Σάββατο, Δεκεμβρίου 11, 2021

Παν. Φραντζής: το αποτρόπαιο έγκλημα (β' μέρος)

Όλες και όλοι ρωτούσαν ποια ήταν η νεκρή. Θυμάμαι μια ηλικιωμένη που με πλησίασε και μου είπε με παρακλητικό ύφος: 

«Πες μου, παιδάκι μου, ποια είναι αυτή η κοπέλα, εσύ ξέρεις, είσαι δημοσιογράφος! Ποια μανούλα θα την κλάψει;» 

Προσπάθησα να την καθησυχάσω λέγοντας ότι κανένας δεν γνώριζε εκείνη την ώρα ποια ήταν η γυναίκα. Το ίδιο ερωτηματικό όμως βασάνιζε και μένα, όπως και τον ιατροδικαστή, τους αστυνομικούς και όλους όσοι ήμαστε εκεί συγκεντρωμένοι. 

Ψάχνοντας και στους άλλους χώρους απορριμμάτων, οι αστυνομικοί βρήκαν και τα υπόλοιπα κομμάτια μέσα στις σακούλες, όπως και τα αντικείμενα της Ζωζώς. Τα μετέφεραν στο νεκροτομείο. όπου o ιατροδικαστής Λευκίδης με τον βοηθό του, Σαρλή προσπαθούσαν να «συναρμολογήσουν» το πτώμα. Εκεί είχα φτάσει κι εγώ με το συνεργείο και με τον φωτορεπόρτερ Βασίλη Ζησόπουλο, της εφημερίδας Έθνος, όπου εργαζόμουν εκείνη την εποχή παράλληλα με την ΕΡΤ. 

Όλα είχαν βρεθεί, έλειπε όμως το κεφάλι της γυναίκας, η οποία παρέμενε αγνώστων στοιχείων. Την υπόθεση ανέλαβαν οι αστυνομικοί της Δίωξης Ανθρωποκτονιών της Ασφάλειας. οι οποίοι αναζητούσαν παντού κάποιο στοιχείο που θα τους οδηγούσε στην ανακάλυψη της ταυτότητας του θύματος. Η εξιχνίαση ήταν το επόμενο στάδιο των ερευνών. 

Ένα τμήμα χεριού ήταν τοποθετημένο σε μια μικρή νάιλον σακούλα. Μέσα σε αυτή. οι αστυνομικοί βρήκαν και μια απόδειξη από κρεοπωλείο, οι ελπίδες τους αναπτερώθηκαν. Βρήκαν το κρεοπωλείο και μίλησαν με τον κρεοπώλη Κωνσταντίνο Δριμούση, o οποίος έδωσε όσα στοιχεία μπόρεσε να θυμηθεί για την κοπέλα που είχε ψωνίσει από το μαγαζί του. Δεν τη γνώριζε. δεν ήταν τακτική πελάτισσα. Έστω όμως και από τα λίγα στοιχεία που έδωσε, οι αστυνομικοί πλησίασαν πολύ κοντά στην αποκάλυψη των στοιχείων του ζευγαριού Φραντζή. 

Στο μεταξύ, εμείς μεταδίδαμε συνέχεια ρεπορτάζ στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ενώ ο τότε διευθυντής του Έθνους, Αλέκος Φιλιππόπουλος, μου έδωσε εντολή να συγκεντρώσω όσα στοιχεία γινόταν και να αρχίσω να γράφω. Μου είπε και o τότε αρχισυντάκτης, Νίκος Νικολαΐδης, ότι θα αφιερώναμε πολλές σελίδες για το θέμα. ζητώντας μου μάλιστα και όσο φωτογραφικό υλικό μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν γνωρίζαμε ως εκείνη την ώρα ποια ήταν η γυναίκα και πού έμενε, για να μπορέσουμε να πάμε στο σπίτι της και στη γειτονιά της και να μιλήσουμε με συγγενικά και άλλα πρόσωπα, ρίχνοντας φως στο μυστήριο. 

Κι ενώ οι αστυνομικοί με τη βοήθεια του κρεοπώλη έφταναν στην ανακάλυψη της γυναίκας, και ενώ τα μέσα ενημέρωσης χάλαγαν τον κόσμο με τη φοβερή υπόθεση, τα πράγματα πήραν νέα τροπή. Μόλις πληροφορήθηκε ο Φραντζής ότι τα κομμάτια του πτώματος είχαν βρεθεί. σκέφθηκε ότι το παιχνίδι ήταν πλέον χαμένο. Δεν είχε καμιά ελπίδα να γλιτώσει. Πήγε και βρήκε τον δικηγόρο του και τον συμβουλεύτηκε, λέγοντάς του ότι σκεπτόταν να παραδοθεί. Εκείνος τον προέτρεψε πράγματι να παραδοθεί και να τα πει όλα στην αστυνομία. Έτσι. ειδοποιείται από τον δικηγόρο η Ασφάλεια ότι ο δράστης του φοβερού εγκλήματος κατευθύνεται προς τη λεωφόρο Αλεξάνδρας για να παραδοθεί στις αρχές.

Είδα για πρώτη φορά τον Παναγιώτη Φραντζή στο γραφείο του τότε προϊσταμένου της Δίωξης Κοινού Εγκλήματος, Σπύρου Ράικου. O άνθρωπος ήταν αλλού γι' αλλού! Έκανε σαν να τα είχε χαμένα. Ομολόγησε ότι αυτός είχε κομματιάσει τη γυναίκα με το μαχαίρι και το σφυρί, επέμενε όμως ότι δεν την είχε σκοτώσει και πως o θάνατός της οφειλόταν σε ατύχημα. Χτύπησε δηλαδή στο κεφάλι όταν την έσπρωξε, κι εκείνη πέθανε. 

Οι αστυνομικοί τον ρώτησαν πού είχε πετάξει το κεφάλι της γυναίκας του και,  με ένα αυτοκίνητο της Ασφάλειας, πήγαν μαζί του στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα και τους υπέδειξε τον κάδο. Σηκώνοντας το καπάκι οι αστυνομικοί, ανάμεσα στις άλλες σακούλες βρήκαν και την επίμαχη, με το κομμένο κεφάλι της Ζωζώς. Ευτυχώς, μέχρι την ώρα εκείνη δεν είχε περάσει το απορριμματοφόρο, κι έτσι «συναρμολογήθηκε» ολόκληρο το πτώμα, φυσικά με εντελώς παραμορφωμένο και αγνώριστο το κεφάλι. 

Την άλλη μέρα, 26 Ιουνίου 1987, οι εφημερίδες έκαναν πρωτοσέλιδο το θέμα, και με πολλές σελίδες ρεπορτάζ και φωτογραφίες. Ο Αλέκος Φιλιππόπουλος πήρε τις φωτογραφίες που είχαμε τραβήξει με τον συνάδελφο φωτορεπόρτερ Βασίλη Ζησόπουλο και, ανάμεσα στις άλλες, έδωσε εντολή να δημοσιευθεί σε εσωτερική σελίδα μια φωτογραφία που συγκλόνισε το πανελλήνιο και έμεινε στην ιστορία. Ήταν η φωτογραφία που έδειχνε, πάνω στο μάρμαρο, «συναρμολογημένο» το πτώμα. χωρίς το κεφάλι. που δεν είχε ακόμα βρεθεί την ώρα που τραβήχτηκε η φωτογραφία. Πάνω από το κομματιασμένο πτώμα εικονίζονται o ιατροδικαστής Λευκίδης. o βοηθός του, τεχνικός του νεκροτομείου, Σαρλής. κι εγώ, που συζητούσαμε για το πώς μπόρεσε κι έκανε o άνθρωπος αυτός ένα τέτοιο τερατούργημα. 

Για τη δημοσίευση της συγκεκριμένης φωτογραφίας είχαμε δικαστικές περιπέτειες ως εφημερίδα, αλλά τελικά αθωωθήκαμε από το δικαστήριο. 

Αυτή τη φωτογραφία εξάλλου, την οποία έχω στο αρχείο μου, Κάποιοι συνάδελφοι με παρότρυναν να τη βάλω στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας. Όμως δεν το έκανα. Πέραν του ότι μπορεί να προκαλούσε και πάλι προβλήματα με τις δικαστικές αρχές, δεν ξέρω πόσο θα βοηθούσε στα θετικά μηνύματα που θέλω να μεταδίδω, με κάθε υπόθεση, στο κοινωνικό σύνολο. 

Οι εφημερίδες, τα περιοδικά και τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης συνέχισαν για καιρό ακόμη να αναφέρονται στην πολύκροτη υπόθεση της δολοφονίας και του τεμαχισμού του πτώματος της δεκαοκτάχρονης Ζωής Φραντζή-Γαρμανή από τον σύζυγό της. Ο Παναγιώτης Φραντζής προφυλακίστηκε και η δίκη του προσδιορίστηκε αργότερα για τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1988. 

Σύμφωνα με την ενημέρωση που είχα από τη συνάδελφο του δικαστικού ρεπορτάζ και αγαπητή φίλη Γκέλυ Αλμαλιώτου, αλλά και από τα ρεπορτάζ που η ίδια δημοσίευε καθημερινά κατά τη διάρκεια της δίκης, o Φραντζής ως την ημέρα της απόφασης υποστήριζε ότι ο θάνατος της Ζωής ήταν ατύχημα, και όχι έγκλημα. H δίκη κράτησε πολλές μέρες, δεδομένου ότι οι μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης ήταν περίπου εκατόν δέκα. Κατά την ακροαματική διαδικασία. δημιουργήθηκαν αρκετά επεισόδια, και πολλές φορές οι γονείς της άτυχης Ζωζώς επιχείρησαν να λιντσάρουν τον κατηγορούμενο, ο οποίος έδειχνε αδιάφορος. 

Είχα περάσει από το δικαστήριο τη δεύτερη μέρα της δίκης και είδα γνωστά πρόσωπα συγκεντρωμένα από τις δύο οικογένειες, καθώς και γείτονες με τους οποίους είχα μιλήσει κάνοντας ρεπορτάζ όταν είχε αποκαλυφθεί η υπόθεση. Είδα τη χαροκαμένη μάνα της Ζωής, την κυρία Μελαχροινή, και τον πονεμένο πατέρα της, Γιώργο Γαρμανή. συντετριμμένους. να κλαίνε και να διαμαρτύρονται σε διάφορες φάσεις της δίκης. 

O πατέρας της κρατούσε ένα απόκομμα της εφημερίδας Έθνος με το κομματιασμένο πτώμα της Ζωής (τη φωτογραφία που ανέφερα πιο πάνω) και φώναζε με λυγμούς: 

«Ορίστε, κύριοι δικαστές, κοιτάξτε, κυρίες και κύριοι στο ακροατήριο, πώς μου το 'κανε το παιδί μου αυτός ο φονιάς! Κοιτάξτε κόσμε πώς έκανε το κοριτσάκι μου o αλήτης που να μη λιώσει...» 

Είδα και τον Σπύρο Φραντζή και τη σύζυγό του Μαρία, να κάθονται από την άλλη πλευρά και να ζουν κι αυτοί το δικό τους δράμα. Ο Σπύρος Φραντζής, όταν o εισαγγελέας της έδρας Κυριάκος Καρούτσος πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο η ποινή του θανάτου, πετάχτηκε από τη θέση του φωνάζοντας: 

«Όχι θάνατο. Ένα ατύχημα ήταν. Που το 'κανε κακούργημα, επειδή έπαθε παράκρουση ο γιος μου. Είναι αθώος o γιος μου, πιστέψτε με...» 

Αξίζει να αναφέρω ότι στην απολογία του ο Παναγιώτης Φραντζής έκλαψε με λυγμούς μιλώντας για τον τεμαχισμό του πτώματος της γυναίκας του. Είπε χαρακτηριστικά: 

« Το τεμάχισα γιατί ήθελα να το εξαφανίσω. Όχι για το τομάρι μου. Σκεπτόμουνα χίλια δυο πράγματα εκείνη την ώρα. Την πήγα στην τουαλέτα και της έκοψα πρώτα το χέρι. Σταμάτησα πολλές φορές και ήθελα να τα παρατήσω. Σκέφθηκα όμως πώς θα το δικαιολογούσα μετά. Για αυτό έπρεπε να ολοκληρώσω τον τεμαχισμό...» 

Στην απολογία του επαναλάμβανε τον γνωστό του ισχυρισμό, ότι δηλαδή δεν είχε σκοτώσει τη Ζωή και ότι o θάνατός της ήταν ατύχημα. Υποστήριξε συγκεκριμένα: 

«Δεν τη σκότωσα. Ήταν ατύχημα. Δέχομαι μόνο την προσβολή νεκρού [το αδίκημα δηλαδή που αφορούσε στον τεμαχισμό του πτώματος]. Λυπάμαι που δεν είχα την ψυχραιμία να αντιδράσω διαφορετικά όταν είδα τη Ζωή να είναι νεκρή. Δεν τη στραγγάλισα. Την έσπρωξα. χτύπησε στην άκρη του κρεβατιού και πέθανε. Θα έχω τύψεις σε όλη μου τη ζωή. Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου που δεν μπόρεσα να δείξω ψυχραιμία εκείνη τη στιγμή που πέθανε η Ζωή. Φονιάς δεν είμαι εγώ και ούτε πρόκειται να γίνω...» 

Τελικά η απόφαση του δικαστηρίου εκδόθηκε την 1η Οκτωβρίου 1988. Το κακουργιοδικείο της Αθήνας έκρινε ένοχο τον Παναγιώτη Φραντζή για ανθρωποκτονία από πρόθεση που διαπράχθηκε κατά τρόπο ιδιαζόντως απεχθή, καθώς και για περιύβριση νεκρού, χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Για την ανθρωποκτονία της συζύγου του Ζωής το δικαστήριο επέβαλε την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Για το αδίκημα της περιύβρισης νεκρού επέβαλε φυλάκιση 2 ετών. Όπως προαναφέρθηκε. η κατηγορία αυτή αφορά στον τεμαχισμό του πτώματος, το κόψιμο της μύτης, των αυτιών και των μαλλιών, καθώς και την εξαγωγή των ματιών της με το μαχαίρι. Η απόφαση του δικαστηρίου λήφθηκε κατά πλειοψηφία 5-2. Τα δύο μέλη που μειοψήφησαν είχαν τη γνώμη ότι στον Φραντζή θα έπρεπε να επιβληθεί η ποινή του θανάτου.

Τον Παναγιώτη Φραντζή τον ξαναβρήκα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου είχα πάει για να μιλήσω σε μια ημερίδα για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας. Είχε πάρει άδεια από τις φυλακές και είχε έρθει για να παρακολουθήσει τους ομιλητές. Ευτυχώς, όταν εγώ μίλησα και αναφέρθηκα στη συγκεκριμένη δολοφονία, o ίδιος είχε αποχωρήσει. επειδή η άδειά του έληγε στις 3:00 το απόγευμα. Αποφυλακίστηκε τον Οκτώβριο του 2005 από τις φυλακές Άγιας Χανίων. Το αποφυλακιστήριο έγραφε: 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ 

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΦΥΛΑΚΗ ΑΓΙΑΣ 

ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΤΙΡΙΟ 

Βεβαιούμε ότι ο Φραντζής Παναγιώτης του Σπύρου και της Μαρίας, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960 και κατοικεί εις Πλατεία Κολιάτσου Αττικής. κρατείται στη φυλακή από 25-6-1987 δυνάμει της με αριθμ. 131135/1-10-1988 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή ισόβιας κάθειρξης και φυλάκιση δύο (2) ετών για ανθρωποκτονία από πρόθεση και περιύβριση νεκρού. 

Αποφυλακίζεται σήμερα, την 20ή του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2005, ημέρα της εβδομάδος Πέμπτη και ώρα 14:00 συνεπεία ευεργετικού υπολογισμού (2.316) ημερών εργασίας του και αναστολής εκτελέσεως του υπολοίπου της ποινής του κατ' άρθρα 105-110 Π.Κ., σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 5313/20-10-05 Παραγγελία κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων. 

Δικαστικά έξοδα δεν κατέβαλε λόγω της δοκιμασίας του. 

Άγια, 20 Οκτωβρίου 2005 

O Γραμματέας O Διευθυντής της φυλακής 

(Υπογραφή)Μιχαήλ Κυριακάκης 


Τον Παναγιώτη δεν τον ξαναείδα μετά την αποφυλάκισή του. Εκτιμώ ότι έχει ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο.