Σάββατο, Δεκεμβρίου 11, 2021

ΠΑΝ.ΦΡΑΝΤΖΗΣ: Έγκλημα που συντάραξε το πανελλήνιο

(Το κείμενό της ανάρτησης αυτής είναι από το βιβλίο του Πάνου Σόμπολου: "ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", από τις εκδόσεις "ΠΑΤΑΚΗ". Λόγω του μεγάλου όγκου έχει χωριστεί σε δύο μέρη) 


«Κομμάτια» ο παράφορος έρωτας 

Είναι το έγκλημα που συντάραξε το πανελλήνιο και άφησε άναυδη την ελληνική κοινή γνώμη. Είναι το έγκλημα που, με τις ανατριχιαστικές του λεπτομέρειες, αποτέλεσε σταθμό στα αστυνομικά χρονικά της χώρας. Με αυτό το έγκλημα ασχολήθηκα για πολύ καιρό και έζησα, από την πρώτη στιγμή της αποκάλυψής του, όλες τις φρικιαστικές πτυχές του. 

Πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα ερωτικό έγκλημα ζήλιας και πάθους. Ο δράστης ενήργησε με βάναυση αγριότητα και με σκληρή και ανηλεή διάθεση, καταλήγοντας σε αυτό το ειδεχθές αποτέλεσμα. Οι εφημερίδες της εποχής, όπως και τα περιοδικά, αφιέρωσαν αμέτρητες σελίδες με ρεπορτάζ, σχόλια, παρατηρήσεις και απόψεις εγκληματολόγων και άλλων ειδικών, καθώς και πλήθος φωτογραφιών, ενώ τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα αφιέρωσαν επίσης αμέτρητες ώρες στις ειδήσεις και στις εκπομπές τους για την πολύκροτη υπόθεση. 

Ο άνθρωπος που πρωταγωνίστησε σε αυτή τη φοβερή ιστορία είναι ο Παναγιώτης Φραντζής, 27 χρονών, τότε φοιτητής στην ΑΣOΕΕ (σημερινό οικονομικό πανεπιστήμιο, που εργαζόταν παράλληλα και ως πλασιέ σε εταιρεία ενδυμάτων. 

Θύμα ήταν η Ζωή (Ζωζώ τη φώναζαν) Φραντζή-Γαρμανή, 18 χρονών. Ήταν μια πανέμορφη κοπέλα, την οποία o σύζυγός της στραγγάλισε και τεμάχισε με κρητικό μαχαίρι, τοποθετώντας στη συνέχεια τα έντεκα κομμάτια της σε νάιλον σακούλες και πετώντας τα σε κάδους απορριμμάτων, όπου ανακαλύφθηκαν τυχαία από συλλέκτη που έψαχνε στους κάδους για γραμματόσημα. 

Θυμάμαι πως τότε είχαν βρεθεί όλα τα μέλη του σώματος της άτυχης γυναίκας πλην του κεφαλιού. Ο ιατροδικαστής Χρήστος Λευκίδης, μαζί με τον βοηθό του, τον Θανάση Σαρλή τοποθέτησαν στο μάρμαρο του νεκροτομείου τα κομμάτια και «συναρμολόγησαν» το πτώμα. Έχω δει στη μακροχρόνια δημοσιογραφική μου καριέρα, και δεδομένου του ρεπορτάζ που κάλυπτα, αμέτρητα πτώματα σε εγκλήματα (ανθρωποκτονίες), σε τροχαία δυστυχήματα. σε ναυάγια, σε πυρκαγιές, σε αεροπορικά δυστυχήματα. σε αυτοκτονίες, καθώς και ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους με αιφνίδιο τρόπο. Αυτό το πτώμα ήταν εντελώς διαφορετικό από τα άλλα και θα το θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή για δύο λόγους: 

α) γιατί ήταν τεμαχισμένο και ακέφαλο, και β) γιατί ήταν «αφράτο»,ζωηρό, ήταν σαν άγαλμα, σαν να ζούσε ακόμα αυτή η πολύ όμορφη κοπέλα. 

Θυμάμαι πως, όταν ολοκληρώθηκε η «συναρμολόγηση»,διαφωνούσαμε με τον τότε αστυνομικό διευθυντή της Ασφάλειας Γιώργο Βασιλόπουλο για την ηλικία της γυναίκας, που μέχρι την ώρα εκείνη ήταν αγνώστων στοιχείων. Το κεφάλι δεν είχε βρεθεί. Εγώ υποστήριζα ότι επρόκειτο για νέα κοπέλα, το πολύ έως 20 χρονών, ενώ εκείνος επέμενε ότι ήταν 25 και πάνω, και λέγαμε μάλιστα να βάλουμε στοίχημα μπίρες, αλλά δεν δέχθηκε. Ο Θανάσης Σαρλής, που παρακολουθούσε την έντονη διαφωνία μας, γελούσε. Τελικά, όπως είπαμε πιο πάνω,το θύμα ήταν 18 χρονών. H κηδεία της όμορφης Ζωζώς έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο, στο νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου. 

Ας δούμε όμως από την αρχή όλες τις τραγικές πτυχές αυτής της υπόθεσης. 

O Παναγιώτης Φραντζής, από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκε με τη Ζωή, την ερωτεύθηκε σφόδρα. Δεν έβλεπε τίποτε άλλο στη ζωή του πέρα από τη Ζωζώ, την οποία υπεραγαπούσε. Παράλληλα. τη ζήλευε υπερβολικά. όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων. Αλλά κι εκείνη αγάπησε πολύ τον Παναγιώτη, όπως μας δήλωναν συγγενικά της πρόσωπα. 

Έχει ενδιαφέρον η γνωριμία του ζευγαριού, όπως την περιέγραψε ο πατέρας της Ζωής στην προανάκριση, και αναλυτικότερα ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας στο κακουργιοδικείο. Να τι είπε o Γιώργος Γαρμανής ενώπιον του δικαστηρίου: 

«O δολοφόνος έμενε πολύ κοντά στο λύκειο που πήγαινε σχολείο η κόρη μου. Την πλησίασε. Η κόρη μου εκμυστηρεύτηκε στη μάνα της ότι κάποιος την πειράζει. Σκεφθείτε ότι είχε τόση εμμονή αυτός. που ερχόταν κάθε Σάββατο στη Ναύπακτο όπου παραθερίζαμε και αξίωνε σώνει και καλά να τη δει. Δεν αποδέχθηκα την πρότασή του. Μετά από μεγάλη επιμονή, τον δέχτηκα. Μου είπε ότι την αγαπούσε κι ότι θέλει να την παντρευτεί. Αυτό που σας αναφέρω. έγινε το καλοκαίρι του 1986. Τελικά αναγκάστηκα να δώσω τη συγκατάθεσή μου. Ο γάμος έγινε τον Δεκέμβριο του 1986. Έχω τύψεις συνειδήσεως γιατί τον αποδέχθηκα! Που να φανταζόμουνα αυτό το μακάβριο τέλος; »

Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Γαρμανής ερωτήθηκε από το δικαστήριο και για τις σεξουαλικές σχέσεις του δράστη με το θύμα - αν τα πήγαιναν καλά. Η ερώτηση έγινε επειδή ο Φραντζής είχε υποστηρίξει στην αστυνομία ότι η Ζωζώ τον είχε πει ανίκανο. O Γαρμανής απάντησε ως εξής: 

«Δεν γνωρίζω αν σεξουαλικά ήταν ικανός. O ίδιος έλεγε ότι πριν είχε εβδομήντα γυναίκες. Δεν ρωτούσα από λεπτότητα. Η κόρη μου ήταν άπειρη. Ήταν ο πρώτος της άντρας. Αυτός τη ζήλευε υπερβολικά. Δεν την άφηνε να κάνει παρέα ούτε με φίλες της. Το γιατί δεν είχαν κάνει παιδί δεν το ξέρω. ίσως ήταν νωρίς, δεν ξέρω». 

Για τη σχέση του με τη Ζωή, και τη γνωριμία τους ειδικότερα, ο Φραντζής μίλησε στον συνάδελφο Γιώργο Γκιώνη. με τον οποίο δουλεύαμε μαζί τότε στο Έθνος. Είπε ανάμεσα στα άλλα: 

« Τη γνώρισα τον Οκτώβριο του 1985. Πήγαινε στο Η' Λύκειο και το γραφείο μου ήταν εκεί κοντά. Είναι πανέμορφη. την ερωτεύθηκα, κι έτσι άρχισε ο δεσμός μας. Είχε έντονη φιλαρέσκεια. Της άρεσε να τραβάει πάνω της τις ματιές των αντρών, αλλά αυτή να μη δίνει σημασία. Η σχέση μας ήταν τρομερά δύσκολη. Το είχε πάρει πάνω της επειδή ήταν όμορφη. αλλά το μυαλό της ήταν σαν μικρού παιδιού. Τσακωνόμασταν συχνά. Τον Ιανουάριο του 1986 χωρίσαμε γιατί δεν ήθελε να κάνουμε έρωτα, γιατί ήθελε να δοθεί μόνο στον άντρα που θα παντρευόταν. Μετά τον τσακωμό αρραβωνιάστηκα με μια άλλη κοπέλα, και μόλις το έμαθε πειράχτηκε και ζήλεψε. Μου είπε να τη χωρίσω και να παντρευτούμε. Έτσι ξανασμίξαμε με τη Ζωζώ. Το καλοκαίρι πήγε διακοπές στη Ναύπακτο. Πήγαινα τακτικά και την έβλεπα κρυφά. Ενώ η ίδια με καλούσε να πάω, όταν πήγαινα, μ' έδιωχνε! Στο τέλος του καλοκαιριού πήγαμε μαζί στη Σκιάθο ». 

Ας συνεχίσουμε όμως την αφήγηση των γεγονότων. Μετά από γνωριμία περίπου δεκατεσσάρων μηνών το ζευγάρι παντρεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1986 και νοίκιασε ένα διαμέρισμα στην οδό Νεμέσεως (στο δεύτερο όροφο), στην περιοχή των Κάτω Πατησίων, όπου και διέμενε. 

O Παναγιώτης Φραντζής προέρχεται από μια ήσυχη, μικρομεσαίας τάξεως οικογένεια. Ο πατέρας του Σπύρος είναι συνταξιούχος των ΕΛΔΑ και η μητέρα του Μαρία καθηγήτρια μουσικής. Αυτή είχε διδάξει και στον Παναγιώτη πιάνο. Έχει και δύο άλλα αδέλφια (αδελφό και αδελφή). Τον πατέρα του τον γνώρισα, καθώς συναντηθήκαμε αρκετές φορές μετά το αποτρόπαιο έγκλημα. Πρόκειται για έναν καλοβαλμένο και σοβαρό άνθρωπο. o οποίος δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε κάνει ο γιος του και προσπαθούσε με μεγάλη επιμονή να βρει ελαφρυντικά. 

Και η Ζωζώ προερχόταν από μια πολύ καλή και ήσυχη οικογένεια. Ο πατέρας της, Γιώργος Γαρμανής, είναι συνταξιούχος του δημοσίου — κάποιος γείτονας μάλιστα μου είχε πει ότι ήταν εφοριακός. Το ζεύγος Γαρμανή έχει κι έναν γιο, τον Χαράλαμπο,ο οποίος διαθέτει ιδιαίτερα μεγάλη δύναμη και υπομονή. Παρά τη συντριβή του για τον χαμό της αδελφής του  στάθηκε όρθιος, προσπαθώντας με πρωτοφανή ψυχραιμία να συνδράμει τους γονείς του και να τους δώσει κουράγιο για τη συμφορά που είχε βρει το σπίτι τους. 

Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε ο δράστης, από τότε που παντρεύτηκαν, οι σχέσεις του ζευγαριού δεν ήταν καλές. Καβγάδιζαν συχνά για ασήμαντη αφορμή, ενώ οι έριδες και οι φιλονικίες κράτησαν περίπου έξι μήνες,  οπότε και έγινε το κακό. 

Φτάνουμε στην επίμαχη βραδιά της 24ης Ιουνίου 1987. Παναγιώτης και Ζωή κανονίζουν και βγαίνουν βόλτα στη Φωκίωνος Νέγρη. Εκεί, σε ένα μαγαζί, κάθισαν κι έφαγαν παγωτό. Καθώς έφευγαν, η Ζωή ζήτησε από τον Παναγιώτη να πάνε σε μια παμπ για να διασκεδάσουν. 

«Δεν μπορώ άλλο απόψε. Είμαι κουρασμένος. Πάμε σπίτι» φέρεται να της είπε o Φραντζής. 

Ακολουθεί νέο επεισόδιο μεταξύ του ζευγαριού και φραστική επίθεση από τη Ζωή, η οποία παραπονιέται ότι δεν πάνε να διασκεδάσουν λίγο, σαν νέα παιδιά που είναι. Θυμωμένοι κι οι δυο τους, φτάνουν στο σπίτι. Η Ζωή κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, ενώ ο Παναγιώτης πάει να βρει χώρο για να το παρκάρει. Η Ζωή ανεβαίνει στο διαμέρισμα και κλειδώνει την πόρτα. Όταν ανεβαίνει κι ο Παναγιώτης και χτυπάει το κουδούνι, εκείνη αρνείται να του ανοίξει. Ξαναχτυπά το κουδούνι και προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα, αλλά η Ζωή δεν του ανοίγει με τίποτα. Ούτε του μιλάει. 

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, o Παναγιώτης σκέφθηκε να της τηλεφωνήσει. Κατέβηκε κάτω και πήγε στο περίπτερο στη γωνία, για να πάρει τηλέφωνο και να την παρακαλέσει να του ανοίξει. Εκείνη όμως δεν σήκωνε το τηλέφωνο, παρά το γεγονός ότι o Παναγιώτης το άφησε αρκετή ώρα να χτυπάει. 

Φεύγει από το περίπτερο. Ανεβαίνει ξανά στον δεύτερο όροφο. Παρακαλεί και πάλι τη Ζωή να του ανοίξει την πόρτα. Τελικά εκείνη πείθεται. Αφού o Φραντζής μπαίνει μέσα, δημιουργείται νέο επεισόδιο για το κλείδωμα της πόρτας και γιατί δεν πήγαν για διασκέδαση. 

Όλα αυτά μου τα είπε o ίδιος o Φραντζής σε συζητήσεις-συνεντεύξεις μετά το φρικτό έγκλημα. Ας συνεχίσω όμως την αφήγηση των γεγονότων. 

Κι αυτός ο καβγάς δεν κράτησε για πολύ. Λίγο αργότερα, Παναγιώτης και Ζωή ξάπλωσαν στο κρεβάτι και έκαναν έρωτα, ξεχνώντας τα καβγαδάκια. Δεν πέρασε όμως ούτε ένα τέταρτο και ξαναμάλωσαν! Και τον νέο καβγά τον προκάλεσε η Ζωή, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του Φραντζή, δεδομένου ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει άλλη μαρτυρία, οι διαπληκτισμοί συνεχίστηκαν εντονότερα και τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Σε κάποια φάση, σηκώθηκαν και οι δύο από το κρεβάτι και συνέχισαν την έντονη λογομαχία. Να τι ισχυρίστηκε o Φραντζής για τη στιγμή του φονικού, επιμένοντας ότι επρόκειτο για ατύχημα: 

«Ύστερα απ' όλα αυτά, δεν άντεξα. Βγήκα εκτός εαυτού. Τα 'χασα και δεν ήξερα τι έκανα. Την άρπαξα και την έσπρωξα με δύναμη στην άκρη του κρεβατιού, χτυπώντας το κεφάλι της, το οποίο έβγαλε και αίματα. Βρισκόμουνα, όπως αντιλαμβάνεσθε, σε πλήρη σύγχυση. Η Ζωή ήταν κάτω. Πλησίασα για να δω αν αναπνέει κι αν έχει σφυγμούς. Πιάνοντας το χέρι της, διαπίστωσα ότι δεν είχε σφυγμούς, ήταν νεκρή».

Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω ότι ο Φραντζής ψεύδεται. Ο ιατροδικαστής Χρήστος Λευκίδης διαπίστωσε ότι o θάνατος της Ζωής επήλθε συνεπεία στραγγαλισμού με τα χέρια, και όχι από το χτύπημα στο κρεβάτι. Επίσης διαπίστωσε ότι o δράστης έφερε ίχνη πάλης. Δηλαδή το ζευγάρι είχε έρθει στα χέρια και η κοπέλα προσπάθησε να αμυνθεί και να ξεφύγει, χωρίς όμως να τα καταφέρει. Η δολοφονία της δεκαοκτάχρονης γυναίκας διαπράχθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες (περίπου στις 2:30 π.μ.) της 25ης Ιουνίου 1987. 

Αφού στραγγάλισε τη γυναίκα του, ο Φραντζής σκέφθηκε να βρει τρόπο να την εξαφανίσει για να γλιτώσει από τις συνέπειες. Ήθελε να φανεί ότι η Ζωή τον είχε εγκαταλείψει και είχε εξαφανιστεί. Δεν πίστευε εκείνη τη στιγμή ότι θα μπορούσαν να βρεθούν τα μέλη του σώματός της και να αποκαλυφθεί o δολοφόνος. Νόμιζε ότι το πρωί θα περνούσε το απορριμματοφόρο και θα άδειαζε τον κάδο, και ότι κατά συνέπεια δεν θα βρισκόταν ποτέ το τεμαχισμένο πτώμα της νεαρής συζύγου του. 

Αποφάσισε λοιπόν να κόψει κομμάτια το πτώμα, να το βάλει σε σακούλες και να τις πάει σε κάποιον κάδο. Για τον σκοπό αυτό, σήκωσε το άψυχο κορμί της Ζωζώς και το τοποθέτησε πάνω στο κρεβάτι. Βγήκε στη συνέχεια από το διαμέρισμα και κατέβηκε κάτω. Πήγε στο αυτοκίνητό του και πήρε ένα κρητικό μαχαίρι που είχε στο πορτμπαγκάζ. Ανέβηκε μετά στην κουζίνα, πήρε από ένα ντουλαπάκι ένα μικρό σφυρί και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Της έβγαλε το μπλουζάκι που φορούσε, σήκωσε το πτώμα και το μετέφερε στην μπανιέρα. Πήρε το μαχαίρι κι άρχισε να κόβει το κορμί της αγαπημένης του με εκπληκτική ψυχραιμία, αλλά και «δεξιοτεχνία». πράγμα που μου είχε κάνει τότε ιδιαίτερη εντύπωση. 

Θα διακόψω για λίγο την αφήγηση των ανατριχιαστικών λεπτομερειών για να σας αναφέρω ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο και μια συζήτηση που είχα με τον δράστη. 


Η μακάβρια «προτροπή» 

Θυμάμαι τον Φραντζή κατά τη μέρα της αναπαράστασης του φρικιαστικού εγκλήματος. Ήταν ψύχραιμος, σχεδόν ατάραχος, και έδειχνε εντελώς αδιάφορος. Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις των αστυνομικών, του εισαγγελέα και του ιατροδικαστή. Πριν απομακρυνθούν από την μπανιέρα, πλησίασα τον δράστη και τον ρώτησα αν είχε δουλέψει ποτέ σε χασάπικο και πώς είχε καταφέρει να τεμαχίσει το πτώμα της Ζωής με τόση ακρίβεια. Πάγωσα από την απάντηση που πήρα: 

«Ακούστε, κύριε Σόμπολε, δεν είναι ανάγκη να δουλέψω σε κρεοπωλείο για να ξέρω. Είναι πολύ εύκολο. Δεν είναι τίποτα το δύσκολο, αρκεί να σημαδεύεις τις κλειδώσεις. 

Μπορείς να δοκιμάσεις και θα δεις ότι είναι πολύ εύκολο...» «Δηλαδή τι μου λες. ρε Παναγιώτη, να κάνω, να σκοτώσω κι εγώ μια γυναίκα και να δοκιμάσω πόσο εύκολα τεμαχίζεται το πτώμα;» παρατήρησα. Εκείνος με κοίταξε αμήχανα και δεν μου απάντησε. 

Τον ξαναρώτησα για τη διαδικασία του τεμαχισμού και για το πώς αισθανόταν. Απάντησε: 

«Αυτή η νύχτα ήταν η χειρότερη της ζωής μου. Προβληματίστηκα έντονα τι θα την έκανα αφού ήταν ήδη νεκρή. Δεν μπορούσα και να μεταφέρω ολόκληρο το πτώμα, καθώς ήταν αρκετά βαριά και ψηλή. Να φώναζα κάποιον, δεν γινόταν. Πάντως πρέπει να σας πω ότι ήμουνα σε κακή κατάσταση. Έκανα εμετό όταν την τεμάχιζα και σταματούσα. Ξανάρχιζα... Υπήρχε και μια έντονη μυρωδιά από τα αίματα... Όμως την αγαπώ! Την αγαπώ πολύ... Την αγαπώ...» 

Εδώ θα πρέπει να επισημάνω ότι πάντοτε όταν μου μιλούσε, όπως και σε άλλους συναδέλφους, στον εισαγγελέα και σε αστυνομικούς, μιλούσε σαν να ζούσε η Ζωή. Πάντα σε ενεστώτα. 

Ας συνεχίσουμε όμως την εξιστόρηση των γεγονότων. 

Ο Φραντζής. στη συνέχεια. έκοψε χέρια. πόδια, κορμό, κεφάλι, συνολικά έντεκα κομμάτια. Εκείνο που συγκλονίζει πραγματικά. ακόμα περισσότερο, είναι οι επόμενες κινήσεις του, που μας αφήνουν άναυδους. Όταν της έκοψε το κεφάλι από τη βάση του λαιμού, το κράτησε στα χέρια του και το κοιτούσε! Στην ιατροδικαστική έκθεση που συνέταξε ο ιατροδικαστής Λευκίδης, υπήρχαν συγκλονιστικές λεπτομέρειες, και συγκεκριμένα αναφερόταν ότι ο Φραντζής με το μαχαίρι είχε βγάλει τις κόρες των ματιών της Ζωής, ενώ της είχε κόψει και τη μύτη! Της έκοψε και τα αυτιά, με σκοπό να την παραμορφώσει! Της έκοψε και τα μαλλιά, ενώ διαπιστώθηκε ότι την είχε χαρακώσει με το μαχαίρι στο πρόσωπο! 

Αφού ολοκλήρωσε το μακάβριο έργο του ο μακελάρης, πήρε νάιλον σακούλες από την κουζίνα και άρχισε να τοποθετεί ένα ένα τα κομμάτια μέσα σε αυτές. Επίσης, μέσα στις τσάντες έβαλε το εσώρουχο της Ζωζώς, που ήταν σχισμένο (κατά τον ιατροδικαστή διεξάχθηκε πάλη μεταξύ τους πριν τον έρωτα που ισχυρίστηκε ο Φραντζής ότι έκαναν), μια μπλούζα και διάφορα άλλα προσωπικά αντικείμενα της άτυχης γυναίκας. Όλη αυτή η διαδικασία, κατά τον ιατροδικαστή και τους άλλους ειδικούς, πρέπει να διήρκεσε περίπου τρεις ώρες. 

Ο Φραντζής πήρε στη συνέχεια τις τσάντες με τα κομμάτια του πτώματος και τις έβαλε στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του, μεταφέροντάς τις στην οδό Αιλιανού, όχι σε πολύ μεγάλη απόσταση από το διαμέρισμα του ζευγαριού. Εκεί, έναντι του αριθμού 12, υπήρχε ένας μεγάλος κάδος απορριμμάτων του Δήμου Αθηναίων. Μέσα σε αυτόν τον κάδο πέταξε τις σακούλες με τα περισσότερα μέλη του πτώματος και κάποια αντικείμενα. Τα υπόλοιπα τα πέταξε σε διάφορα σημεία συγκέντρωσης απορριμμάτων. Του έμεινε η σακούλα με το κεφάλι, την οποία κράτησε και μετέφερε αλλού: την πέταξε σε κάδο απορριμμάτων στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμονος Αχαρνών. κοντά στην εκκλησία. 

Στη συνέχεια. επέστρεψε σπίτι. Βρήκε το σφυράκι που είχε χρησιμοποιήσει για τον τεμαχισμό του πτώματος και, αφού το έπλυνε καλά, το τοποθέτησε και πάλι στο ντουλάπι της κουζίνας, απ' όπου το είχε πάρει. Έπλυνε πολύ καλά την μπανιέρα. ώστε να μην αφήσει ίχνη αίματος, καθώς και τα σεντόνια και τα άλλα ρούχα που ήταν ματωμένα. Επειδή υπήρχαν αίματα και στο στρώμα. τα οποία δεν μπορούσε να καθαρίσει, το γύρισε ανάποδα για να μη φαίνονται. Το κρητικό μαχαίρι που είχε χρησιμοποιήσει για τον τεμαχισμό του πτώματος ισχυρίστηκε ότι το πέταξε στη θάλασσα, στο λιμάνι του Πειραιά. Υπέδειξε μετά τη σύλληψή του το ακριβές σημείο. βούτηξαν οι βατραχάνθρωποι του Λιμενικού Σώματος, έψαξαν για ώρες στα γύρω σημεία, αλλά δεν μπόρεσαν να το εντοπίσουν. 

Αφού όλα τα «τακτοποίησε» για να μην αποκαλυφθούν τα τερατουργήματά του), o Παναγιώτης Φραντζής έφυγε το πρωί από το σπίτι του και πήγε στη δουλειά του, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Πίστεψε κι αυτός, όπως τόσοι άλλοι, ότι είχε διαπράξει το τέλειο έγκλημα και δεν επρόκειτο να αποκαλυφθεί. 

Τα σχέδιά του, όμως, τα χάλασε o Κωνσταντίνος Βουζίκας, ιδιωτικός υπάλληλος και μανιώδης συλλέκτης γραμματοσήμων. Έψαχνε για γραμματόσημα και βρήκε τεμαχισμένο πτώμα! Ο Βουζίκας ενημέρωσε την αστυνομία και αργότερα, κατά την εξέτασή του. είπε: 

«Πήγα στον κάδο απορριμμάτων. όπως έκανα πολλές φορές ψάχνοντας για γραμματόσημα. Έχω συλλογές γραμματοσήμων πολλές και αυτό είναι το χόμπι μου. Ψάχνοντας λοιπόν μέσα στον κάδο, έσκισα μια νάιλον σακούλα σκουπιδιών και βγήκε κάτι σαν κρέας χοιρινό. Πάλι σκέφθηκα ότι αν ήταν χοιρινό, θα έπρεπε να είχε ουρά. Σκίζοντάς την περισσότερο, είδα ότι περιείχε τη λεκάνη ανθρώπινου σώματος, της γυναίκας. Αντιλαμβάνεσθε ότι έμεινα άφωνος! Έπαθα σοκ, τι να σας πω, δεν μπορώ να σας περιγράψω αυτό που ένιωσα βλέποντας αυτό το φρικτό θέαμα! Δεν είχα τη δύναμη να συνεχίσω να σκίζω τη σακούλα και ειδοποίησα την αστυνομία». 

Φτάνοντας οι αστυνομικοί, και ανοίγοντας τις σακούλες που ήταν στον κάδο, ανατρίχιασαν. Ενημερώθηκαν οι αρμόδιοι και η Σήμανση, ενώ σήμανε παντού συναγερμός. Στον τόπο μαζεύτηκε πολύς κόσμος. 

Ενημερώθηκα αμέσως για τη συγκλονιστική υπόθεση και έσπευσα με το συνεργείο και τους συναδέλφους της ΕΡΤ, Πάνο Γιαννόπουλο, οπερατέρ, και Παναγιώτη Κάβουρα, ηχολήπτη, στην οδό Αιλιανού. Δεν είχαν παραλάβει ακόμα τις σακούλες με τα κομμάτια του πτώματος και περίμεναν να έλθει και ο ιατροδικαστής. Ο άνθρωπος που είχε εντοπίσει το μακάβριο εύρημα ήταν φοβερά σοκαρισμένος. Μας είπε όσα ανέφερα πιο πάνω. Βλέπαμε γυναίκες να σφίγγουν το πρόσωπό τους και να κλαίνε, ενώ άλλες γύριζαν απότομα απ' την άλλη μόλις αντίκριζαν το περιεχόμενο του κάδου. 

Για τη συνέχεια πατήστε ΕΔΩ