Κυριακή, Δεκεμβρίου 05, 2021

Θησέας (β' μέρος)

Την περίοδο της βασιλείας του Θησέως 
στην Αθήνα η πόλη πολιορκήθηκε απο
τις Αμαζόνες, που τελικά έχασαν τη μάχη. 
Στη φωτογραφία, μαρμάρινο άγαλμα
Αμαζόνας την εποχή του Τιβερίου, 
αντίγραφο ενός χάλκινου πρωτότυπου 
του 440-430 π.Χ (Κρατικό Μουσείο. Βερολίνο).


Μόλις ο Θησέας αποβιβάστηκε, έκανε στο Φάληρο θυσία στους θεούς, όπως είχε τάξει όταν ξεκίνησε, και έστειλε στην πόλη έναν κήρυκα για να αναγγείλει τη σωτηρία τους. Ο κήρυκας συνάντησε πολλούς που έκλαιγαν για τον θάνατο του βασιλιά, και άλλους που ήταν χαρούμενοι για τον γυρισμό του Θησέως και των Αργοναυτών και που ήθελαν να του προσφέρουν στεφάνους, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους. Ο κήρυκας γύρισε πίσω στο λιμάνι, και αφού ο Θησεύς τελείωσε τις σπονδές, του ανήγγειλε τον θάνατο του Αιγέως. Όλοι τότε, με κλάματα και με θόρυβο, γύρισαν στην πόλη. Από τότε, επικράτησε η συνήθεια να φωνάζουν στις σπονδές τις λέξεις ελελεύ ιού ιού. Η πρώτη είναι επιφώνημα πολεμικού παιάνα, οι δύο άλλες έκφραση ταραχής και έκπληξης. Όσο για τον Θησέα, αφού έθαψε τον πατέρα του, έστειλε στον Απόλλωνα όσα είχε τάξει την έβδομη του μήνα Πυανεψηώνος (Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου), ημέρα που ανέβηκαν στην πόλη μετά τη σωτηρία τους. Το πλοίο με τα τριάντα κουπιά, η τριακόντορος ναυς, με το οποίο ο Θησεύς πήγε στην Κρήτη και γύρισε, το φύλασσαν οι Αθηναίοι μέχρι τα χρόνια του Δημητρίου του Φαληρέως (Αθηναίου πολιτικού και φιλοσόφου που διορίστηκε από τον Κάσσανδρο επιστάτης των Αθηνών, από το 317 μέχρι το 307 π.Χ.). Αφαιρούσαν τα παλιά του ξύλα και τα αντικαθιστούσαν με άλλα, νέα και στερεά, συναρμόζοντάς τα κατά τέτοιον τρόπο ώστε το πλοίο χρησίμευε ως παράδειγμα στους σοφιστές, που έλεγαν ότι «μένει το ίδιο και συγχρόνως δεν μένει το ίδιο». Τελούσαν και την εορτή των ωσχοφορίων, που καθιέρωσε τότε ο Θησεύς, γιατί ανάμεσα στις παρθένες που είχαν κληρωθεί για τον Μινώταυρο υπήρχαν και δύο νεαροί με γυναικεία μορφή, αλλά πολύ γενναίοι.Ο Θησέας τούς είχε βάλει να μένουν στη σκιά, τους είχε δώσει αλοιφές για να μένει απαλό το δέρμα τους και άσπρο το χρώμα τους, τους έμαθε να μιλούν και να φέρονται σαν κορίτσια, και τους έβαλε μαζί με τις παρθένες. Όταν γύρισε, οι δύο νέοι έλαβαν μέρος στην πομπή ντυμένοι με τα κλήματα που ονομάζονται οισχοί, επειδή γινόταν τότε η συγκομιδή των καρπών, και προς τιμήν του Διονύσου και της Αριάδνης. Αι δειπνοφόροι πάλι έπαιρναν μέρος στη θυσία, μιμούμενες τις μητέρες εκείνων που είχαν κληρωθεί -και αυτό επειδή οι μητέρες αυτές έφερναν διάφορα τρόφιμα στα παιδιά τους, για να τα παρηγορούν. Αφιερώθηκε στον Θησέα και ένας ιερός περίβολος, και ορίστηκε οι απόγονοι των οικογενειών που είχαν δώσει τον φόρο να καταβάλουν εισφορά για να γίνονται θυσίες στη μνήμη του. 

Μετά τον θάνατο του Αιγέως, o Θησεύς σκέφτηκε να συναθροίσει όλους όσοι κατοικούσαν την Αττική σε μία πόλη, σε έναν δήμο, ενώ πριν ήταν διασκορπισμένοι και δύσκολα συνέρχονταν για να συσκεφθούν, μερικές φορές μάλιστα διαφωνούσαν και πολεμούσαν αναμεταξύ τους. Γύρισε σε όλους τους δήμους, προσπαθώντας να τους πείσει. Οι φτωχοί και όσοι δεν είχαν δύναμη δέχτηκαν αμέσως την πρόσκληση. Στους ισχυρούς πρότεινε πολίτευμα χωρίς βασιλεία ή δημοκρατία, με τον ίδιο αρχηγό στα ζητήματα του πολέμου και της τήρησης των νόμων, ενώ σε όλα τα άλλα ζητήματα θα υπήρχε απόλυτη ισότητα. Πολλοί, που φοβούνταν τη δύναμή του και την επιρροή του, προτίμησαν να πειστούν παρά να αντιτάξουν βία. Ο Θησεύς κατάργησε λοιπόν τα πρυτανεία, τα βουλευτήρια και τις αρχές κάθε δήμου, ίδρυσε κοινό πρυτανείο και βουλευτήριο, ονόμασε την πόλη Αθήναι και καθιέρωσε μια κοινή θυσία και εορτή, τα Παναθήναια. Καθιέρωσε επίσης τα Μετοίκια, τη 16η Εκατομβαιώνος, και αφού παραιτήθηκε από τη βασιλεία, όπως το είχε υποσχεθεί, έστειλε να ρωτήσουν τους Δελφούς τι έπρεπε να γίνει. Πήρε τότε τον ακόλουθο χρησμό: «Γιε του Αιγέως, Θησέα, κόρης του Πιτθέως, ο πατέρας μου εμπιστεύτηκε στην πόλη σας τις τύχες πολλών πόλεων και τα νήματα της ζωής τους. Να μην ανησυχείς, αλλά να φροντίζεις εσύ γι' αυτήν. Η πόλη σου θα ζήσει, σαν φουσκωμένο ασκί που επιπλέει». Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ανάλογα είπε και η Σίβυλλα, όταν ρωτήθηκε: «Ο ασκός πέφτει στο νερό, αλλά δεν βυθίζεται». Επειδή ήθελε να κάνει την πόλη ακόμη πιο μεγάλη, ο Θησεύς κάλεσε σ' αυτήν όλους όσοι αγαπούσαν την ισονομία, και είπε μάλιστα τη φράση: Δεύρ' ίτε πάντες λεώ (εδώ ελάτε όλοι οι λαοί). Χώρισε τον πληθυσμό των Αθηνών σε ευπατρίδες, γεωργούς και επαγγελματίες, ορίζοντας πως οι ευπατρίδες θα επόπτευαν τα θεία και θα γίνονταν άρχοντες και νομοδιδάσκαλοι. Κατά τα άλλα, δεν θα είχαν κληρονομικά ή άλλα προνόμια. Γι'  αυτό o Αριστοτέλης έγραψε πως ο Θησεύς έκλινε προς τον όχλον και εγκατέλειψε το μοναρχικό πολίτευμα. Έκοψε μάλιστα και νόμισμα και χάραξε επάνω αυτό ένα βόδι, σε ανάμνηση του Μαραθωνίου Ταύρου ή του Μινωταύρου ή του στρατηγού του Μίνωος Ταύρου, ή απλώς για να παρακινήσει τους πολίτες να επιδοθούν στη γεωργία. Έπειτα, αφού κυρίευσε τη Μεγαρίδα και εξασφάλισε την ένωσή της με τη Αττική, έστησε τη θρυλική στήλη στον Ισθμό, όπου έγραψε, για να οροθετήσει τη χώρα, ένα επίγραμμα με δύο τρίμετρα, που το ανατολικό έλεγε: «Από εδώ είναι η Ιωνία και όχι η Πελοπόννησος», και το δυτικό τα αντίθετα. θέλοντας να μιμηθεί και αυτό τον Ηρακλή, οργάνωσε αγώνες. Όπως εκείνος είχε ορίσει τα Ολύμπια προς τιμήν του Διός (αυτό το αμφισβητούν πολλοί συγγραφείς), έτσι και ο Θησεύς τα Ίσθμια προς τιμήν του Ποσειδώνος. Συμφώνησε μάλιστα με τους Κορινθίους να δίνουν στους Αθηναίους που έρχονταν στα Ίσθμια πρώτες θέσεις. Κατόπιν ο Θησεύς ξεκίνησε για την εκστρατεία του εναντίον της χώρας των Αμαζόνων, στον Εύξεινο. Αλλά όταν αποβιβάστηκε στη χώρα των Αμαζόνων, δεν πολέμησε εναντίον τους, γιατί οι Αμαζόνες είχαν ανάγκη από άνδρες και του έστειλαν δώρα με μία από τις κοπέλες τους, την Αντιόπη. Ο Θησεύς την κάλεσε να ανεβεί στο πλοίο, και αμέσως έφυγε παίρνοντάς τη μαζί του. Το πλοίο του ταξίδεψε προς τον νότο, και έφτασε στη Βιθυνία. Μαζί με τον Θησέα όμως είχαν εκστρατεύσει τρεις νεαροί αδελφοί από την Αθήνα, ο Εύνεως, ο Θόας και ο Σολόεις. Ο τελευταίος αγάπησε την Αντιόπη, και εκμυστηρεύτηκε το πάθος του σε έναν μόνο από τους φίλους του, που της το διαβίβασε. Η Αντιόπη απέκρουσε την πρότασή του, φέρθηκε όμως φρόνιμα και δεν κατηγόρησε τον Σολόεντα στον Θησέα. Απελπισμένος, ο Σολόεις έπεσε σε ένα ποτάμι και πνίγηκε. Ο Θησέας έμαθε την αιτία και το πάθος του νέου, λυπήθηκε πολύ και θυμήθηκε έναν χρησμό της Πυθίας προς τον ίδιο. Η Πυθία τον είχε διατάξει κάποτε στους Δελφούς, όταν στενοχωρηθεί πολύ στους ξένους τόπους, να χτίσει εκεί μια πόλη και να αφήσει ως άρχοντες μερικούς από τους συντρόφους του. Έχτισε λοιπόν την πόλη, δίνοντάς της το όνομα Πυθόπολις, σε ανάμνηση του χρησμού, και ονόμασε τον κοντινό ποταμό Σολόεντα, σε ανάμνηση του νέου. Εκεί άφησε και τους αδελφούς του ως επόπτες και νομοθέτες, καθώς και τον Έρμο, Αθηναίο ευπατρίδη. Όσο για τον πόλεμο των Αμαζόνων, που επακολούθησε, η παράδοση τον αναφέρει ως ένα πολύ σοβαρό γεγονός, αφού οι Αμαζόνες έφτασαν μέχρι την Αθήνα και απείλησαν την πόλη. Αρχικά, οι Αμαζόνες πέρασαν τον Κιμμέριο Βόσπορο, που ήταν παγωμένος, όπως αναφέρει o Ελλάνικος, και προχώρησαν στη νότια Ελλάδα, με σκοπό την κατάληψη των Αθηνών. Τα δύο μέρη δίσταζαν αρκετό καιρό, και ανέβαλαν την επίθεση. Η μάχη έγινε τον μήνα Βοηδρομιώνα (Σεπτέμβριο Οκτώβριο), και οι Αθηναίοι τελούσαν από τότε τη θυσία Βοηδρόμια σε ανάμνηση της νίκης τους. Η αριστερή πτέρυγα των Αμαζόνων εκτεινόταν προς ένα σημείο που ονομάστηκε αργότερα Αμαζόνειον, ενώ η δεξιά έφτανε στην Πνύκα. Μέχρι την εποχή του Πλουτάρχου υπήρχαν πολλοί τάφοι Αθηναίων που έπεσαν κοντά στις Πειραϊκές Πύλες (ΝΔ του Θησείου, κάτω από τον λόφο των Νυμφών). Στο σημείο εκείνο, οι υπερασπιστές των Αθηνών φαίνεται πως είχαν υποχωρήσει μπροστά στην πίεση των γυναικών, έπειτα όμως τις χτύπησαν από το Παλλάδιο (δικαστήριο στα ανατολικά της πόλης), από τον Αρδηττό (τον λόφο κοντά στο Στάδιο, όπου ορκίζονταν οι Ηλιαστές) και από το Λύκειο (ναό του Απόλλωνος και γυμνάσιο κοντά στον Ιλισσό, που καταστράφηκε αργότερα από τον φίλιππο Ε' και τον Σύλλα). Στις μάχες αυτές, σκοτώθηκαν πολλές Αμαζόνες. Τον τέταρτο μήνα, με τη μεσολάβηση της Αντιόπης (ή της Ιππολύτης, σύμφωνα με αλλες πηγές) έγιναν συνομιλίες για ανακωχή, Μερικές από τις Αμαζόνες που είχαν πληγωθεί φυγαδεύτηκαν από την Αντιόπη στη Χαλκίδα, όπου τις περιποιήθηκαν, και μερικές μάλιστα ενταφιάστηκαν εκεί. Μια παράδοση αναφέρει πως η Αντιόπη (ή η Ιππολύτη) πολέμησε μαζί με τον Θησέα σκοτώθηκε ακοντισμένη από τη Μολπαδία. Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο πόλεμος τελείωσε με σπονδές, γι' αυτό και ο τόπος κοντά στο Θησείο ονομαζόταν Ορκωμόσιο. Μερικές Αμαζόνες σκοτώθηκαν κοντά στα Μέγαρα, άλλες κοντά στη Χαιρώνεια και άλλες στη Θεσσαλία, όπου υπήρχαν τάφοι τους σε διάφορα σημεία της χώρας. οι Αμαζόνες ήταν ένα έθνος γυναικών που ζούσαν κοντά στους ποταμούς Θερμώδοντα και Φάσι. Η Μυθολογία αναφέρει πως κατάγονταν από τον Άρη, και πως είχαν συγκρουστεί όχι μόνο με τον Θησέα, αλλά και με τον Ηρακλή, τον Αχιλλέα και τον Βελλεροφόντη. Ο Στράβων βεβαιώνει πως οι Αμαζόνες ζούσαν κοντά στα βουνά του Καυκάσου, και πως δύο μήνες το χρόνο συζούσαν με τους γείτονές τους Γαργαρείς τεκνοποιίας χάριν, ενώ τους υπόλοιπους δέκα μήνες ζούσαν μόνες τους, απασχολημένες με τα πολεμικά. Από τα παιδιά τους έδιναν τα αρσενικά στους Γαργαρείς και κρατούσαν τα θηλυκά για να τα κάνουν και εκείνα Αμαζόνες. Ο Όμηρος τις ονομάζει αντιανείρας (όμοιες προς άνδρες). Μετά τον Βελλεροφόντη, που πολέμησε εναντίον τους για λογαριασμό του βασιλιά της Λυκίας Ιοβάτου, αντίπαλος των Αμαζόνων υπήρξε ο Ηρακλής, που στον ένατο άθλο του κατόρθωσε να φέρει στον Ευρυσθέα τον ζωστήρα της βασίλισσάς τους Ιππολύτης (ή Μελανίππης). Σύμφωνα με τους ερμηνευτές των μύθων, η εκστρατεία των Αμαζόνων εναντίον των Αθηνών είναι προσωποποίηση της πάλης του Ηλίου (Θησέως) εναντίον των καταιγίδων (Αμαζόνων), ίσως όμως απήχηση κάποιας προϊστορικής βαρβαρικής επιδρομής Ασιατών στην Αττική. Ο Αχιλλεύς σκότωσε τη βασίλισσα των Αμαζόνων Πενθεσίλεια κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου. Ακολούθησαν αγώνες των Αμαζόνων εναντίον ιστορικών λαών όπως οι Σκύθες, οι Φρύγες κ.λπ., αν και μερικοί ιστοριογράφοι ισχυρίζονται πως δεν υπήρξαν ποτέ τέτοιες πολεμοχαρείς γυναίκες, και θεωρούν τις Αμαζόνες βάρβαρους άνδρες με ξυρισμένο μουστάκι και γένια και με μακριούς χιτώνες. Άλλοι πάλι, νεότεροι ιστορικοί, θεωρούν τον μύθο των Αμαζόνων λείψανο γυναικοκρατίας και μητριαρχικών κοινωνιών. Όταν πάντως πέθανε η Αντιόπη, ο Θησεύς νυμφεύτηκε τη Φαίδρα, από την οποία απεκτησε έναν γιο, τον Δημοφώντα. Κατά τον Πίνδαρο όμως, ο Δημοφών ήταν γιος του Θησέως από την Αντιόπη, όπως και ο Ιππόλυτος. Για τις ερωτικές σχέσεις του Θησέως υπάρχουν και άλλες παραδόσεις. Έλεγαν, λ.χ., πως είχε αρπάξει μια Τροιζηνία, την Αναξώ, και πως αφού σκότωσε τον Σίνι και τον Κερκυόνα πήρε με τη βία τις κόρες τους. Έλεγαν πως νυμφεύτηκε και την Περίβοια, τη μητέρα του Αίαντος, καθώς και τη φερέβοια και την Ιόπη, κόρη του Ιφικλέους. Τον κατηγορούν επίσης ότι εγκατέλειψε την Αριάδνη για τον έρωτα της Αίγλης, κόρης του Πανοπέως. 

Ο Θησεύς είχε συνδεθεί με τον βασιλιά των Λαπιθών Πειρίθου. Οι Λαπίθες ήταν ένας μυθολογικός λαός γενναίων και φιλόξενων ιππέων της Θεσσαλίας. Ο Πειρίθους είχε ακούσει πολλά για τη σωματική ρώμη του Θησέως και, θέλοντας να τον δοκιμάσει, έδιωξε τα βόδια του από τον Μαραθώνα. O Θησέας πήγε να τον βρει, και όταν είδαν ο ένας τον άλλον, θαύμασαν την ομορφιά και τη δύναμη του αντιπάλου τους και δεν πολέμησαν. Πρώτος ο Πειρίθους έδωσε το χέρι του στον Θησέα και του είπε να γίνει αυτός δικαστής της αρπαγής των βοδιών. Ο ίδιος πρόθυμα θα δεχόταν όποια τιμωρία θα όριζε. Ο Θησέας όμως του χάρισε την ποινή και τον παρακάλεσε να γίνουν φίλοι και σύμμαχοι. Η φιλία τους μάλιστα κυρώθηκε και με όρκο. Έπειτα ο Πειρίθους, όταν πήρε γυναίκα του τη Δηιδάμεια, παρακάλεσε τον Θησέα έρθει μαζί του για να γνωρίσει τη χώρα και τους Λαπίθες. Προσκάλεσε στο δείπνο και τους Κενταύρους, επειδή όμως αυτοί φέρονταν με αυθάδεια, μέθυσαν και ενοχλούσαν τις γυναίκες, οι Λαπίθες θέλησαν να τις υπερασπιστούν. Μερικούς από τους Κενταύρους τους σκότωσαν, άλλους τους έδιωξαν από τη χώρα, αφού τους νίκησαν σε μάχες, με την ενεργό βοήθεια του θησέως. Η θρυλική αυτή Κενταυρομαχία θεωρείται επανάληψη της Γιγαντομαχίας, που έγινε ανάμεσα στους θεούς και τους γίγαντες, στον Όλυμπο και στην Όσσα. Στη διάρκεια της μάχης αυτής γνωρίστηκε ο Θησεύς με τον Ηρακλή, στην Τραχίνα, πόλη των Τραχινίων, της φυλής των Μαλιέων στα δυτικά της Οίτης. Η συνάντησή τους έγινε με πολλές τιμές, εκδηλώσεις φιλοφροσύνης και επαινετικούς λόγους. Άλλοι μυθογράφοι διηγούνται πως οι δύο ήρωες συναντήθηκαν πολλές φορές, και ότι ο θησεύς φρόντισε να μυηθεί και ο Ηρακλής στα Ελευσίνια. 

Ο Θησεύς ήταν πενήντα ετών, κατά τον Ελλάνικο, όταν άρπαξε τη μικρή τότε Ελένη. Αυτή την πράξη οι συγγραφείς τη χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο από τα σφάλματά του. Υπήρχε μάλιστα μια παράδοση σύμφωνα με την οποία η Ελένη δεν αρπάχτηκε από τον Θησέα, αλλά από τον Ίδα και τον Λυγκέα, γιους του Αφαρέως και της Αρήνης, από τη Μεσσήνη, που του την έδωσαν για να τη φυλάξει, και ο Θησεύς αρνήθηκε να την παραδώσει στους Διόσκουρους, αδελφούς της Ελένης, που τη ζητούσαν. Η Ελένη ήταν κόρη της Λήδας και του Διός, ή κόρη του Διός και της Νεμέσεως, που η Λήδα την αναθρέψει σαν δική κόρη. Η φήμη της καλλονής της είχε διαδοθεί από τη μικρή της ηλικία, και πρώτη περιπέτειά της ήταν η αρπαγή της από τον Θησέα. Ένας συγγραφέας λέει πως ο ίδιος ο Τυνδάρεως, ο Λακεδαιμόνιος,βασιλιάς και σύζυγος της Λήδας, παρέδωσε την Ελένη στον Θησέα, γιατί φοβήθηκε τον Εναροφόρο, γιο του Ιπποκόοντος (αδελφού του Τυνδάρεω, που του άρπαξε τον θρόνο, αλλά σκοτώθηκε από τον Ηρακλή), επειδή ο Ιπποκόων ήθελε να πάρει την Ελένη όταν ήταν ακόμη παιδί. Ο Πλούταρχος θεωρεί ορθότερη την εκδοχή ότι η Ελένη αρπάχτηκε από τον Θησέα και τον Πειρίθου, που ήρθαν μαζί στη Σπάρτη και την πήραν ενώ χόρευε στο ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος. Έστειλαν άνδρες να τους καταδιώξουν, αλλά αυτοί δεν πήγαν πιο μακριά από την Τεγέα. Έτσι, όταν οι δύο άνδρες κατόρθωσαν να ξεφύγουν και να απομακρυνθούν από την Πελοπόννησο, συμφώνησαν ανάμεσά τους, όποιος πάρει με κλήρο την Ελένη να την έχει γυναίκα του και να βοηθήσει τον άλλον να βρει άλλη γυναίκα. Ο κλήρος έπεσε στον Θησέα, που πήρε την παρθένο και την έφερε στις Αφίδνες, δήμο της Αττικής κοντά στον Μαραθώνα. Η Ελένη δεν ήταν ακόμη σε ώρα γάμου, και ο Θησεύς έβαλε τη μητέρα του να μένει μαζί της, ενώ ταυτόχρονα ανέθεσε στον φίλο του Άφιδνο να τη φυλάει, χωρίς να το μάθει κανείς άλλος. Έπειτα, αποδίδοντας στον Πειρίθου την υπηρεσία που του είχε υποσχεθεί, πήγε μαζί του στην Ήπειρο για να πάρουν την κόρη του βασιλιά των Μολοσσών Αϊδωνέως. Ο Αϊδωνεύς είχε ονομάσει τη γυναίκα του φερσεφόνη, τη θυγατέρα του Κόρη και τον σκύλο του Κέρβερο, και υποχρέωνε όσους ζητούσαν τη νέα σε γάμο να παλεύουν με τον σκύλο. Όταν πληροφορήθηκε πως ο Πειρίθους και οι φίλοι του δεν έρχονταν να τη ζητήσουν σε γάμο, αλλά είχαν διάθεση να την αρπάξουν, τους συνέλαβε, και φυλάκισε τον Θησέα, ενώ τον Πειρίθου τον έριξε αμέσως στον σκύλο, που τον κατασπάραξε. Τότε ο Μενεσθεύς, απόγονος του Ερεχθέως, άρχισε να δημαγωγεί και να παρακινεί τους πολίτες εναντίον του Θησέως, λέγοντας πως είχε αφαιρέσει την εξουσία και τη βασιλεία από κάθε ευπατρίδη χωριστά, γιατί τους έκλεισε όλους σε μια πόλη για να τους έχει υπηκόους και δούλους του. Έλεγε επίσης στον λαό πως μόνο στα όνειρά τους έβλεπαν οι άνθρωποι ελευθερίες, ενώ ουσιαστικά είχαν χάσει και τις πατρίδες τους και τους ναούς τους, για να προσηλωθούν σε έναν ξένο δεσπότη, αντί να έχουν πολλούς και καλούς γνήσιους βασιλείς. Ενώ ο Μενεσθεύς ενεργούσε έτσι, έγινε η επιδρομή των Τυνδαριδών, και ο πόλεμος βοήθησε πολύ όσους ζητούσαν μεταβολή του καθεστώτος. Μερικοί μάλιστα έλεγαν πως ο Μενεσθεύς τούς είχε βοηθήσει να επιδράμουν. Στην αρχή, οι Τυνδαρίδες δεν έβλαψαν καθόλου τη χώρα, αλλά ζητούσαν την αδελφή τους. Επειδή οι άνθρωποι της πόλης απάντησαν πως δεν την είχαν, ούτε ήξεραν πού βρισκόταν, εκείνοι άρχισαν τον πόλεμο. Ο Ακάδημος όμως (ο ήρωας που ο κήπος του χρησίμευε αργότερα σε φιλοσοφικούς περιπάτους, με το όνομα Ακαδήμεια), έμαθε πως η Ελένη κρυβόταν στις Αφίδνες και το κατέδωσε. Γι' αυτό οι Τυνδαρίδες τού απένεμαν τιμές όσο ζούσε, και συχνά αργότερα, όταν οι Λακεδαιμόνιοι εκστράτευσαν στην Αττική και λεηλατούσαν τη χώρα, δεν πείραζαν την Ακαδήμεια, σε ανάμνηση του Ακαδήμου. Μαζί με τους Τυνδαρίδες είχαν εκστρατεύσει τότε από την Αρκαδία ο Έχεμος και ο Μάραθος, και απ' αυτούς σύμφωνα με μερικούς ονομάστηκαν Εχεδημία η κατόπιν Ακαδήμεια και Μαραθών ο δήμος, γιατί ο Μάραθος σκοτώθηκε πριν από τη μάχη παραδίνοντας θεληματικά τον εαυτό του, σύμφωνα με έναν χρησμό. Οι Τυνδαρίδες, πάντως, πήγαν στις Αφίδνες, νίκησαν και κυρίευσαν το χωριό. Εκεί σκοτώθηκε και ο Αλυκός, ο γιος του Σκείρωνος, που είχε εκστρατεύσει μαζί με τους Διόσκουρους, και απ' αυτόν ονομάστηκε Αλυκός το μέρος της Μεγαρίδος όπου είχε ταφεί το σώμα του. Τον Αλυκό τον σκότωσε ο ίδιος ο Θησεύς κοντά στις Αφίδνες, σύμφωνα με τον ιστοριογράφο Ηρέα. Άλλοι όμως λένε πως είναι απίθανο να κυριεύθηκαν οι Αφίδνες και να αιχμαλωτίστηκε η μητέρα του Θησέως ενώ βρισκόταν εκεί ο ήρωας. Ενώ οι Αφίδνες βρίσκονταν στα χέρια των εχθρών και οι Αθηναίοι είχαν τρομοκρατηθεί, ο Μενεσθεύς έπεισε τον λαό να δεχτεί τους Τυνδαρίδες στην πόλη και να τους περιποιηθεί, γιατί τάχα πολεμούσαν μόνο εναντίον του Θησέως για τη βιαιοπραγία του, ενώ για τους άλλους ήταν ευεργέτες και σωτήρες. Πραγματικά, δεν ζήτησαν παρά να μυηθούν στα Ελευσίνια μυστήρια, πράγμα που δεν μπορούσε να συμβεί παρά μόνο σε Αθηναίους. Έγινε λοιπόν το θέλημά τους, αφού πρώτα τους «υιοθέτησε» ο Άφιδνος, και τους απένειμαν θεϊκές τιμές.Τους ονόμασαν Άνακας, για την ανακωχή που έγινε, ή για τη φροντίδα τους να μη βλάψουν την πόλη. (Η έκφραση έχουν ανακώς χρησιμοποιόταν για όσους φρόντιζαν ή φύλασσαν ο,τιδήποτε, και από τη λέξη άνακες ίσως να προέρχεται η λέξη άνακτες για τους βασιλείς). Όσο για την Αίθρα, τη μητέρα του Θησέως, έλεγαν ότι τότε αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στη Σπάρτη, και από εκεί πήγε στην Τροία μαζί με την Ελένη. Ο Όμηρος λέει (Ιλιάς, Γ' 144) πως ακολούθησε την Ελένη Αίθρην Πιτθήος θύγατρα Κλημένην τε βοώτην (η Αίθρα, η κόρη του Πιτθέως και η βοόφθαλμη Κλυμένη). Μετά την άλωση της Τροίας, η Αίθρα απελευθερώθηκε από τους εγγονούς της Ακάμαντα και Δημοφώντα, γιους του Θησέως, που την αναγνώρισαν και γι' αυτό δεν πήραν άλλο λάφυρο από την Τροία. 

Κατά την παράδοση, η μητέρα του Θησέως αυτοκτόνησε λίγο αργότερα, γιατί δεν θέλησε να επιζήσει μετά τον πρόωρο θάνατο των αγαπημένων της εγγονών, που την είχαν απελευθερώσει. Ο μύθος της Αίθρας (αιθρίας, καθαρού αέρος) και της ένωσής της με τον Αιγέα (κύμα) δείχνει καθαρά το φυσικό φαινόμενο από το οποίο προήλθε. Ο Θησεύς συμβολίζει, στο πλαίσιο αυτού του μύθου, τον ήλιο που ανατέλλει το πρωί επάνω από τη θάλασσα.

Την εποχή που ο Μολοσσός Αϊδωνεύς φιλοξενούσε τον Ηρακλή, του μίλησε τυχαία και για τον Θησέα και τον Πειρίθου -είπε δηλαδή τι ήρθαν να κάνουν και τι έπαθαν όταν ανακαλύφθηκαν. Ο Ηρακλής λυπήθηκε πολύ που o ένας χάθηκε άδοξα και ο άλλος κινδύνευε. Για τον Πειρίθου, δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτε, αλλά παρακάλεσε τον Αϊδωνέα να απελευθερώσει τον Θησέα. Έτσι, ο Θησεύς αποφυλακίστηκε και γύρισε στην Αθήνα, όπου δεν είχαν ακόμη νικηθεί οι φίλοι του. Αφιέρωσε τότε στον Ηρακλή όλα τα ιερά που ήταν πριν αφιερωμένα σε αυτόν, και τα ονόμασε Ηράκλεια, εκτός από τέσσερα. Ο Θησεύς διαπίστωσε πως υπήρχε μεγάλη διαφθορά στην πόλη, και όταν επιχείρησε να επιβληθεί με τη βία, ξεσήκωσε εναντίον του τους δημαγωγούς και έδωσε αφορμή σε στάσεις. Τελικά απελπίστηκε για την κατάσταση, έστειλε τα παιδιά του στην Εύβοια, στον Ελεφήνορα, τον γιο του Χαλκώδοντος, και ο ίδιος, αφού καταράστηκε τους Αθηναίους στον Γαργηττό, έφυγε για τη Σκύρο, όπου είχε πατρικά κτήματα. Βασιλιάς της Σκύρου ήταν τότε ο Λυκομήδης, και ο θησεύς τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει εναντίον των Αθηναίων. Ο Λυκομήδης όμως, είτε επειδή τον φοβόταν είτε για να ευχαριστήσει τον Μενεσθέα, που βασίλευε στην Αθήνα, τον πήγε σε ένα πολύ ψηλό μέρος της χώρας, τάχα για να του δείξει από εκεί τους αγρούς, τον έσπρωξε επάνω από τους βράχους και τον σκότωσε. Μερικοί μυθογράφοι έλεγαν πως έπεσε μόνος του σε έναν περίπατο που έκανε μετά το δείπνο. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε τότε αμέσως για τον θάνατό του, γιατί τα παιδιά του είχαν εκστρατεύσει με τον Ελεφήνορα στο Ίλιο. Όταν όμως πέθανε ο Μενεσθεύς, γύρισαν και ανέλαβαν τη βασιλεία. Αφού πέρασαν πολλά χρόνια, παρακίνησαν τους Αθηναίους να τιμήσουν τον Θησέα ως ήρωα, και όταν οι Αθηναίοι πολεμούσαν στον Μαραθώνα, εναντίον των Περσών, πολλοί έλεγαν πως είδαν το φάντασμα του Θησέως να προχωρεί μπροστά τους, εναντίον των βαρβάρων. 

Μετά τους μηδικούς πολέμους, την εποχή που άρχων ήταν ο Φαίδων (490 π.Χ. ή 476 π.χ.), η Πυθία παρήγγειλε στους Αθηναίους, που έστειλαν συμβουλευθούν το Μαντείο, να πάρουν πίσω τα οστά του Θησέως, να τα θάψουν με τιμές στην πόλη τους και να τα φυλάξουν. Ήταν όμως δύσκολο να μάθουν πού ήταν ο τάφος, γιατί οι Δόλοπες που κατοικούσαν στη Σκύρο (όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης) ήταν ακοινώνητοι και άγριοι. Ο Κίμων όμως κυρίευσε το νησί και, φιλοδοξώντας να βρει τα οστά του Θησέως, είδε έναν αετό να χτυπάει με το ράμφος του και να ξύνει με τα νύχια του έναν λοφώδη τόπο. Σκέφτηκε τότε να σκάψει εκεί, και βρήκε ένα φέρετρο, και κοντά του ένα ξίφος και την αιχμή μιας χάλκινης λόγχης. Τα μετέφερε αυτά με την τριήρη του, και οι Αθηναίοι, γεμάτοι χαρά, τα δέχτηκαν με λαμπρές τελετές και θυσίες, σαν να γύριζε στο άστυ ο ίδιος ο Θησεύς. Τον ενταφίασαν στη μέση της πόλης, κοντά στο Γυμνάσιο που είχε οικοδομηθεί την εποχή του Πτολεμαίου, πλάι στην Αγορά. Ο τάφος του έγινε ιερό άσυλο για τους δούλους και όλους τους αδυνάτους, γιατί θεωρούσαν τον Θησέα βοηθό και προστάτη των αδικημένων. Τη μεγαλύτερη θυσία στη μνήμη του την τελούσαν την ογδόη Πυανεψιώνος, ημέρα που γύρισε με τους νέους από την Κρήτη. Τον τιμούσαν όμως και την ογδόη κάθε μήνα, γιατί έφτασε από την Τροιζήνα την ογδόη Εκατομβαιώνος, ή επειδή ο αριθμός οκτώ ήταν ο αριθμός του Ποσειδώνος, που πολλοί Τον θεωρούσαν πατέρα του Θησέως. 


Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ,  Εκδ. ΔΟΜΗ