οι περισσότεροι ζώα για πρωταγωνιστές και παρά το στεγνό ύφος τους αποτελούν υποδείγματα για την παγκόσμια μυθογραφία (Λαφοντέν κ.ά.). Λέγεται πως ο Σωκράτης, στις τελευταίες ημέρες του στη φυλακή, προσπαθούσε να μετατρέψει τους μύθους του Αισώπου σε έμμετρο κείμενο. Ο Αισώπου Βίος του Πλανούδη στηρίζεται στην ιστορία του Αισώπου που διασώθηκε σε έναν πάπυρο του 2ου-3ου αιώνα μ.Χ. και γράφτηκε από ανώνυμο, πιθανότατα τον 1ο αιώνα μ.Χ. Η ιστορία αυτή διαιρείται σε τρία μέρη: Ο Αίσωπος στη Σάμο, ο Αίσωπος στη Βαβυλώνα και ο Αίσωπος στους Δελφούς. Πολλές πνευματώδεις φράσεις του Αισώπου ή μύθοι και ανέκδοτά του είναι συνυφασμένα εκεί με τις διάφορες περιστάσεις της ζωής του. Σε πολλά ανέκδοτα φαίνεται εξυπνότερος, αν και δούλος, από τον «φιλόσοφο» κύριό του στη Σάμο. Εμφανίζεται να σώζει τους Σαμίους από την απειλή του Κροίσου. Στο δεύτερο μέρος ο Αίσωπος εμφανίζεται να νικά το βασιλιά της Αιγύπτου Νεκτανεβώ σε έναν διαγωνισμό αινιγμάτων. Και στο τρίτο εξιστορείται η αποστολή και ο θάνατός του στους Δελφούς. Στη Βίλα Άλμπανι της Ρώμης διασώζεται μια γλυπτή προτομή του Αισώπου που οφείλεται σε άγνωστο καλλιτέχνη της αρχαιότητας που αποδίδει όλη τη φυσική ασχήμια του και μαζί όλη την ψυχική του ωραιότητα. Ο Λάντορ στις φανταστικές συνομιλίες του έχει κι έναν διάλογο μεταξύ του Αισώπου και της συνδούλης του Ροδώπιδος. 


Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΕΚΔ. ΔΟΜΗ