| Ο Αχμέτ Νιγιαζί Μπέη, στρατιωτικός διοικητής της Ρέσνας, κατέφυγε τον Οκτώβριο 1908 με το στρατιωτικό του τμήμα στα βουνά. |
Την άνοιξη του 1908 n Μυστική Αστυνομία του Αβδούλ Χαμίτ Β' πληροφορήθηκε την ύπαρξη του Νεοτουρκικού Κινήματος στη Μακεδονία και άρχισε έρευνες για την εξιχνίασή του. Καθώς οι οθωμανικές αρχές ανακάλυψαν την ταυτότητα πολλών μελών των επιτροπών του Νεοτουρκικού Κινήματος, ήταν ορατός ο κίνδυνος της δολοφονίας σημαντικών στελεχών και αποκεφαλισμού του κινήματος στη Μακεδονία. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τη νέα φάση του Μακεδονικού μετά την έγκριση της κατασκευής του βοσνιακού σιδηροδρόμου από το σουλτάνο και την αγγλορωσική πρωτοβουλία στο Ραβάλ, επιτάχυνε την εκδήλωση της Νεοτουρκικής Επανάστασης, n έναρξη της οποίας αρχικά προβλεπόταν για τον Αύγουστο (με την ευκαιρία της 53ης επετείου της ενθρόνισης του Αβδούλ Χαμίτ Β') ή για τον Οκτώβριο του 1908. Στις 3 Ιουλίου ο Αχμέτ Νιγιαζί, διοικητής της φρουράς της Ρέσνας, κατέφυγε με το στρατιωτικό του τμήμα δυνάμεως 160-200 ανδρών στα βουνά. Η κεντρική επιτροπή των Νεοτούρκων στη Θεσσαλονίκη κάλεσε τα μέλη της να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Αχμέτ Νιγιαζί. Ταυτόχρονα έγινε έκκληση στις τοπικές αρχές, στην οποία τονιζόταν η ανάγκη της αποκατάστασης του Συντάγματος του 1876.
Σύντομα στο στρατιωτικό σώμα του Αχμέτ Νιγιαζί προσχώρησαν τμήματα των φρουρών της Μακεδονίας. Τάγματα και συντάγματα της Μακεδονίας αρνήθηκαν να υπακούσουν στην εντολή του σουλτάνου να καταπνίξουν την εξέγερση και τέθηκαν επικεφαλής του αρχόμενου επαναστατικού κινήματος. Ούτε η στρατιά της Θράκης ούτε η στρατιά της Ανατολίας φάνηκαν πρόθυμες να στραφούν κατά των επαναστατών. Στα μέσα Ιουλίου όλη η Μακεδονία βρισκόταν στα χέρια των υποστηρικτών του Συντάγματος. Στις 22 Ιουλίου οι Νεότουρκοι κατέλαβαν τα Σκόπια, στις 25 Ιουλίου το Μοναστήρι και τη Θεσσαλονίκη. Οι επαναστάτες δεν διεκδίκησαν την πολιτική εξουσία, αλλά έθεσαν απλώς το ζήτημα της επαναφοράς του Συντάγματος του 1876. Χωρίς να έχει τη δυνατότητα πολιτικών ελιγμών, ο Αβδούλ Χαμίτ Β', τη νύχτα της 23ης προς την 24η Ιουλίου 1908, υπέγραψε το διάταγμα για την επαναφορά του Συντάγματος και τη διεξαγωγή εκλογών.
Η επαναφορά του Συντάγματος προκάλεσε ένα κύμα ενθουσιασμού στους υπόδουλους και θεωρήθηκε ως μια νέα εποχή. Στη Θεσσαλονίκη άρχισαν να συγκεντρώνονται πλήθη έξω από τη νομαρχία και να συζητούν τα τεκταινόμενα. Πατριαρχικοί, εξαρχικοί και μουσουλμάνοι συμφιλιώθηκαν. Σε ένα απερίγραπτο παραλήρημα του κόσμου ξεδιπλώθηκε μια σημαία Που έγραφε «Ζήτω το Σύνταγμα, Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη και Δικαιοσύνη». Λίγες μέρες αργότερα ο Ενβέρ πασάς μίλησε σ' ένα ογκώδες πλήθος έξω από τα καφενεία της νεοβαφτισμένης Πλατείας Ελευθερίας. Σε συγκινητικούς τόνους ανέφερε: «Είμαστε όλοι αδέλφια Δεν υπάρχουν πια Βούλγαροι, Ελληνες, Σέρβοι, Ρουμάνοι, Εβραίοι, μουσουλμάνοι - κάτω από το γαλανό ουρανό είμαστε όλοι ίσοι, είμαστε όλοι περήφανοι που είμαστε Οθωμανοί».
| εικ.1. Ο Ενβέρ πασάς διακήρυξε αρχικά την αδελφοσύνη όλων των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. εικ.2. Ο αγγλόφιλος Κιαμήλ πασάς σχημάτισε κυβέρνηση που διεξήγαγε εκλογές στα τέλη του 1908. |
Καταργήθηκε n λογοκρισία, επιτράπηκε η λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, διαλύθηκε η Μυστική Αστυνομία του Αβδούλ Χαμίτ Β'. Βούλγαροι κομιτατζήδες, Ελληνες αντάρτες και άλλοι οπλοφόροι κατέβηκαν από τα βουνά και κυκλοφορούσαν στις πόλεις. Και στην Αθήνα n κυβέρνηση Θεοτόκη είδε θετικά την επανάσταση των Νεοτούρκων. Το αντισλαβικό σύνδρομο της Αθήνας κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα είχε εκκολάψει μια ελληνο-οθωμανική προσέγγιση. Εξεταζόμενη υπό το πρίμα της προοπτικής της σφυρηλάτησης μιας αντιβουλγαρικής συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας και Νεοτούρκων, στο πλαίσιο της ισοπολιτείας και της ισονομίας που διακήρυτταν, n στάση της Αθήνας ήταν ευεξήγητη. Ο Απόστολος Αλεξανδρής, έκτακτος απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης στην επιτροπή «Ενωση και Πρόοδος», δήλωσε στον Ενβέρ πασά τον Οκτώβριο του 1908: «Το Ελληνικόν Εθνος εύχεται ολοψύχως πλήρη ευόδωσιν του έργου των Νεοτούρκων. Μια ισχυρά Τουρκία θ' απαλλάξη τον εν Τουρκία Ελληνισμόν από καταδυνάστευσιν εκ μέρους των Σλαύων. Αν ποτέ πέση η Τουρκία, όπερ ούτε ευχόμεθα, ούτε το πιστεύομεν, αλλά αι βουλαί του Θεού είναι ανεξιχνίαστοι, επιθυμούμεν ημείς να την διαδεχθώμεν, διότι από ημάς επήρε τας εν Ευρώπη κτήσεις της. Εάν τα πάρουν όμως οι Σλαύοι, το εθνικόν αυτό όνειρον διαλύεται διά παντός». Το ανατολικό ιδανικό του αξιωματικού Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη, που είχε ιδρύσει το 1908 την «Οργάνωση της Κωνσταντινουπόλεως», και ο αντισλαβισμός του διπλωμάτη Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος από το Ι 907 υπηρετούσε στην ελληνική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, αποκτούσαν τώρα ένα συγκεκριμένο, ενιαίο περιεχόμενο: Από την ισοπολιτεία που επαγγέλλονταν οι Νεότουρκοι έπρεπε να αποκλειστούν οι Σλάβοι, η Οθωμανική Αυτοκρατορία όφειλε να εξελιχθεί σε μια ελληνοτουρκική συνομοσπονδία και να σωθεί από τις επεκτατικές βλέψεις της Ρωσίας και της Αυστρίας. Μόνο έτσι θα διατηρείτο ο Ελληνισμός της Ανατολής. Η Μεγάλη Ιδέα δεν ερμηνευόταν στενά υπό την έννοια της ένωσης των Ελλήνων σε ένα κράτος με Κέντρο την Αθήνα, αλλά ως επιβίωση υπό κοινοτική οργάνωση εντός της αναγεννημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ενείχε την προοπτική της μετεξέλιξής της σε ελληνική αυτοκρατορία. Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης και ο Ίων Δραγούμης ήταν περισσότερο θεωρητικοί παρά πραγματιστές. Δεν είχαν αντιληφθεί ότι το Νεοτουρκικό Κίνημα ήταν μια έκφραση εκκολαπτόμενου τουρκικού εθνικισμού. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' τήρησε από την αρχή μια επιφυλακτική στάση έναντι των Νεοτούρκων.
| Η εκδήλωση της επανάστασης των Νεοτούρκων στο Πρίλεπε. |
Ο ελάχιστος χρόνος που δόθηκε για τη διεξαγωγή των εκλογών του Οκτωβρίου δεν ήταν ωστόσο αρκετός για την ίδρυση πολλών κομμάτων. Στην ουσία ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 1908 ένα αντιπολιτευτικό Κόμμα, το Φιλελεύθερο (Αχράρ), που είχε ενστερνιστεί τις θέσεις του Σαμπαχεντίν. Στις εκλογές του Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 1908 το Κόμμα των Νεοτούρκων «Ενωση και Πρόοδος» κατήγαγε νίκη, εξασφαλίζοντας τις 150 έδρες από τις 275 της οθωμανικής Βουλής.
Ωστόσο, οι Νεότουρκοι (μικροαστικής προέλευσης) δεν επωμίστηκαν την εκτελεστική εξουσία και από την αρχή υπήρχαν μια διαρχία και δυσλειτουργία. Ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ B', ως σύμβολο της ενότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν καθαιρέθηκε. Απλώς οι Νεότουρκοι προσπαθούσαν να ασκούν από τη Θεσσαλονίκη τον έλεγχο της κυβέρνησης της Κωνσταντινούπολης. Η προϋπάρχουσα κυβέρνηση του Σαΐντ πασά παρέμεινε άθικτη μετά την επανάσταση του Ιουλίου και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση τον Αύγουστο έπειτα από καταγγελίες ότι σκόπευε να υπονομεύσει τον προεκλογικό αγώνα των Νεοτούρκων για να μην πλειοψηφήσουν στη Βουλή. Νέα κυβέρνηση σχημάτισε ο υπερήλικας (80 ετών) Κιαμήλ πασάς, αγγλόφιλος, που διεξήγαγε τις εκλογές. Ο Κιαμήλ πασάς αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους Νεότουρκους και επέδειξε συμπάθεια προς τους Φιλελεύθερους. Κρίση προκλήθηκε όταν ο Κιαμήλ πασάς εξανάγκασε σε παραίτηση τους υπουργούς Πολέμου, Πολεμικού Ναυτικού και Δικαιοσύνης στους οποίους είχαν εμπιστοσύνη οι Νεότουρκοι. Σύμφωνα με μια τροποποίηση του Συντάγματος του 1876, ο διορισμός και η παύση των υπουργών έπρεπε να έχουν την έγκριση της Βουλής. Προκλήθηκε συνταγματική κρίση και n κυβέρνηση του Κιαμήλ πασά απώλεσε την εμπιστοσύνη της Βουλής. Τον Φεβρουάριο του 1909 σχημάτισε κυβέρνηση ο πρώην γενικός επιθεωρητής στη Μακεδονία, ο ΧΙλμή πασάς. Και στην κυβέρνηση του ΧΙλμή πασά τα υπουργεία Πολέμου και Εξωτερικών κατέχονταν από άτομα που δεν ήταν έμπιστα των Νεοτούρκων. Η σχέση Βουλής και εκτελεστικής εξουσίας παρέμεινε δυσλειτουργική. Οι Νεότουρκοι υπέστησαν ισχυρό πλήγμα, όταν n Αυστροουγγαρία προσάρτησε τη Βοσνία Ερζεγοβίνη (4 Οκτωβρίου 1908) και η Βουλγαρία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της (5 Οκτωβρίου). Οταν οι Κρήτες στις 7 Οκτωβρίου 1908 Κήρυξαν την ένωση με την Ελλάδα, η κυβέρνηση Θεοτόκη τήρησε τη γνωστή «άψογον στάσιν», δεν αποδέχτηκε την πράξη της ένωσης και παρέπεμψε το θέμα στις Μεγάλες Δυνάμεις. Αλλά με βέτο της Αυστροουγγαρίας και της Γερμανίας δεν συνεκλήθη συνδιάσκεψη των Μεγάλων Δυνάμεων για να εξετάσει βαλκανικά ζητήματα. Το ζήτημα της προσάρτησης της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης λύθηκε με την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης από τη Βιέννη στους Νεότουρκους. Επίσης και n Ρωσία συμφώνησε να καταβάλει χρηματική αποζημίωση στους Νεότουρκους για την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας. Η χρηματική αποζημίωση θα αφαιρείτο από τις πολεμικές αποζημιώσεις που όφειλε n Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Ρωσία λόγω του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1877-78. Το ζήτημα της αναγνώρισης της ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας διευθετήθηκε οριστικά τον Απρίλιο του 1909. Η δυσλειτουργική σχέση Βουλής και εκτελεστικής εξουσίας και οι εδαφικές απώλειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκκόλαψαν την αντεπανάσταση της 13ης Απριλίου 1909.
| Από την επανάσταση των Νεοτούρκων εναντίον του Αβδούλ Χαμίτ Β' το 1908 |
Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ