Σάββατο, Ιανουαρίου 22, 2022

Ρέα

Κατά την ελληνική μυθολογία, κόρη του Ουρανού και της Γης, γυναίκα του αδελφού της, του Τιτάνος Κρόνου, από τον οποίο απέκτησε τους Ολύμπιους θεούς, Άδη, Ποσειδώνα, Ήρα, Εστία και Δήμητρα. Γι' αυτόν τον λόγο την ονόμαζαν συνήθως Μητέρα των θεών. Ο Κρόνος πληροφορήθηκε από τους γονείς του για μια προφητεία που έλεγε πως ένα από τα παιδιά του ήταν γραφτό να τον ανατρέψει. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Κρόνος έφαγε τα παιδιά του Εστία, Δήμητρα, Ήρα, Άδη και Ποσειδώνα αμέσως μετά τη γέννησή τους. Η Ρέα κατόρθωσε ωστόσο να κρύψει τον Δία σε μια σπηλιά, κάπου στα όρη Δίκτη ή Ίδη, ενώ οι Κουρήτες κάλυπταν τα κλάματα του μωρού με τον πολεμικό χορό τους. Η Ρέα έδωσε στον Κρόνο μια πέτρα τυλιγμένη μέσα σε βρεφικά σπάργανα κι εκείνος την καταβρόχθισε, νομίζοντας πως καταβρόχθιζε τον Δία. Αργότερα ο Ζευς νίκησε τον Κρόνο και τον ανάγκασε να ξεράσει τα παιδιά του. 

Η Ρέα έχει ήδη φυγαδεύσει τον Δία
στην Κρήτη και δίνει στον Κρόνο μια
πέτρα τυλιγμένη με σπάργανα. Παράσταση 
από ερυθρόμορφο αγγείο του 460 π.Χ
που εκτίθεται στο Μητροπολιτικό 
Μουσείο της Νέας Υόρκης. 
Τη Ρέα τη λάτρευαν σποραδικά σε όλο τον ελληνικό κόσμο, πολλές φορές μαζί με τον Κρόνο ή τον Δία, αλλα περισσότερο στην Αθήνα, στην Αρκαδία, στην Ολυμπία, και ιδιαίτερα στην Κρήτη. Κατά μια άλλη εκδοχή του μύθου, μόλις γεννήθηκε ο Ζευς, για να μην τον καταβροχθίσει ο πατέρας του, τον παρέλαβε κρυφά η Θέτις και τον παρέδωσε στη νύμφη Αδράστεια από την Κρήτη, κι αυτή τον ανέθρεψε με το γάλα της Αμαλθείας. Κατά τον Καλλίμαχο, και σύμφωνα με την αρκαδικά παράδοση, η Ρέα γέννησε τον Δία στην Παρρασία της Αρκαδίας, μέσα σε μια σπηλιά του όρους Λυκαίου, και η θέση αυτή ονομαζόταν η πανάρχαια της λεχούς Ρέας κλίνη. Επειδή η Ρέα έπρεπε να λουστεί μετά τον τοκετό και δεν υπήρχε νερό στην ξερή τότε Αρκαδία, παρακάλεσε τη μητέρα της Γη, κι εκείνη χτύπησε τον βράχο και αναπήδησε από μέσα άφθονο νερό. Κατόπιν, η Ρέα παρέδωσε το βρέφος στη νύμφη Νέδη, που το μετέφερε στην Κνωσό της Κρήτης, και οι Κουρήτες ανέλαβαν τη φύλαξή του, χτυπώντας τα ξίφη τους πάνω στις ασπίδες τους για να μην ακούει ο Κρόνος τα κλάματα του μωρού. Με τον αρχικό χαρακτήρα της, η Ρέα υπήρξε σύμβολο της αναπαραγωγικής δύναμης της φύσης. Κατόπιν, αντιπροσώπευε την καλλιέργεια της αμπέλου και τη γεωργία γενικά, μαζί με όλες τις άλλες μορφές της κοινωνικής προόδου και του πολιτισμού που εξαρτώνται από αυτά. Έτσι, τη θεωρούσαν ιδρύτρια των πόλεων, και γι' αυτό στα έργα Τέχνης παριστάνεται έχοντας στο κεφάλι ένα διάδημα από πύργους. Λέγεται πως αληθινή πατρίδα αυτής της θρησκείας ήταν η Πεσσινούς της Φρυγίας, στην περιοχή που έγινε κατόπιν γνωστή ως Γαλατία. Εκεί η θεά ονομαζόταν Άγδιστις η Άνγδιστις, από έναν ιερό βράχο που ονομαζόταν Άγδον στο όρος Δίδυμο, πάνω από την πόλη. Στο βουνό αυτό υπήρχε το αρχαιότερο ιερό της, όπως και το αρχαιότερο ξόανό της (μια πέτρα που είχε πέσει από τον ουρανό), και ο τάφος του αγαπημένου της Άττιδος. Στη Λυδία την λάτρευαν ως μητέρα του Διός και θετή μητέρα του Διονύσου. Με το όνομα Κυβέλη, η λατρεία της στη Φρυγία είχε γενικευτεί. Υπήρχε επίσης ναός της Κυβέλης στις Σάρδεις. Η μυθική ακολουθία της αποτελείτο από τους Κορύβαντες, που ήταν κάτι ανάλογο με τους Κουρήτες της Κρητικής Ρέας. Αυτοί λέγεται πως τη συνόδευαν στους λόφους, με αναμμένους δαυλούς και με άγριους χορούς, και με συνοδεία μουσικής από φλάουτα και κύμβαλα. Οι ιερείς της Κυβέλης ονομάζονταν επίσης Κορύβαντες, και οι γιορτές της θεάς συνοδεύονταν από παρόμοια όργια, μέσα στη φρενίτιδα των οποίων εκείνοι που έπαιρναν μέρος αλληλοτραυματίζονταν ή, όπως ο Άττις, ακρωτηριάζονταν. Εκτός από αυτούς υπήρχαν και οι επαίτες ιερείς, που τριγύριζαν από μέρος σε μέρος, ως εμπνευσμένοι θεράποντες και προφήτες της Μεγάλης Μητέρας. Στον Ελλήσποντο και στην Προποντίδα, η Ρέα-Κυβέλη ήταν επίσης η κυριότερη θεότητα, ιδιαίτερα στην Τροία, όπου λατρευόταν πάνω στο ορός Ίδη. Από την Ασία, αυτή η θρησκεία προωθήθηκε στην Ελλάδα. Μετά τους περσικούς πολέμους, έφτασε στην Αθήνα, όπου στο Μητρώο, τον ναό της Μεγάλης Μητέρας, υπήρχε το ιδανικό ομοίωμα της θεάς, κατασκευασμένο από τον φειδία (Παυσανίας, Ι 3 και 5). Η λατρεία της Κυβέλης δεν πέτυχε, ωστόσο, δημόσια αναγνώριση εδώ, όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, λόγω των οργιαστικών υπερβολών της και των αποκρουστικών εθίμων των επαιτών ιερέων της. Καλλιεργήθηκε μόνο στις κατώτερες λαϊκές τάξεις. Στη Ρώμη, η λατρεία της Μεγάλης Μητέρας (Magna Mater) εισήχθη για Πολιτικούς λόγους το 204 π.Χ., με εντολή ενός Σιβιιλλικού χρησμού, και με τον σκοπό να διώξουν τον Αννίβα από την Ιταλία, έστειλαν μια πρεσβεία για να φέρει τπν ιερή πέτρα από την Πεσσινούντα. Μια γιορτή θεσπίστηκε προς τιμήν της θεάς, από τις 4 έως τις 9 Απριλίου (τα Megalesia, από το ελληνικό Μεγάλη Μήτηρ), και το 217 της αφιέρωσαν έναν ναό στον Παλατίνο λόφο. Η ιεροτελεστία γινόταν από έναν ιερέα και μια ιέρεια από τη Φρυγία, και από μερικούς Galli (ευνουχισμένους ιερείς της Κυβέλης), που μπορούσαν να κάνουν πομπή μέσα από την πόλη σύμφωνα με την ιεροτελεστία της πατρίδας τους. Οι Ρωμαίοι πολίτες απαγορευόταν να λάβουν μέρος σε αυτήν τη λειτουργία, μολονότι o πραίτορας και κάποιοι ιδιώτες από τους πατρικίους γιόρταζαν μεταξύ τους, γιατί η νέα λατρεία είχε συνδεθεί με εκείνη της Μαίας. Η λατρεία της Κυβέλης επεκτεινόταν όλο και περισσότερο, τόσο ώστε στα πρώτα χρόνια της αυτοκρατορίας καθιερώθηκε μια καινούργια γιορτή, από τις 15 έως τις 27 Μαρτίου, με τήρηση πένθους, που ακολουθείτο από την πιο ξέφρενη χαρά. Στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ. προστέθηκαν τα Ταυροβόλια και τα Κριοβόλια. Σ' αυτές τις τελετές, το πρόσωπο που έπαιρνε μέρος περνούσε από μια μορφή βαπτίσματος με αίμα ταύρων και κριαριών που σκοτώνονταν σε θυσία, για να καθαριστεί από τις βεβηλώσεις και να ξαναγεννηθεί. Η δρυς και το πεύκο ήταν ιερά για τη Ρέα-Κυβέλη, όπως επίσης και το λιοντάρι. Υποτίθεται πως διέσχιζε τα βουνά πάνω σε ένα λιοντάρι, ή με ένα άρμα που το έσερναν λιοντάρια. Στα έργα τέχνης την παρουσίαζαν συνήθως καθισμένη σε έναν θρονο ανάμεσα σε λιοντάρια, έχοντας στο κεφαλι το τειχοειδές η πυργωτό στέμμα της, όπου κρεμόταν πέπλο.

Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδ. ΔΟΜΗ, τ.26