Το πρώτο μέλημα της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η μορφή και η στελέχωση της διοίκησης στις νέες εδαφικές κτήσεις. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ζήτησε να συσταθεί δικό του πολιτικό γραφείο υπό τον προσωπικό του έλεγχο και η διοίκηση να ασκείται από τις στρατιωτικές αρχές, με προφανή στόχο να περάσει η διοίκηση των Νέων Χωρών σταδιακά στον ίδιο. Η κυβέρνηση όμως έπραξε διαφορετικά: αποφάσισε να αναθέσει την προσωρινή διοίκηση των μακεδονικών επαρχιών στον τότε υπουργό Δικαιοσύνης, Κωνσταντίνο Ρακτιβάν. Ο Ρακτιβάν έφτασε στη Θεσσαλονίκη ατμοπλοϊκώς στις 11 Νοεμβρίου 1912. Την επόμενη μέρα, ο βασιλιάς Γεώργιος Α', που βρισκόταν ήδη στη Θεσσαλονίκη, υπέγραψε το Διάταγμα διορισμού, χωρίς να κρύψει τη δυσαρέσκειά του για τον παραγκωνισμό του γιου και διαδόχου του, τον οποίο θεωρούσε πραγματικό κύριο των καταληφθεισών περιοχών.
| Ο Γεώργιος Μόδης ανάμεσα σε ντόπιους στην αγορά της Φλώρινας |
Μόλις έφτασε ο νέος διοικητής στη Θεσσαλονίκη, απευθύνθηκε με προκήρυξη στο λαό της Μακεδονίας υποσχόμενος ισονομία και ισοπολιτεία, ανεξάρτητα από εθνικότητα και θρησκεία, γιατί αυτό προσιδίαζε σε ένα «πεπολιτισμένο κράτος». Ζητούσε, επίσης, αυστηρή τήρηση των νόμων από τις Αρχές και τους πολίτες. Η διοίκηση ακολούθησε τις διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου, που προέβλεπαν τη διατήρηση της υφιστάμενης νομοθεσίας στις κατεχόμενες χώρες. Διατηρήθηκαν έτσι οι οθωμανικοί νόμοι για τη διοικητική διαίρεση, τους δήμους και τις κοινότητες, καθώς επίσης και το οθωμανικό Αστικό και Εμπορικό Δίκαιο. Ταυτόχρονα όμως εκδόθηκαν Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου για την κάλυψη των νέων αναγκών, ανάμεσά τους και ο Νόμος «Περί διοικήσεως των στρατιωτικώς κατεχομένων χωρών», ο οποίος προέβλεπε τη δημιουργία της θέσεως του γενικού διοικητή, θεσμός που θα επιβίωνε για αρκετές δεκαετίες. Ο γενικός διοικητής αντιπροσώπευε την κυβέρνηση σε μια ευρεία γεωγραφική ή διοικητική μονάδα, αναλάμβανε τα καθήκοντα της οργανώσεως και της λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών, του διορισμού και της απόλυσης υπαλλήλων, των δαπανών διοίκησης, της μισθοδοσίας, της συντήρησης και της διαχείρισης των δημόσιων υπηρεσιών κ.λ.π. Επρόκειτο για ένα σύστημα αποκέντρωσης από την κεντρική κυβέρνηση και ταυτόχρονα συγκέντρωσης των εξουσιών στα χέρια της γενικής διοίκησης. Το σύστημα αυτό βαθμιαία υποχώρησε και καταργήθηκε πλήρως το 1915 από την κυβέρνηση Γούναρη, οπότε παγιώθηκε η πλήρης διοικητική εξάρτηση της Μακεδονίας από την Αθήνα.
Προσωρινά οι Οθωμανοί υπάλληλοι και αστυνομικοί διατήρησαν τις θέσεις τους, σύντομα όμως απαγορεύθηκε n δημόσια χρήση του φεσιού και απολύθηκαν αμέσως όσοι αρνήθηκαν να αποκτήσουν την ελληνική υπηκοότητα. Δήμαρχος Θεσσαλονίκης παρέμεινε, ωστόσο, ο Οσμάν Σαΐντ Μπέη μέχρι το 1916 και από το 1920 έως το 1922. Η ελληνική επιβλήθηκε ως γλώσσα διοίκησης σε όλες τις Νέες Χώρες, εφαρμόστηκαν οι ελληνικοί τελωνειακοί δασμοί και καταργήθηκαν οι διομολογήσεις. Τα υφιστάμενα δικαιώματα διεθνούς διαχειρίσεως του Δημόσιου Οθωμανικού Χρέους και του Οθωμανικού Μονοπωλίου Καπνού λειτούργησαν ομαλά μέχρι τα μέσα του 1914. Το οθωμανικό νόμισμα εξακολουθούσε να κυκλοφορεί μέχρι το 1915, οπότε και ο Διεθνής Δημοσιονομικός Ελεγχος επέτρεψε την κυκλοφορία της δραχμής στις Νέες Χώρες. Οι κινήσεις για την εκκλησιαστική ενσωμάτωση των Νέων Χωρών στο ελληνικό κράτος, αν και ξεκίνησαν από την επομένη των Βαλκανικών Πολέμων, ολοκληρώθηκαν (υπό ιδιόμορφο καθεστώς δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου) μόλις το 1928.
Τον ελληνικό στρατό στη Μακεδονία συνόδευσε μεγάλος αριθμός διοικητικών, αστυνομικών και δικαστικών υπαλλήλων, διπλωματών, δικηγόρων και μηχανικών από την παλαιά Ελλάδα και την Κρήτη. Ολοι αυτοί βοήθησαν στην ενσωμάτωση των Νέων Χωρών στο Ελληνικό Βασίλειο. Παράλληλα, όμως δημιουργήθηκαν προβλήματα και εντάσεις με τους ντόπιους κατοίκους, γιατί ένιωθαν ότι παραγκωνίζονταν και ότι αποκλείονταν από τις κρατικές θέσεις. Εξάλλου, πολλοί Ελληνες από τις νότιες περιοχές θεωρούσαν το διορισμό τους στις Νέες Χώρες ως δυσμενή μετάθεση, με αποτέλεσμα ο κρατικός μηχανισμός στην περιοχή να στελεχώνεται με στελέχη αμφιβόλου ποιότητας και αξίας. Στα απομνημονεύματά του ο Γεώργιος Μόδης εκφράζει τη δυσφορία του για το χαμηλό επίπεδο διοικητικών υπαλλήλων από τη Νότια Ελλάδα, που τους θεωρούσε «ανορθόγραφους» και υποστήριζε ότι οι ίδιοι «φαντάστηκαν ότι κυριώτερη αποστολή στις Νέες Χώρες είχαν να πλουτίσουν »
Προβλήματα παρουσιάστηκαν και με την πολιτική που εφήρμοσε το κράτος απέναντι στις αλλοεθνείς ή αλλόγλωσσες ομάδες της Μακεδονίας. Ο πολυεθνικός χαρακτήρας της περιοχής αποτελούσε για τους περισσότερους κρατικούς υπαλλήλους πρωτόγνωρο φαινόμενο, ενώ οι φόβοι για το φρόνημα και τη συμμόρφωση μουσουλμάνων, Εβραίων και σλαβοφώνων στην κρατική πολιτική οδηγούσαν συχνά σε αυθαιρεσίες ή σε αδιαφορία για τα προβλήματα των νέων πολιτών του κράτους, γεγονός που δυσχέραινε τις προσπάθειες αφομοίωσής τους στον εθνικό κορμό.
Από την άλλη πλευρά, η πολιτική δράση, κατά το πρόσφατο οθωμανικό παρελθόν, της περιοχής είχε ταυτισθεί με τη συμπαράταξη με τα επιμέρους εθνικά στρατόπεδα. Το χαρακτηριστικό αυτό κληροδοτήθηκε στην πολιτική ζωή της ελληνικής Μακεδονίας, ενταγμένο ωστόσο στη γενικότερη κρίση του Εθνικού Διχασμού. Αναπόφευκτα, η επιρροή της ΕΜΕΟ στο σλαβικό στοιχείο και των νεοτούρκων στο μουσουλμανικό περιορίσθηκε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Από την πλευρά τους οι Ισραηλίτες, παρά την καχυποψία τους απέναντι στην ελληνική διοίκηση, εντάχθηκαν στα ελληνικά πολιτικά στρατόπεδα.
Αυτό συνέβη άλλωστε και με την εβραϊκή σοσιαλιστική οργάνωση της Φεντερασιόν (Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης). που είχε δημιουργηθεί το 1909 και είχε συνταχθεί προγραμματικά με τη Β' Διεθνή. Αν και αρχικά η Φεντερασιόν είχε ταχθεί υπέρ της αυτονομίας της Μακεδονίας, με το επιχείρημα ότι ο χωρισμός της περιοχής με βάση εθνικά κριτήρια ήταν αδύνατος, μετά το 1914 δεν ανακίνησε το ζήτημα. Την άνοιξη τοι) 1914 στήριξε την απεργία των καπνεργατών στην Καβάλα, στη Δράμα και τη Θεσσαλονίκη, την πρώτη συνεργασία Εβραίων και Ελλήνων εργατών, που έληξε νικηφόρα. Στην Α' Πανελλαδική Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1915 με τη συμμετοχή της Φεντερασιόν, αποφασίσθηκε η συμμετοχή των σοσιαλιστών στις εκλογές, με προγραμματικούς στόχους τη διατήρηση της ουδετερότητας της χώρας, τη μείωση της φορολογίας των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, την προώθηση της Ιδέας της βαλκανικής ομοσπονδίας την απελευθέρωση των σοσιαλιστών πολιτικών κρατουμένων, ανάμεσά τους και του ηγέτη της Φεντερασιόν, Αβραάμ Μπεναρόγια. Στην ίδια συνδιάσκεψη αποφασίσθηκε η εκλογική συνεργασία με τη φιλοβασιλική Ηνωμένη Αντιπολίτευση του Δημητρίου Γούναρη.
Οι πρώτες εθνικές εκλογές, στις οποίες συμμετείχαν και οι κάτοικοι των Νέων Χωρών, πραγματοποιήθηκαν στις 31 Μαΐου του 1915. Στις εκλογές κατέβηκαν τρεις βασικοί συνδυασμοί: η Ηνωμένη Αντιπολίτευση, το Κόμμα των Φιλελευθέρων και οι Λαϊκοί-Ανεξάρτητοι. Αν και στο σύνολο της επικρατείας οι Φιλελεύθεροι πέτυχαν συντριπτική νίκη συγκεντρώνοντας το 59% των ψήφων, στη Μακεδονία κερδισμένη βγήκε η φιλοβασιλική αντιπολίτευση για μια σειρά από λόγους: τα φιλοβασιλικά αισθήματα μεγάλης μερίδας του πληθυσμού, ελληνοφώνου και σλαβοφώνου, τη δυσαρέσκεια Ελλήνων κατοίκων της Ανατολικής Μακεδονίας για τον Βενιζέλο όταν έγινε γνωστό ότι είχε διαπραγματευτεί την παραχώρησή της στη Βουλγαρία με εδαφικά ανταλλάγματα στη Μικρά Ασία, την αντιπολεμική στάση της Φεντερασιόν που επηρέαζε μεγάλο μέρος των Εβραίων προλεταρίων της Θεσσαλονίκης, την άρνηση των ντόπιων μουσουλμάνων και Σλάβων να πολεμήσουν για την εξυπηρέτηση των εθνικών στόχων της Ελλάδας κ.λπ.
Η σημασία της συμμετοχής των Νέων Χωρών στις εκλογικές αναμετρήσεις αναδείχθηκε ξανά όχι στις αμέσως επόμενες εκλογές (Δεκέμβριος 1915), που δεν ανέτρεψαν το πολιτικό σκηνικό λόγω της αποχής των Φιλελευθέρων, αλλά στις κρίσιμες εκλογές του Νοεμβρίου του 1920. Αντιμέτωποι τέθηκαν το κυβερνών Κόμμα των Φιλελευθέρων, η αντιβενιζελική αντιπολίτευση των Ηνωμένων Κομμάτων -με ηγέτη και πάλι τον Γούναρη- και, για πρώτη φορά, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Ελλάδος (ΣΕΚΕ), ο πρόδρομος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Οι εκλογές αποδείχθηκαν σημαντικές όχι μονάχα για το αποτέλεσμά τους (την ήττα του Βενιζέλου, την επιστροφή του Κωνσταντίνου και τη δρομολόγηση των εξελίξεων που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή) αλλά και για τη στάση που κράτησαν οι εθνικές μειονότητες των Νέων Χωρών εναντίον του Βενιζέλου, η οποία θεωρήθηκε ως αντεθνική. Οι Φιλελεύθεροι υπέστησαν πανωλεθρία στη Μακεδονία, κερδίζοντας μονάχα 3 από τις 74 έδρες της εκλογικής περιφέρειας. Στην ίδια τη Θεσσαλονίκη η αντιβενιζελική αντιπολίτευση κέρδισε επί συνόλου 52.487 εκλογέων 24.332 ψήφους, οι Φιλελεύθεροι 15.236 και το ΣΕΚΕ 12.919 ψήφους. Αυτή η τραυματική εμπειρία των βενιζελικών, ορισμένοι εκ των οποίων ισχυρίστηκαν ότι «οι Τούρκοι και οι Εβραίοι έριξαν τον Βενιζέλο», ενίσχυσε την αντίληψη περί αντεθνικής ψήφου των μειονοτήτων, αντίληψη πάντως που δεν μοιράζονταν αναγκαστικά οι πολιτικοί τους αντίπαλοι. Ωστόσο, n επικράτηση των βενιζελικών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων οδήγησε στη δημιουργία διακριτών εκλογικών συλλόγων για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης και τους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης. Το σύστημα αυτό, αν και δεν νομιμοποιήθηκε ποτέ από το ελληνικό Σύνταγμα, εφαρμόστηκε στις εκλογικές αναμετρήσεις του 1923, του 1928, του 1932 και του 1933.
Πηγή: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Θεσσαλονίκη-100 χρόνια από την απελευθέρωση