Δευτέρα, Φεβρουαρίου 21, 2022

Σύβαρις και Θούριοι

Πάνω: Η πλατεία Α στην περιοχή
της Νότιας Πύλης. Κάτω:
Υπολείμματα εγκαταστάσεων στην
 περιοχή των ρωμαϊκών ιαματικών
λουτρών. Η ρωμαϊκή αποικία Κόπια
 σεβάστηκε ουσιαστικά τον
πολεοδομικό σχεδιασμό που
υλοποιήθηκε στα μέσα του 5ου αι.π.Χ 

Ανάμεσα στις αχαϊκές αποικίες, η Σύβαρις απέκτησε εξαιρετική φήμη, που έφτασε στα όρια του θρύλου. H γεωργική αξιοποίηση του πολύ εύφορου κάμπου, ο οποίος είχε ε δημιουργηθεί από τις προσχώσεις δύο ποταμών, του Κράθη και του Σύβαρη, αποτέλεσε τη βάση για τη μεγάλη ανάπτυξη της πόλης, η οποία ιδρύθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, το 720 πχ. από αποίκους που ήρθαν από την Ήλιδα (Πελοπόννησος). Στην οικονομική ανάπτυξή της, όμως, συνέβαλαν οπωσδήποτε και άλλοι παράγοντες. H προνομιακή γεωγραφική θέση, πάνω στους εμπορικούς δρόμους της Μεσογείου, και οι στενοί δεσμοί με την ιωνική Μίλητο δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε η Σύβαρις να κόψει νομίσματα πρώτη σε ολόκληρη τη Μεγάλη Ελλάδα, εκμεταλλευόμενη τα ορυχεία αργύρου της Σίλας. H ισχύς της πόλης φαίνεται και από την ίδρυση αποικιών της στις τυρρηνικές ακτές: Λάος, Σκύδρος και Ποσειδωνία. Οι πολιτικές βλέψεις αυτής της πόλης, που ήταν κτισμένη στις ακτές του Ιονίου πελάγους, έγιναν σαφείς με τη συμμετοχή της στην ίδρυση του Μεταποντίου, για αντιπερισπασμό στον Τάραντα, αλλά Και με την καταστροφή της Σίρης.

O υπερβολικός πλούτος της πόλης οδήγησε τους κατοίκους σε έκλυση των ηθών, και το γεγονός αυτό έγινε η αιτία της καταστροφής της — αφού είχαν προκαλέσει την οργή των θεών, σύμφωνα με τους αρχαίους. Οι Κροτωνιάτες πράγματι, ανέτρεψαν το 510 π.Χ. το τυραννικό καθεστώς και κατέστρεψαν την ακμάζουσα αχαϊκή αποικία.

Πάνω στα ερείπια της κατεστραμμένης και εγκαταλελειμμένης Σύβαρης ιδρύθηκε, με πρωτοβουλία της Αθήνας, το 444/3 π.Χ. μια νέα πανελλήνια αποικία, οι Θούριοι, και ποΜοί Έλληνες εγκαταστάθηκαν εκεί, έπειτα από πρωτοβουλία του Περικλή. Ο σχεδιασμός της πόλης έγινε από τον διάσημο αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Ιππόδαμο τον Μιλήσιο, ο οποίος πέρασε εκεί τις τελευταίες ημέρες της ζωής του. Το οδικό δίκτυο της νέας πόλης περιλάμβανε τέσσερις κεντρικούς δρόμους οι οποίοι διασταυρώνονταν με τρεις κάθετους και δευτερεύοντες μικρότερους δρόμους οι οποίοι συνέδεαν τα οικιστικά οικοδομικά τετράγωνα. Το τέλος της πόλης υπήρξε αναποφευκτο, μετά την αντιπαράθεση με τον Τάραντα για τον έλεγχο της Σίρης τις συνεχείς μάχες με τους αυτόχθονες και τα γεγονότα του B ' Καρχηδονιακού πολέμου, όταν ο Αννίβας με τα στρατεύματά του κυρίευσε και λεηλάτησε την πόλη και εξόρισε τους κατοίκους της στο Μεταπόντιο. Μετά την εξορία των κατοίκων εγκαταστάθηκαν στην πόλη κάτοικοι προερχόμενοι από την Ερδονία. Το 194 π.Χ. περιήλθε οριστικά στα χέρια των Ρωμαίων και στην τοποθεσία όπου είχαν υπάρξει η Σύβαρις και οι Θούριοι ιδρύθηκε μια νέα αποικία, αυτή τη φορά λατινική, την οποία κατ' ευφημισμόν ονόμασαν Κόπια (=αφθονία, ευημερία).

Τα ερείπια των τριών πόλεων, που η μία έχει επικαλύψει την άλλη, έρχονται σήμερα στο φως από την αρχαιολογική σκαπάνη χωρίς συνοχή, από τα πέντε τμήματα ανασκαφής που περιλαμβάνονται σε μια ευρεία περιοχή που δεν έχει εξερευνηθεί ακόμη. H Σύβαρις πρέπει να καταλάμβανε το τμήμα από το νότιο τομέα των ανασκαφών μέχρι τη σημερινή τοποθεσία Στόμπι, όπου ανακαλύφθηκε ένα περιφερειακό οικοδομικό τετράγωνο αρχαϊκής εποχής, το οποίο αποτελούσε το βόρειο άκρο της πόλης. Τα κτίσματα ήταν τετραγωνισμένα, κατασκευασμένα από ωμές πλίνθους, που ήταν τοποθετημένες πάνω οε θεμέλια από πέτρες, οι οποίες προέρχονταν από τον ποταμό, και αποτελούνταν από δωμάτια.

Μερικά κτίσματα διέθεταν εξωτερικό σκέπαστρο, φούρνους και χώρους για τη φύλαξη τροφίμων. H πεντάγωνη οροφή απαρτιζόταν από επίπεδα κεραμίδια και το πάτωμα από καλά πατημένο χώμα. Σε αυτό το περιφερειακό οικοδομικό τετράγωνο, λοιπόν, στο οποίο πιθανότατα κατοικούσαν κεραμοποιοί και γεωργοί, αυτό που ξεχωρίζει ανάμεσα στα ιδιωτικά κτίσματα είναι μια κατασκευή άγνωστης χρήσης που χρονολογείται μεταξύ του τέλους του 7ου και των αρχών του 6ου αι. π.Χ. και από την οποία σήμερα διασώζεται μόνο το περίγραμμα στις βάσεις των τοίχων. Δεν μπορεί να σχηματίσει κανείς σαφή εικόνα της πόλης, διότι τα αρχαιολογικά στοιχεία είναι αποσπασματικά. Δεν είναι γνωστή η θέση ούτε της Αγοράς ούτε των κύριων μνημείων της πόλης, πολιτικών ή θρησκευτικών.

Στην περιοχή Πάρκο ντελ Καβάλο, πάνω στο περιμετρικό ημικυκλικό τείχος του 1ου αι. π.Χ. εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα παραλληλεπίπεδα με χαραγμένα ελληνικά γράμματα από λεπτόκοκκο λευκό ασβέστη και εγχάρακτη διακόσμηση που απεικονίζει νεαρές έφηβες να χορεύουν υπό την καθοδήγηση ενός αυλητή. H σύγκριση με τα γλυπτά του Ηραίου στις εκβολές του Σέλε, κοντά στην Ποσειδωνία, επιτρέπει την υπόθεση ότι η περιοχή αυτή ήταν έδρα λατρείας στα μέσα του 6ου αι.π.Χ. Από τα κτίσματα των Θουρίων έχουν ανακαλυφθεί μόνο σπαράγματα τοίχων που χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Τα ερείπια των δρόμων, οι οποίοι ακολουθούσαν τον ορθογώνιο τύπο του ιπποδάμειου τοπογραφικού σχεδίου, προσανατολισμένου από βορρά προς νότο και από ανατολή προς δύση, με άξονα τη μεγάλη ανατολικοδυτική πλατεία πλάτους 13 μ. με πλευρικούς αγωγούς απορροής των υδάτων, μας οδηγούν από την ευρεία περιοχή με κύριο σημείο τον περίβολο του Πάρκο ντελ Καβάλο (κοντά στην αριστερή όχθη του Κράθη) προς την ακτή στα ανατολικά, μέχρι τον περίβολο της Κάζα Μπιάνκα, όπου το λιθόστρωτο του αστικού κέντρου παραχωρεί τη θέση του στον χωματόδρομο. Σε αυτή την περιοχή, η οποία βρίσκεται κοντά στην ακτή και είναι γεμάτη από λιμνοθάλασσες, την εποχή της ίδρυσης της πόλης (μέσα του 4ου αι. π.Χ.) υπήρχε μια λιθόστρωτη τετραγωνισμένη έκταση στον δρόμο που συνέδεε το αστικό κέντρο με το λιμάνι. H ιδιόμορφη τοπογραφία, με μικρές κοιλότητες δίπλα σε κυκλικά κτίσματα οικοδομημένα σε δυο αντικριστές γωνίες, έδωσε την αφορμή να ερμηνευθεί ως τελωνείο.

Όσον αφορά την πολεοδομία της Κόπια, ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι Ρωμαίοι σεβάστηκαν τις οδικές αρτηρίες των Θουρίων. Το πιο σημαντικό στοιχείο εμφανίστηκε έπειτα από ενδελεχείς μελέτες της αποδιδόμενης στον Ιππόδαμο αστικής τοπογραφίας, και πιο συγκεκριμένα έπειτα από έρευνες των υπολειμμάτων των χωμάτινων δαπέδων και του συστήματος αποχέτευσης. H σπουδαία ανακάλυψη των δύο ορθογώνιων βασικών διασταυρώσεων της μεγάλης ανατολικοδυτικής αρτηρίας, με δυο στενωπούς κατευθυνόμενες από βορρά προς νότο, πλάτους 6,50 μ, επιβεβαιώνει τον σχεδιασμό από τον Ιππόδαμο: η απόσταση των 295 μ., ανάμεσα στους δύο κόμβους διασταυρώσεων, αντιστοιχεί σε 1.000 αττικά πόδια, μονάδα αναφοράς που χρησιμοποιήθηκε και στον τοπογραφικό σχεδιασμό του Πειραιά 


Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ, τ.21, Εκδ. ΔΟΜΗ