 |
Πήλινο ρωμαϊκό ανάγλυφο του 1ου αι. μ.Χ, που απεικονίζει το Θησέα τη στιγμή που σηκώνει την πέτρα και ανακαλύπτει το σπαθί και τα σανδάλια του πατέρα του, Αιγέα - πίσω του στέκεται η μητέρα του, Αίθρα (Βρετανικό Μουσείο. Λονδίνο). |
Για την καταγωγή του Θησέως, οι μυθολογικές παραδόσεις των αρχαίων αναφέρουν τα εξής: Από την πλευρά του πατέρα του, ο Θησεύς καταγόταν από τον Ερεχθέα, από τη μητρική πλευρά καταγόταν από τον Πέλοπα. Ο Πέλοψ είχε νυμφευτεί την κόρη του βασιλιά της Ήλιδος Οινομάου, Ιπποδάμεια, και απέκτησε απ' αυτήν 13 παιδιά (Ατρέα, Θυέστην κ.ά.), που εγκαταστάθηκαν στις Μυκήνες κι αλλού. Από τον Πέλοπα ονομάστηκε και η Πελοπόννησος. Ένας από τους γιους του, ο Πιτθεύς, παππούς του Θησέως, εγκαταστάθηκε στην Τροιζήνα και είχε τη φήμη ανθρώπου πολύ σοφού. Όταν ο Αιγεύς παρακάλεσε την Πυθία να του πει τον τρόπο ν' αποκτήσει παιδιά, η Πυθία του απάντησε πως δεν έπρεπε να συνευρεθεί με καμία γυναίκα πριν πάει στην Αθήνα. Μόλις έφτασε στην Τροιζήνα, ο Αιγεύς ανέφερε στον Πιτθέα τον χρησμό των Δελφών, αλλά ο Πιτθεύς έπεισε τον Αιγέα να συνευρεθεί με την κόρη του, Αίθρα. Όταν ο Αιγεύς διαπίστωσε πως η Αίθρα έμεινε έγκυος, έκρυψε σε μια κοιλότητα κάτω από μια μεγάλη πέτρα ένα ξίφος κι ένα ζευγάρι πέδιλα, κι εμπιστεύτηκε το μυστικό στην Αίθρα, λέγοντάς της πως αν γεννούσε γιο κι εκείνος κατόρθωνε, μεγαλώνοντας, να μετακινήσει την πέτρα και να πάρει τα κρυμμένα αντικείμενα, έπρεπε να τον στείλει σε αυτόν με το ξίφος και τα πέδιλα, χωρίς να το μάθει κανείς, γιατί φοβόταν τους 50 Παλλαντίδες, που τον επιβουλεύονταν και τον περιφρονούσαν επειδή δεν αποκτούσε παιδιά. Πραγματικά, η Αίθρα γέννησε γιο, που λένε ότι ονομάστηκε Θησεύς από τη θέση εκείνων των πραγμάτων. Τον έστειλε στον Πιτθέα, που του έδωσε για δάσκαλο και παιδαγωγό κάποιον Κοννίδα. Την εποχή εκείνη, ήταν συνήθεια οι νέοι, όταν έβγαιναν από την εφηβική ηλικία, να προσφέρουν τα μαλλιά τους στον Απόλλωνα, στους Δελφούς. Πήγε λοιπόν και o Θησεύς στους Δελφούς. Στο διάστημα αυτό, η Αίθρα έκρυβε τη γέννησή του, και ο Πιτθεύς διέδιδε πως ήταν γιος του Ποσειδώνος, επειδή οι Τροιζήνιοι σέβονταν ιδιαίτερα τον Ποσειδώνα και του πρόσφεραν αναθήματα από τους πρώτους καρπούς τους. Όταν ο Θησεύς έγινε έφηβος, εκτός από τη σωματική δύναμη, έδειχνε και θάρρος και εξυπνάδα και σύνεση. Τότε η Αίθρα τον οδήγησε στην πέτρα και του είπε για τη γέννησή του. Τον συμβούλεψε να πάρει τα πατρικά αντικείμενα και να πάει στην Αθήνα. Ο Θησεύς χώθηκε κάτω από την πέτρα και τη σήκωσε με ευκολία, δεν θέλησε όμως να ξεκινήσει με πλοίο, παρόλο που αυτός ο δρόμος ήταν σίγουρος και τον παρακαλούσαν και ο παππούς του και η μητέρα του. Προτίμησε την οδοιπορία, που ήταν επικίνδυνη, γιατί στον δρόμο των Αθηνών υπήρχαν πολλοί ληστές και κακοποιοί. Αρχικά, τους κακούργους αυτούς τους είχε εξοντώσει ο Ηρακλής, περιτρέχοντας όλη την Ελλάδα, αργότερα όμως τους παραμέλησε, γιατί έμεινε πολύ καιρό στη Λυδία, ως δούλος της Ομφάλης, αυτοτιμωρούμενος για έναν φόνο που είχε κάνει. Έτσι, οι ληστές αναθάρρησαν πάλι, και ιδιαίτερα ο δρόμος από την Πελοπόννησοστην Αθήνα πολύ επικίνδυνος. Ο Πιτθεύς, θέλοντας να αποτρέψει τον εγγονό του από το ταξίδι εκείνο, του διηγήθηκε ποιος ήταν ο καθένας οπό τους ληστές και τι έκαναν στους περαστικούς, αλλά o Θησεύς, που θαύμαζε πολύ τον Ηρακλή και τους άθλους του, έπαθε ό,τι αργότερα o Θεμιστοκλής, που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί το τρόπαιο του Μιλτιάδου. Έτσι κι αυτός ονειρευόταν να επαναλάβει ή να συνεχίσει τα κατορθώματα του ειδώλου του. Ο Ηρακλής ήταν άλλωστε και συγγενής του Θησέως, γιατί ήταν παιδιά εξαδέλφων. Η Αίθρα ήταν κόρη του Πιτθέως, η Αλκμήνη κόρη της Λυσιδίκης, και η Λυσιδίκη αδελφή του Πιτθέως, με κοινούς γονείς τον Πέλοπα και την Ιπποδάμεια. Ο Θησεύς σκέφτηκε πως θα ήταν ντροπή να πάει στον πατέρα του φέρνοντας μαζί του ένα ξίφος που δεν θα ήταν ματωμένο από πράξεις που θα επιβεβαίωναν την ευγενική καταγωγή του. Έτσι, όταν συνάντησε στην Επιδαυρία τον Περιφήτη, που πολλοί τον ονόμαζαν Κορυνήτη, επειδή μεταχειριζόταν την κορύνη, ένα χοντρό ρόπαλο, ο Θησεύς ήρθε στα χέρια μαζί του και επειδή ο ληστής ήθελε να τον εμποδίσει να προχωρήσει, τον σκότωσε και του πήρε το ρόπαλό του. Από τότε το χρησιμοποιούσε ως όπλο και το είχε πάντα μαζί του, όπως ο Ηρακλής τη λεοντή και το δικό του ρόπαλο. Στον Ισθμό, ο Θησεύς. σκότωσε τον Σίνι τον Πιτυοκάμπτη, με τον ίδιο τρόπο που και εκείνος σκότωνε πολλούς διαβάτες. Ο Σίνις αυτός, όταν έπιανε κάποιον, έκαμπτε δύο πιτύς (λύγιζε δύο πεύκα) και στην κορυφή τους έδενε τον δυστυχισμένο, βάζοντας από ένα πόδι του σε κάθε δέντρο, με αποτέλεσμα να σχίζεται στα δύο το σώμα του, όταν ο ληστής άφηνε τα δέντρα να σηκώνονται. Ο Σίνις είχε μια ωραιότατη κόρη, πολύ ψηλή, που ονομαζόταν Περιγούνη, Όταν σκοτώθηκε ο πατέρας της, η Περιγούνη ξέφυγε, και ο Θησεύς την αναζήτησε στα περίχωρα. Εκείνη τότε έτρεξε να κρυφτεί σε ένα μέρος που είχε πολλούς θάμνους, φρύγανα και σπαράγγια, και με παιδική απλότητα τα παρακαλούσε και ορκιζόταν να μην τα βλάψει ούτε να τα κάψει ποτέ, αν την έσωζαν και την έκρυβαν.Ο Θησεύς όμως την ανακάλυψε και τη διαβεβαίωσε πως δεν θα την κακομεταχειριζόταν αν πήγαινε μαζί του. Έτσι, η Περιγούνη πήγε με τον Θησέα, συνευρέθηκε μαζί του και γέννησε έναν γιο, τον Μελάνιππο, Αργότερα όμως παντρεύτηκε τον Δηιονέα, γιο του Ευρύτου από τnv Οιχαλία, Ο γιος του Θησέως Μελάνιππος απέκτησε γιο τον Ίωξο, που μαζί με τον Όρνιπο έλαβε μέρος στον αποικισμό της Καρίας. Οι απόγονοι του Ιώξου και οι γυναίκες τους είχαν το έθιμο να μην καίνε ποτέ ούτε τα φρύγανα ούτε τα σπαράγγια, αλλά να τα σέβονται και να τα τιμούν. Ο Θησεύς σκότωσε κατόπιν μια άγρια γουρούνα της Κρομμυώνος, που ήταν φοβερό θηρίο και την ονόμαζαν φαιά (Καστανή), λόγω του χρώματός της. Μερικοί έλεγαν πως η φαιά δεν ήταν αγριόχοιρος, αλλά γυναίκα που έκανε ληστρική ζωή, φόνισσα και ακόλαστη, που κατοικούσε εκεί στην Κρομμυώνα, και που την ονόμασαν αγριόχοιρο για την ανήθικη και κακοποιό ζωή της. Έξω από τη Μεγαρίδα, ο Θησεύς θανάτωσε τον Σκείρωνα, που όχι μόνο λήστευε τους διαβάτες αλλά και τους σκότωνε από καθαρή μοχθηρία, βάζοντάς τους να του πλύνουν τάχα τα πόδια και σπρώχνοντάς τους έπειτα ώστε να πέσουν στη θάλασσα και να πνιγούν. Οι Μεγαρείς μυθογράφοι όμως γράφουν πως ο Σκείρων δεν ήταν ούτε ληστής ούτε κακούργος, αλλά εκδικητής των ληστών και φίλος των καλών ανθρώπων, πεθερός του Αιακού και παππούς του Πηλέως, που είναι απίθανο να συγγένευαν με έναν τόσο κακό άνθρωπο. Κατά την εκδοχή αυτή, o Θησεύς, αφού πήγε στην Αθήνα και κυρίευσε την Ελευσίνα που κατείχαν οι Μεγαρείς, έδιωξε τον άρχοντα Διοκλέα και θανάτωσε τον Σκείρωνα. Όπως κι αν έχει το πράγμα, στην Ελευσίνα, πηγαίνοντας προς την Αθήνα, πάλαιψε με τον ληστή Κερκυόνα, που προκαλούσε τους διαβάτες σε πάλη, και τον σκότωσε. Προχώρησε λίγο πιο πέρα και θανάτωσε τον Προκρούστη, που το πραγματικό του όνομα ήταν Δαμάστης ή Πολυπήμων. Ο Προκρούστης είχε επονομαστεί έτσι επειδή έπιανε τους περαστικούς ταξιδιώτες, τους ξάπλωνε επάνω σε ένα κρεβάτι κι αν το σώμα τους ήταν μακρύτερο από το κρεβάτι, τους έκοβε τα άκρα (πόδια ή χέρια). Αν ήταν πιο κοντοί, τους εξάρθρωνε για να τους εξισώσει με το κρεβάτι, και πέθαιναν με φρικτούς πόνους. Ο Θησεύς διαπίστωσε πως το σώμα του Προκρούστη ήταν πιο κοντό από το μήκος του κρεβατιού του, και τον εξάρθρωσε για να τον εξισώσει με αυτό, όπως έκανε κι εκείνος. M' αυτό τον τρόπο προσπαθούσε να μιμηθεί τον Ηρακλή, που αντιμετώπιζε τους αντιπάλους του με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούσαν κι αυτοί. Προχωρώντας, ο Θησεύς έφτασε στον Κηφισό, και εκεί τον συνάντησαν άνδρες από το γένος των Φυταλιδών. Ο Φύταλος ήταν ήρωας από την Ελευσίνα, που είχε φιλοξενήσει τη Δήμητρα όταν η θεά περιπλανιόταν αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη. Για να τον ανταμείψει, η Δήμητρα του είχε διδάξει τη «φυτεία» και καλλιέργεια της συκιάς, όπως έλεγε επίγραμμα επάνω στον τάφο του. Οι Φυταλίδες λοιπόν χαιρέτισαν τον Θησέα, τον εξάγνισαν (επειδή, έχοντας σκοτώσει, είχε ανάγκη θρησκευτικού καθαρμού) και πρόσφεραν θυσία στον Μειλίχιο Δία, τον φιλοξένησαν στα σπίτια τους και γενικά τον περιποιήθηκαν. Ήταν -κατά τον θρύλο- η όγδοη ημέρα του Κρονίου μήνα (αργότερα Εκατομβαιώνος-αντίστοιχου με τα τέλη Ιουνίου και αρχές Ιουλίου). Όταν έφτασε στην πόλη, βρήκε τα δημόσια πράγματα πολύ ταραγμένα, και το σπίτι του σε κακή κατάσταση. Η Μήδεια, φεύγοντας από την Κόρινθο, είχε καταφύγει στον Αιγέα, στην Αθήνα, και συζούσε μαζί του, έχοντάς του υποσχεθεί πως θα τον γιατρευε με φάρμακα από την ατεκνία. Οταν πληροφορήθηκε την άφιξη του θησέως, έπεισε τον Αιγέα, που ήταν πια γέρος και υποπτευόταν τα πάντα λόγω της αναρχίας που επικρατούσε στην αυλή, να φιλοξενήσει τον ξένο και να τον δηλητηριάσει στο γεύμα. Ο Θησεύς δεν θέλησε να πει μόνος του ποιος ήταν, αλλά για να δωσει στον Αιγέα την ευκαιρία να τον αναγνωρίσει, τράβηξε το μαχαίρι, για να κόψει τα κρέατα που βρίσκονταν στο τραπέζι, και του το έδειξε. Εκείνος το αναγνώρισε αμέσως, πέταξε το ποτήρι με το δηλητήριο, εξέτασε τον γιο του και άρχισε τον αγκαλιάζει και να τον φιλάει. Έπειτα μάζεψε τους πολίτες, τους τον παρουσίασε και εκείνοι τον υποδέχτηκαν με χαρά, αφού μάλιστα έμαθαν και τα ανδραγαθήματά του. Έλεγαν πως όταν έπεσε το ποτήρι, το δηλητήριο χύθηκε εκεί όπου βρισκόταν αργότερα το Δελφίνιο (ναός του Απόλλωνος στο ανατολικό μέρος των Αθηνών, όπου συνέρχονταν και τα δικαστήρια που εξέταζαν τους φόνους). Εν τω μεταξύ, οι Παλλαντίδες, που ήλπιζαν να καταλάβουν τη βασιλεία αφού ο Αιγεύς θα πέθαινε άτεκνος, άρχισαν πόλεμο εναντίον του βασιλικού οίκου των Αθηνών. Δεν μπορούσαν να παραδεχτούν το γεγονός ότι βασίλευε ο Αιγεύς, γιος του Πανδίονος, και μάλιστα υιοθετημένος (αληθινός του πατέρας ήταν ο Σκίρος ή Σκύφος), χωρίς καμία συγγένεια με τους Ερεχθείδες, ούτε το γεγονός ότι θα βασίλευε κατόπιν ο Θησεύς, ξένος και από άλλον τόπο. Χωρίστηκαν λοιπόν σε δύο τμήματα, και οι μισοί βάδιζαν με τον πατέρα τους φανερά από το μέρος του Σφηττού (τα σημερινά Σπάτα), ενώ οι άλλοι προχώρησαν στον Γαργηττό μεταξύ Πεντελικού και Υμηττού) και έστησαν εκεί ενέδρα με τον σκοπό να ενωθούν τελικά και από τα δύο μέρη εναντίον των εχθρών τους. Ένας κήρυκας, που καταγόταν από τον Αγνούντα των Μεσογείων, κατήγγειλε στον Θησέα αυτά που ετοίμαζαν οι Παλλαντίδες, και ο Θησεύς έστησε ενέδρα και τους εξολόθρευσε όλους. Από τότε, έλεγαν πως έπαψαν να γίνονται γάμοι μεταξύ Αγνούντων και Παλληνέων (κατοίκων της Παλληνης, απογόνων των Παλλαντιδών). Ο Θησεύς, που ήθελε να αποκτήσει την εύνοια του λαού, πήγε να πολεμήσει τον Μαραθώνιο Ταύρο, που ενοχλούσε πολύ τους κατοίκους της Τετραπόλεως (Μαραθών, Οινόη, Τρικόρινθος και προβάλινθος). Τον έπιασε ζωντανό και τον γύρισε σε όλη την πόλη, για να τον δουν. Κατόπιν τον έσφαξε και τον πρόσφερε θυσία στον Δελφίνιο Απόλλωνα. Εκείνη την εποχή φιλοξένησε τον Θησέα η Εκάλη, που από τότε τη λάτρευαν οι κάτοικοι της περιοχής και της απένεμαν μεγάλες τιμές. Λίγο αργότερα, ήρθαν από την Κρήτη απεσταλμένοι του Μίνωος, για να εισπράξουν για τρίτη φορά τον τρομερό φόρο, που η ιστορία του είναι η ακόλουθη: Επειδή νομίστηκε πως ο Ανδρόγεως, μεγαλύτερος γιος του Μίνωος, δολοφονήθηκε στην Αττική από τον Αιγέα (για την εύνοιά του προς τους Παλλαντίδες, ή για τη νίκη του στους Παναθηναϊκούς αγώνες), o Μίνως άρχισε πόλεμο και κακοποιούσε τους κατοίκους της Αττικής, ερημώνοντας ταυτόχρονα τη χώρα. Η γη δεν έβγαζε καρπούς, οι ποταμοί ξεράθηκαν και οι ανθρωποι πέθαιναν από αρρώστιες. Οι κάτοικοι έστειλαν λοιπόν κήρυκες και παρακάλεσαν τον Μίνωα να σταματήσει τον πόλεμο, αλλά εκείνος έβαλε όρο να του στέλνουν ως φόρο κάθε εννιά χρόνια επτά νέους και επτά παρθένες. Τα παιδιά αυτά που έστελναν στην Κρήτη ανήκαν στις καλύτερες οικογένειες, και ο Μίνως τα έβαζε μέσα στον Λαβύρινθο, έναν δαιδαλώδη διάδρομο που βρισκόταν κάτω από τα ανάκτορά του. Εκεί περιπλανιόνταν και δεν κατόρθωναν να βγουν, με αποτέλεσμα να πεθαίνουν της πείνας, ή -σύμφωνα με άλλη εκδοχή- τα σκότωνε ο Μινώταυρος, γιος της συζύγου του Μίνωος Πασιφάης και ενός ωραιότατου ταύρου, που δεν είχε θελήσει να τον θυσιάσει ο Μίνως στον Ποσειδώνα (μια παράδοση λέει πως ταύρος ονομαζόταν κάποιος στρατηγός του Μίνωος). Ο Ευριπίδης, σε ένα δράμα του που δεν σώζεται, χαρακτηρίζει τον Μινώταυρο «ανάμεικτο πλάσμα και αποκρουστικό τέρας, με διπλή φύση ταύρου και ανθρώπου», Οι παραδόσεις περιγράφουν το τέρας ως άνθρωπο με κεφάλι ταύρου.
 |
Τμήμα από εσωτερικό ερυθρόμορφης κύλικας του 440-430 π.Χ που απεικονίζει το Θησέα να επιτίθεται στον Προκρούστη (Βρετανικό Μουσείο. Λονδίνο). |
Κατά τον ιστορικό Φιλόχορο, o Λαβύρινθος ήταν απλώς μια φυλακή, χτισμένη από τον Δαίδαλο, και το μόνο κακό της ήταν πως όσοι κλείνονταν εκεί δεν μπορούσαν να ξεφύγουν. Ο Μίνως είχε καθιερώσει, στη μνήμη του Ανδρόγεω, γυμνικούς αγώνες και έδινε στους νικητές για βραβείο τους νέους που φυλάσσονταν στον Λαβύρινθο. Ο Αριστοτέλης, στο έργο του Περί Βοττιαίων πολιτείας, δεν φαίνεται να πιστεύει πως o Μίνως σκότωνε τους νέους, αλλά πως τους έβαζε να δουλεύουν στην Κρήτη μέχρι τα γεράματά τους. Όπως κι αν έχει το πράγμα, ενώ ο Όμηρος και ο Ησίοδος εξυμνούν τον πρώτο Μίνωα, γιο του Διός και της Ευρώπης και σοφό νομοθέτη, οι τραγικοί εκσφενδόνισαν τους μύδρους τους εναντίον του δεύτερου Μίνωος (εγγονού του πρώτου), για την επιβολή του σκληρού αυτού ανθρώπινου φόρου. Όταν λοιπόν έφτασε ο καιρός της τρίτης πληρωμής, και οι πατέρες που είχαν ωραία παιδιά αναγκάζονταν να τα δώσουν για την κλήρωση, άρχισαν πάλι οι κατάρες και τα αναθέματα των πολιτών εναντίον του Αιγέως, που τον θεωρούσαν υπαίτιο για όλα. Τον κατηγορούσαν επίσης ότι ενώ έκανε διάδοχό του ένα νόθο και ξένο παιδί, δεν φρόντιζε για εκείνους που έχαναν τα γνήσια παιδιά τους. Ο Θησεύς λυπόταν για όλα αυτά και θεώρησε καλό να μην αδιαφορήσει, αλλά να υποστεί την ίδια τύχη με τους άλλους πολίτες. Πήγε λοιπόν και παραδόθηκε μόνος του, χωρίς να κληρωθεί. Όλοι θαύμασαν το θάρρος του, τη στάση του απέναντι στον λαό. Ο Αιγεύς, όταν είδε ότι ο γιος του έμενε αμετάπειστος, έριξε κλήρο για τα άλλα παιδιά. Οι συμφωνίες έλεγαν πως το πλοίο που θα πήγαινε στην Κρήτη το έδιναν οι Αθηναίοι, και πως οι νέοι που θα έμπαιναν σε αυτό δεν έπρεπε να έχουν κανένα πολεμικό όπλο. Η τιμωρία των Αθηναίων θα έπαυε μόνο αν σκοτωνόταν o Μινώταυρος. Μέχρι τότε, δεν υπήρχε καμία ελπίδα σωτηρίας, και έστελναν το πλοίο με μαύρα πανιά, αφού πήγαινε προς βέβαιη συμφορά. Ο Θησέας όμως έδινε θάρρος στον πατέρα του και του έλεγε με πεποίθηση πως θα σκότωνε τον Μινώταυρο. Ο Αιγεύς έδωσε τότε στον πλοίαρχο και άσπρα πανιά, με την παραγγελία, αν γύριζε με τον Θησέα σώο και αβλαβή, να υψώσει τα άσπρα πανιά, αλλιώς να αφήσει τα μαύρα, ως ένδειξη της συμφοράς. Ο Σιμωνίδης λέει πως τα πανιά που έδωσε o Αιγεύς δεν ήταν άσπρα, αλλά «κόκκινα, βαμμένα σε υγρό χρώμα νωπού πρινόκοκκου», και γι' αυτά παράγγειλε να αναγγείλουν τη σωτηρία τους. Κατά τον ίδιο Σιμωνίδη, το πλοίο κυβερνούσε ο Αμαρσυάδης Φέρεκλος (το ίδιο όνομα δίνεται και στον κατασκευαστή του πλοίου με το οποίο o Πάρις άρπαξε την Ελένη). Ο Φιλόχορος, όμως, αναφέρει ότι o Θησέας πήρε από τη Σαλαμίνα κυβερνήτη τον Ναυσίθοο και πρωρέα τον Φαίακα, γιατί οι Αθηναίοι δεν ήταν ακόμη έμπειροι στα θαλασσινά πράγματα. Ανάμεσα στους νέους που έφυγαν ήταν ο Μενέσθης, εγγονός του Σκίρου από την κόρη του. Αφού έγινε η κλήρωση, ο Θησέας πήρε τους νέους και τις νέες από το Πρυτανείο και πήγε στο Δελφίνιο, κατέθεσε στον Απόλλωνα ένα κλαδί από την ιερή ελιά, στεφανωμένο με άσπρα μαλλιά, προσευχήθηκε, και την έκτη Μουνυχιώνος (10ου αττικού μήνα, που συμπίπτει με το τέλος Μαρτίου - αρχές Απριλίου) κατέβηκε στη θάλασσα. Το Μαντείο τού είχε δώσει χρησμό να επικαλεστεί και την Αφροδίτη, και ενώ θυσίαζε στον Απόλλωνα κοντά στη θάλασσα μια κατσίκα, αυτή έγινε ξαφνικά τράγος. Γι' αυτό η Αφροδίτη ονομάστηκε από τότε και Επιτραγία. Όταν ο Θησεύς έφτασε στην Κρήτη, η Αριάδνη, κόρη του Μίνωος, έδωσε στον Θησέα έναν μίτο (νήμα), για να μπορέσει να βγει από τον Λαβύρινθο. Ο Θησεύς έδεσε τη μια άκρη του στην είσοδο του Λαβυρίνθου, και αφού σκότωσε τον Μινώταυρο, πριν αυτός προφτάσει να κατασπαράξει κανέναν από τους νέους ή τις νέες, μπόρεσε να βρει τον δρόμο της εξόδου, χάρη στο νήμα. Πήρε μαζί του την Αριάδνη και τους νέους, έκοψε τα πανιά των κρητικών πλοίων, για να μην επιχειρήσουν την καταδίωξή του, και έφυγε. Μια εκδοχή λέει πως ο Ταύρος, ο στρατηγός του Μίνωος, σκοτώθηκε σε ναυμαχία στο λιμάνι, ενώ ξεκινούσε o Θησεύς να φύγει. Μια άλλη παράδοση αναφέρει πως εκείνη την εποχή ο Μίνως Τελούσε αγώνες, και όλοι νόμιζαν πως θα νικήσει πάλι ο Ταύρος, και τον φθονούσαν, γιατί είχε αλαζονικούς τρόπους και τον κατηγορούσαν ότι είχε ερωτικές σχέσεις με την Πασιφάη. Γι' αυτό, όταν ο Θησεύς ζήτησε να αγωνιστεί και αυτός, ο Μίνως τού έδωσε την άδεια. Επειδή στην Κρήτη υπήρχε συνήθεια να παρακολουθούν τους αγώνες και οι γυναίκες, παρευρέθηκε και η Αριάδνη. Της έκανε εντύπωση η ομορφιά του Θησέως και τον θαύμασε βλέποντάς τον να νικάει σε όλους τους αγώνες. Ο Μίνως ευχαριστήθηκε και εκείνος πολύ επειδή νικήθηκε και ντροπιάστηκε ο Ταύρος, γι' αυτό και παρέδωσε τα παιδιά στον Θησέα και απάλλαξε την πόλη από τον φόρο. Μια άλλη εκδοχή του μύθου αναφέρει πως όταν ο Δαίδαλος έφυγε από την Κρήτη για την Αθήνα, ο Μίνως τον καταδίωξε με πολεμικές τριήρεις, αλλά μια τρικυμία τον έβγαλε στη Σικελία, όπου και πέθανε. Τότε ο γιος του Δευκαλίων παρήγγειλε στους Αθηναίους να του παραδώσουν τον Δαίδαλο, αλλιώς θα σκότωνε τα παιδιά που είχε πάρει ο Μίνως ως ομήρους. Ο Θησεύς τον παρακάλεσε να του αφήσει τον Δαίδαλο, που ήταν ξάδελφός του (γιος της Μερόπης, κόρης του Ερεχθέως), και επιδόθηκε στη ναυπήγηση πλοίων, χωρίς να τον πάρουν είδηση οι Κρήτες. Όταν ετοιμάστηκαν τα πλοία, ξεκίνησε με οδηγούς τον Δαίδαλο και άλλους φυγάδες από την Κρήτη. Επειδή κανείς δεν το ήξερε, οι Κρήτες νόμισαν πως τα πλοία ήταν φιλικά, ο Θησεύς κατέλαβε το λιμάνι και έφτασε μπροστά στην Κνωσό. Έδωσε μάχη στις πύλες του Λαβυρίνθου, όπου και σκότωσε τον Δευκαλίωνα και τους στρατιώτες του. Τότε ανέλαβε την εξουσία η Αριάδνη, ο Θησέας συνθηκολόγησε μαζί της, πήρε πίσω τους νέους και συμφιλίωσε τους Αθηναίους με τους Κρήτες, που ορκίστηκαν να μην πολεμήσουν ποτέ πια εναντίον τους. Η συνηθέστερη όμως εκδοχή αναφέρει πως o Θησέας, αφού οκοτωοε τον Μινώταυρο, έφυγε παίρνοντας μαζί του την Αριάδνη, που την εγκατέλειψε όμως στη Νάξο, όπου εκείνη απαγχονίστηκε. Ένας μύθος λέει πως μερικοί ναύτες του Θησέως τη μετέφεραν στη Νάξο, όπου παντρεύτηκε τον ιερέα του Διονύσου Ώναρο, και πως ο Θησέας την εγκατέλειψε επειδή αγαπούσε άλλη, την Αίγλη την Πανοπίδα. Άλλος μύθος λέει πως η Αριάδνη απέκτησε και παιδιά από τον Θησέα, τον Οινοπίωνα και τον Στάφυλο (που είναι φανερό πως συνδέονται με τον Διόνυσο Βάκχο, ίσως επειδή η Νάξος είχε αμπέλια). Ο Ποίων, ιστοριογράφος από την Αμαθούντα της Κύπρου, αναφερόμενος μόνο από τον Πλούταρχο (Θησεύς 20), αναφέρει πως η τρικυμία έριξε τον θησέα και την Αριάδνη στην Κύπρο, και ο Θησεύς έβγαλε την Αριάδνη στην ξηρά επειδή ήταν έγκυος, αλλά εκείνος γύρισε στο πλοίο, με τον σκοπό να ξαναρθεί αργότερα. Οι ντόπιες γυναίκες πήραν την Αριάδνη και την περιποιήθηκαν, αλλά εκείνη πέθανε στον τοκετό, και την έθαψαν. Όταν γύρισε ο Θησέας, λυπήθηκε πολύ και άφησε χρήματα στους ντόπιους για να προσφέρουν θυσία στην Αριάδνη. Έστησε και δύο μικρούς ανδριάντες, έναν ασημένιο και έναν χάλκινο. Από τότε, τη δεύτερη ημέρα του μήνα Γορπιαίου (αντίστοιχου προς τον Σεπτέμβριο), ένας νέος ξαπλωμένος στο κρεβάτι έλεγε και έκανε όντι τον πρόσταζαν οι επίτοκες γυναίκες. Οι Αμαθούσιοι ονόμαζαν το δάσος όπου βρισκόταν ο τάφος της Αριάδνης, άλσος της Αριάδνης. Μερικοί Νάξιοι έλεγαν πως υπήρχαν δύο Μίνωες και δύο Αριάδνες, που η μια τους παντρεύτηκε τον Διόνυσο στη Νάξο και γέννησε τον Στάφυλο, ενώ τη νεότερη την άρπαξε ο Θησέας και την εγκατέλειψε στη Νάξο. Μαζί της πήγε και η τροφός της Κορκύνη, που είχε σωθεί ο τάφος της. Όταν έφυγε πάντως από την Κρήτη ο Θησέας, προσέγγισε στη Δήλο και πρόσφερε θυσία στον Απόλλωνα. Του αφιέρωσε μάλιστα και το άγαλμα της Αφροδίτης που πήρε από την Αριάδνη. Χόρεψε και με τους νέους και τις νέες έναν χορό που αποτελούσε απομίμηση των διαδρόμων και διεξόδων του Λαβυρίνθου, με πολλές περιστροφές και ελιγμούς. Το είδος αυτό του χορού ονομαζόταν γέρανος, και τον χόρευαν γύρω από τον Κερατώνα βωμόν που ήταν συναρμοσμένος ολόκληρος από αριστερά κέρατα. Λένε επίσης πως έκανε και αγώνες στη Δήλο, όπου έδωσε πρώτος από έναν φοίνικα στους νικητές. Όταν όμως πλησίασαν στην Αττική, ο Θησέας και ο κυβερνήτης του πλοίου λησμόνησαν, από τη χαρά τους, να σηκώσουν τα λευκά πανιά, που θα ανήγγελλαν στον Αιγέα τη σωτηρία τους. Εκείνος, βλέποντας τα μαύρα πανιά και νομίζοντας πως ο Θησέας είχε σκοτωθεί, γκρεμίστηκε από τους βράχους, βάζοντας τέρμα στη ζωή του. Από τότε η θάλασσα αυτή ονομάστηκε Αιγαίο Πέλαγος. Ο Παυσανίας υιοθετεί την εκδοχή πως ο πατέρας του Θησέως γκρεμίστηκε από την Ακρόπολη, πίσω από τον ναό της Νίκης.