| 1941. Γερμανοί στρατιώτες λεηλατούν ελληνικό κατάστημα υφασμάτων, κατάσχοντας ή αγοράζοντας με μάρκα Κατοχής ευτελούς ισοτιμίας προς τη δραχμή |
Η επίθεση της Γερμανίας κατά της Πολωνίας (τον Σεπτέμβριο του 1939) είχε ως συνέπεια στην Ελλάδα την αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας, ενώ οι αποταμιευτές έσπευσαν να ρευστοποιήσουν τις καταθέσεις τους στις τράπεζες. Η κατάσταση εκτονώθηκε όμως σύντομα, επειδή οι τράπεζες ανταποκρίθηκαν στη ζήτηση από το κοινό. Ετσι κύλησε άλλο ένα έτος και, μετά την 28η Οκτωβρίου 1940, παρατηρήθηκε το ίδιο φαινόμενο. Η νίκη όμως των ελληνικών δυνάμεων στο Αλβανικό μέτωπο και η ευφορία που ακολούθησε, δημιούργησαν ξανά συνθήκες εμπιστοσύνης στο νόμισμα. Ίδια επίδραση είχε και η ειδική δανειοδότηση της οικονομίας από τους Βρετανούς που είχαν εγγυηθεί τα σύνορά της πριν από την έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η κατάσταση όμως αυτή δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ. Τον Απρίλιο του 1941, η Γερμανία επιτέθηκε στην Ελλάδα μέσω της Βουλγαρίας και προς το τέλος του μήνα οι δυνάμεις του Άξονα μπήκαν στην Αθήνα. Η χώρα διαιρέθηκε σε τρεις ζώνες κατοχής, σε καθεμιά από τις οποίες καθιερώθηκε και διαφορετικό νόμισμα (κατοχικό μάρκο, μεσογειακή δραχμή, λέβα). Η νομισματική αυτή διαρρύθμιση αποτέλεσε και το πρώτο βήμα για τη σταδιακή καταστροφή της οικονομίας.
Η στάση των κατακτητών
Πολλοί πίστευαν ότι λόγω της συμπάθειας των εθνικοσοσιαλιστών προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, η συμπεριφορά τους ως κατακτητών στην Ελλάδα θα διαφοροποιούνταν προς το ευνοϊκότερο, απ' ό,τι σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική, διαψεύδοντας επίσης και όσους πίστευαν ότι η Ελλάδα, ως φτωχή σε πρώτες ύλες χώρα, δεν θα ενδιέφερε οικονομικά τον γερμανικό ιμπεριαλισμό. Στο παγκοσμίου κύρους Ινστιτούτο Διεθνούς Οικονομίας στο Κίελο, εκπονήθηκαν πριν και μετά την επίθεση κατά της Ελλάδας έξι μελέτες που αφορούσαν την οικονομία του τόπου:
Η βιομηχανία τροφίμων στην Ελλάδα
Η ναυπηγική βιομηχανία της Ελλάδας
Η ελληνική κλωστοϋφαντουργία
Η βιομηχανία καουτσούκ στην Ελλάδα
Η ελληνική σιδηροβιομηχανία
Τα ελληνικά μεταλλεύματα (ο ορυκτός πλούτος της Ελλάδος)
Οι μελέτες αυτές που απεστάλησαν στις δυνάμεις κατοχής αποτελούν απόδειξη του συστηματικού τρόπου με τον οποίο επιδιώχθηκε η ολοκληρωτική υποταγή της υπόδουλης Ελλάδας στις επιδιώξεις των κατακτητών. ΟΙ αρχές κατοχής αμέσως με τη συνεργασία της κυβέρνησης Τσολάκογλου κατάσχεσαν αγροτικά προϊόντα (καπνό, λάδι κ.λπ.), μεταλλεύματα (βωξίτη, χρώμιο) κ.λπ. Παρά τις τεχνητά χαμηλές τιμές που χρησιμοποιούνταν όποτε o κατακτητής αγόραζε οτιδήποτε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό κλήρινγκ, η Ελλάδα εμφάνιζε μεγάλο πιστωτικό άνοιγμα υπέρ αυτής στον λογαριασμό αυτό, χωρίς προοπτική να αποσπάσει κάτι σε αντάλλαγμα. Ετσι, αργότερα, ιδρύθηκαν οι εταιρείες εξαγωγικού εμπορίου DEGRIGES και SAGIC, που διαχειρίζονταν το ελληνογερμανικό και το ελληνοϊταλικό εμπόριο αντίστοιχα. Ομως κι αυτές λόγω της αυθαιρεσίας των υπολογισμών συσσώρευσαν τεράστια χρέη προς την Ελλάδα, μεγαλώνοντας ακόμη περισσότερο το πιστωτικό της άνοιγμα.
Ενώ οι Γερμανοί κατέλαβαν τον Απρίλιο του 1941 την Αθήνα, μόλις στα τέλη Ιουνίου επέτρεψαν στους Ιταλούς να εισέλθουν στην Αθήνα και την Αττική. Εν τω μεταξύ στους δύο αυτούς μήνες, όχι μόνο είχε κατασχεθεί και σταλεί στη Γερμανία ό,τι είχε βρεθεί αποθηκευμένο, αλλά το κυριότερο, οι ελληνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις που είχαν ενδιαφέρον για την πολεμική οικονομία της Γερμανίας αγοράστηκαν, νοικιάστηκαν ή δεσμεύτηκαν να προμηθεύουν τη γερμανική αγορά με πυρίτη, σιδηρομετάλλευμα, χρώμιο , νικέλιο, μαγγάνιο, βρανίτη, σε όσες ποσότητες και αν παράγονταν. Οι Ιταλοί ζήτησαν μερίδιο απ' τη λεηλασία και απέσπασαν κάποια προνόμια, μετά την άνοιξη του 1942, χωρίς όμως και να ανατρέψουν τη ροή του εμπορίου προς τη Γερμανία. (Το 76% Των ελληνικών εξαγωγών κατευθυνόταν προς Γερμανία και το 17% προς Ιταλία.)
Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι οι κατακτητές ήρθαν με τις χειρότερες των προθέσεων για την ελληνική οικονομία, μη διστάζοντας σε τίποτε, καταστρέφοντας συστηματικά την υλική της βάση και το νόμισμά της και μάλιστα με τόσο μεγαλύτερο μένος, όσο η αντίσταση του ελληνικού λαού στα σχέδιά τους φούντωνε. Στο σημείο αυτό, δεν θα ήταν άσκοπο να αναφέρουμε τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την άποψη ότι η Ελλάδα, μετά τη Σοβιετική Ενωση, δέχτηκε τα πιο σκληρά πλήγματα εξαιτίας του πολέμου και της Κατοχής στην Ευρώπη.
Συνέπειες της Κατοχής
Στη διάρκεια της Κατοχής o πληθυσμός της Χώρας μειώθηκε από 7.336.000 ανθρώπους (απογραφή του 1940) κατά 415.300 άτομα απ' τους οποίους 260.000 ήταν άμαχοι, θύματα της πείνας. Η ημερήσια διατροφή το 1941 ήταν 900 θερμίδες τη μέρα ανά άτομο, και σύμφωνα με εκτιμήσεις ποτέ δεν πέρασε τις 1.400 σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Η γεωργική παραγωγή μειώθηκε μεταξύ 1940-44 κατά 70%, ενώ η βιομηχανική κατά 82%. Η κτηνοτροφία έχασε το 60% των ζώων της, η ναυτιλία το 78% της χωρητικότητάς της, ενώ το 72% των μεταφορικών μέσων (φορτηγά αυτοκίνητα) καταστράφηκαν, όπως και το 25% των ελληνικών δασών. Οι εισαγωγές από 1,5 εκατομμύριο τόνους το 1940 έπεσαν 280.000 τόνους το 1944, και οι εξαγωγές από 500 σε 33.000 αντίστοιχα. Κατά την αποχώρησή οι Γερμανοί πήραν μαζί τους το 90% των αμαξοστοιχιών, και ανατίναξαν το 90% των γεφυρών πλάτους άνω των δέκα μέτρων (στην Πελοπόννησο το 80%). Η διάσκεψη του Παρισιού το 1946 για τις επανορθώσεις εκτίμησε τις υλικές καταστροφές της Ελλάδας σε 8,5 δισ. δολάρια της εποχής.
Τον απολογισμό αυτό της καταστροφής επιβάλλεται να συμπληρώσουμε με αναφορά στις νομισματικές εξξλίξεις. Η νομισματική κυκλοφορία μεταξύ Οκτωβρίου 1939/Ιανουαρίου 1944 αυξήθηκε κατά 36.000%. Όπως γίνεται φανερό από τα παραπάνω, ο υπερπληθωρισμός αυτός κατέστρεψε ολοκληρωτικά το νόμισμα και επανέφερε την Ελλάδα στον αντιπραγματισμό. Στην ουσία μηδένισε όλες τις παραγωγικές προσπάθειες του Μεσοπολέμου, ρίχνοντας τη χώρα σε μια άβυσσο από την οποία εξήλθε μόλις το 1953.
Του Μιχ. Ψαλιδόπουλου, "Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ", Ειδική έκδοση της "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ"