Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά στοιχεία πάνω στα οποία θεμελιώθηκε η κοινή ταυτότητα των διαφορετικών ελληνικών γενεών που άφησαν την πατρίδα τους για να κατοικησουν σε νέες χώρες στη Δύση, ο θρησκευτικός παράγοντας έχει αναμφίβολα κεντρική θέση. Θα ήταν λανθασμένη μια προσπάθεια ενοποιησης του πολυπολιτισμικού μωσαϊκού και της θρησκευτικής φαινομενολογίας που διακρίνει τις αποικίες και τις μητροπόλεις. Εντούτοις, στο βασικό σχήμα της γενεαλογίας, της θεογονίας και του συστήματος των θεοτήτων που αποτελούσαν το ελληνικό πάνθεον, την εποχή της ίδρυσης των αποικιών και την κλασική εποχή, αντικατοπτρίζεται ουσιαστικά το πολιτιστικό υπόβαθρο των αποίκων. Όμως όπως θα δούμε παρακάτω, δεν έλειπαν και πρωτότυπα στοιχεία ανανέωσης που καλλιεργήθηκαν από τους κατοίκους της Μεγάλης Ελλάδας.
Χάλκινο αγαλματίδιο του
Απόλλωνα, που ανακαλύφθηκε
στο Τσέλιε ντελ Κάμπο, στην
περιοχή του Μπάρι (490-460 π.Χ.).
Θεοί, ήρωες, άνθρωποι
Ακόμη και η απόφαση για την ίδρυση ή όχι μιας αποικίας έπρεπε να έχει τη συγκατάθεση και την επικύρωση του θεού. Ο Απόλλων, ο θεός της τάξης και της αρμονίας, υποδείκνυε μέσω των χρησμών της Πυθίας στο ιερό των Δελφών - αλλά και στο εξίσου σημαντικό μαντείο στη γενέτειρα του θεού, Δήλο - τον τόπο και τον τρόπο της ίδρυσης της αποικίας. Επιπλέον, ήταν αυτός που ενέπνεε και όριζε τους νόμους στην καινούργια πολιτική οντότητα - πρακτικά ίδιους με αυτούς της μητρόπολης - λίγο πριν από την επιχείρηση προς τη νέα, άγνωστη γη. O τιμητικός τίτλος του αρχηγέτη αποδιδόταν στον αρχηγό της αποστολής, ο οποίος είχε κατά κύριο λόγο σκοπό την Απόλλωνα Αρχηγέτη, μάλιστα, ήταν αφιερωμένος ο βωμός που βρισκόταν έξω από τα τείχη μιας από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις στη Σικελία, της Νάξου, την οποία ίδρυσαν άποικοι από τη Χαλκίδα της Εύβοιας και τη Νάξο των Κυκλάδων. Στον βωμό αυτό, έως και τα τέλη του 5ου αι. π.Χ., έδιναν όρκους οι αθλητές και οι επίσημοι αντιπρόσωποι της πόλης πριν από την αναχώρησή τους για να συμμετάσχουν σε πανελλήνιους αγώνες. O Απόλλων θεωρείτο επίσης προστάτης της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, η φυσιογνωμία της οποίας περιγράφεται με σαφήνεια στα ομηρικά έπη. Αν και είναι δύσκολο να οριοθετηθεί με ξεκάθαρο τρόπο το πλαίσιο της δράσης και των αρμοδιοτήτων της κάθε θεότητας, οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους εξέφραζαν τη σχέση των Ελλήνων με τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης, με τον κόσμο των αξιών, με τις εμπειρίες και τους πιο μύχιους φόβους της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι αλληλεπιδράοεις και οι σχέοεις των ανθρωπόμορφων θεών της αρχαίας Ελλάδας, στους οποίους αποδίδονταν οι αρετές και οι τα πάθη και τα ευγενή ή κοινά συναισθήματα των θνητών, καθώς και η στάση απέναντι στον θάνατο, αποτελούν το κυρίαρχο συμβολικό σύστημα ανάγνωσης και ερμηνείας της ανθρώπινης εμπειρίας. Πολλά από τα χαρακτηριστικά των θεοτήτων της Μεγάλης Ελλάδας έχουν τις ρίζες τους στις αντίστοιχες μητροπόλεις της αρχαϊκής εποχής. O απόηχος αυτός αναγνωρίζεται στα χαρακτηριστικά της απεικόνισης των θεών και των μύθων, τα οποία όμως δυσχεραίνουν το έργο των μελετητών, εξαιτίας της σχετικής καθυστέρησης στην εμφάνισης τους, σε σχέση με τη λάμψη και την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής έκφρασης της μητέρας-πατρίδας. Υπό αυτή την οπτική, είναι σίγουρο ότι χρειάζεται να αναθεωρήσουμε την έκταση της επίδρασης των αυτοχθόνων πληθυσμών στον καθορισμό της αρχαίας ελληνικής θρησκευτικής έκφρασης στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία.
Παράλληλα με τη λατρεία των θεών της μητέρας-πατρίδας -που λειτούργησε στις αποικίες ως συνδετικός κρίκος με τη μητρόπολη, ως πυρήνας ενότητας και ως έκφραση της θεϊκής προστασίας των νόμων, των εδαφών και της ίδρυσης των νέων πόλεων - μια ιδιαίτερη λατρεία ήταν αφιερωμένη στους ήρωες των επών και των μύθων. H τοπική παράδοση τροφοδοτούσε τη λατρεία με αναφορές στην καταγωγή των αποίκων και ιδιαίτερα με αναφορές σε διακεκριμένους προγόνους, όπως ήταν οι οικιστές ή οι αθλητές που είχαν χαρίσει φήμη και τιμή στην πόλη. Οι οικιστές, δηλαδή οι ιδρυτές των αποικιών, διατηρούσαν έναν ρόλο απόλυτα ιερό και χτίζονταν ναοί προς τιμήν τους, ακόμη και όσο ήταν εν ζωή. Μετά τον θάνατό τους τους τιμούσαν ως ήρωες και είχαν καθιερώσει τον εορτασμό της μνήμης τους από την πόλη με ετήσια θυσία (εναγιομός). Το λεγόμενο ηρώο στην αγορά της Ποσειδωνίας, το οποίο έχει ταυτιστεί με το κενοτάφιο του οικιστή της, προσφέρει θαυμάσια στοιχεία για τη λατρεία των ηρώων. Στο εσωτερικό του ανακαλύφθηκαν, εκτός από τον απαραίτητο διάκοσμο για το νεκρικό γεύμα, αρκετές αξιόλογες χάλκινες υδρίες, που περιείχαν άθικτα τα υπολείμματα σπονδών, μαζί με έναν κρατήρα διακοσμημένο με παραστάσεις από τον μύθο του Ηρακλή, πρότυπο ενός θνητού που έγινε θεός χάρη στην αρετή και στις πράξεις του.
Πηγή: Ιστορία των Ελλήνων, Εκδ, ΔΟΜΗ, τ. 21