Δευτέρα, Νοεμβρίου 08, 2021

Η ελαιοκαλλιέργεια και η ελαιοσυλλογή στα Μέγαρα

Με το λάδι άναβαν
το καντήλι τους στο
 Χριστό και στην
Παναγία, που για
 πολλές οικογένειες
ήταν ακοίμητο
Ο ευλογημένος καρπός της ελιάς της τιμημένης αποτελεί για το Μεγαρίτη τη βάση της διατροφής του και πηγή εσόδων. 

Ψωμί, ελιά, λάδι, κρασί τα βασικά και απαραίτητα που τρέφουν τη μεγαρική οικογένεια. 

«Νύφη στό σπίτι μας που ήρθες δεν θα πεινάσεις, δεν θα κακοπεράσεις, εμείς είμαστε νοικοτσυραίοι (νοικοκυραίοι), έχουμε στάρι στην αγκωνή (στην γωνία του σπιτιού), το βουτσί (το δοχείο) με τις ελές (ελιές), το βαρέλι με το κρασί, το πιθάρι με το λάδι». Με τις λέξεις αυτές καλωσόριζε τη νύφη του ο νοικοτσύρης πεθερός στο σπίτι του. 

Ο ελαιώνας των Μεγάρων αποτελείται από υπεραιωνόβιες ελιές που πολλές είναι αυτοφυείς και από φυτά που ο φιλόπονος Μεγαρίτης εφύτευε. 

Το φύτεμα των ελαιόδενδρων ξεκινούσε από την αναζήτηση άγριων φυτών, που φύονταν στα δάση. Τα άγρια αυτά ελαιόδενδρα οι Μεγαρείς τα αποκαλούσαν «αργουλέους». Ξερίζωναν λοιπόν με προσοχή τους «αργουλέους» και τους τοποθετούσαν σε λάκκους σε χώρο που τον άποκαλούσαν «τζάκι», όπου επί ένα έτος τους πότιζαν τακτικά. Ακολούθως, μετά από προετοιμασία του χωραφιού που θα φυτευόταν, άνοιγαν μεγάλες λακούβες όπου τοποθετούσαν τους «αργουλέους». Μετά από δύο έτη, το μήνα Απρίλιο, κέντρωναν τους «αργουλέους» για να γίνουν ήμεροι. Σε ένα στρέμμα (1.200 τ.μ. ήταν το μεγαρίτικο στρέμμα ή 16 οργιές, κάθε οργιά ήταν 75 τ.μ.) φύτευαν 12 αργουλέους, πάντα το χειμώνα. Από την άνοιξη και μετά άρχιζε η επίπονη εργασία του ποτίσματός τους, λόγω της λειψυδρίας που μάστιζε τα Μέγαρα. 

Η ελαιοκαλλιέργεια είναι απλούστερη της αμπελοκαλλιέργειας.Όργωμα της γής του ελαιώνα, κλάδεμα του ελαιοδένδρου (που επέφερε τα ξύλα για την παραγωγή θερμικής ενέργειας και τα κλαδιά για τροφή των κατοικίδιων και των κοπαδιών) είναι οι κυρίως εργασίες που απαιτούνται για να ευδοκιμεί ο ελαιώνας. Και ο ελαιώνας των Μεγάρων έθαλλε και καρποφορούσε προσκαλώντας το Μεγαρίτη να συλλέξει τον καρπό του. 

Το μήνα Αύγουστο, μετά από γραπτή άδεια του αγρονόμου, οι Μεγαρίτες μάζευαν ελιές πράσινες από τα ελαιόδενδρά τους, τις οποίες «σκάτζιαζαν» (τσάκιζαν) και τις έθεταν σε αλατόνερο, για να γίνουν ένα νόστιμο έδεσμα. Πρόκειται για τις λεγόμενες «αχλατσιάδες», 

Η ελαιοσυλλογή μετατρεπόταν σε πανηγύρι. 

Ο κάμπος των Μεγάρων με κοινή απόφαση του Δημάρχου και του αγρονόμου χωριζόταν σε «ταμάχια» (ζώνες). Ο τελάλης ανακοίνωνε τα «ταμάχια» που μπορούσε ο Μεγαρίτης, από την τάδε ημερομηνία έως την δείνα, να συλλέξει τον ελαιόκαρπο. «Αμολήκανε ταμάχιο από της Καμάρας το ρέμμα έως τον Καψαλό» διαλαλούσε ο τελάλης. 

Και οι Μεγαρίτισσες και οι Μεγαρίτες, από τον Νοέμβριο μήνα έως τις αρχές του Ιανουαρίου του επόμενου έτους συνέλεγαν την ελιά την ευλογημένη. 

Με τη διαδικασία των «ταμαχιών» εκατοντάδες Μεγαριτών μάζευαν τις ελιές τους μόνο στο «ταμάχιο» και οι αγροφύλακες με άγρυπνο μάτι επέβλεπαν τις άλλες περιοχές, απαγορεύοντας την είσοδο για ελαιοσυλλογή σε οποιονδήποτε. 

Έτσι η ελαιοσυλλογή μετατρεπόταν σε πανηγύρι. Από τα βαθιά χαράματα οι ελαιοσυλλέκτες κάθονταν στο σοφρά, στο σπίτι του νοικοκύρη, για να λάβουν το πρωινό τους (κυρίως με φαγητό μετά ξαναζεσταμένο, από τα περισσεύματα του δείπνου της προηγούμενης ημέρας), για να μεταβούν χορτάτοι και ακμαίοι στο λιοστάσι. 

Και άρχιζε η ελαιοσυλλογή με χαρά, χαμόγελα και με την περιοδική παρουσία του πλανόδιου μανάβη, που με το γαϊδουράκι του φορτωμένο με φρούτα της εποχής διαλαλούσε. 

«Μια οκά ελιές τρείς οκάδες μήλα». 

«Μια οκά ελιές 2 οκάδες πορτοκάλια». 

Και μερικές φορές: «Μια οκά ελιές μια οκά μπακαλιάρο». 

Και η ημέρα προχωρούσε, ο ήλιος έβαινε στη δύση του και ο εργάτης, η εργάτισσα λάβαιναν την αμοιβή του κόπου τους στο χωράφι. 

Μιάμιση κόφα ελιές ήταν το μεροκάματο του εργάτη. 

Μια κόφα ελιές ήταν το μεροκάματο της εργάτισσας. 

Η ελαιοσυλλογή στα Μέγαρα γινόταν με τα χέρια και με βοήθεια ξύλινης σκάλας. 

Το πόσο ευλογημένο προϊόν ήταν η ελιά για το Μεγαρίτη φαίνεται και από το γεγονός που δεν άφηναν ούτε μια ελιά αμάζευτη. Κατά την διάρκεια της σποράς χωραφιού που περιείχε ελαιόδενδρα, τον σποριά γεωργό συνόδευε γυναίκα της οικογένειας, για να συλλέξει το «Χαμολαίο» (τη «χαμάδα»). 

Το «χαμολαίο» το αποθήκευαν χωριστά και τον λιατρίβιζαν χωριστά, ώστε το λάδι του να το χρησιμοποιήσουν για χρήσεις μη βρώσιμες, όπως λ.χ. την παρασκευή σαπουνιού. 

Την άλλη ελιά, που έριχναν από τα δένδρα, την αποθήκευαν σε ειδικούς χώρους, που αποκαλούσαν «πατητήρια» (δωμάτια που στην είσοδό τους είχε ανοιχτεί λακκούβα, για να δέχεται τα υγρά που έρρεαν από τον ελαιόκαρπο). 

Η ελιά παρέμενε στο πατητήρι πολλές ημέρες, γιατί οι Μεγαρίτες πίστευαν ότι με τον τρόπο αυτό απέδιδε περισσότερο λάδι κατά το λιατρίβισμα. 

Και τα λιατρίβια άρχιζαν τη λειτουργία τους. Με τους εργάτες να εργάζονται σ' αυτά 12 ώρες. Την ελιά, αρχικώς, την περνούσαν από δύο κυλινδρικές γρανίτινες πέτρες, που περιστρέφονταν, μέσα σε ειδικό κάδο, με τη δύναμη αλόγου. Ακολούθως τον αλεσμένο από τις πέτρες πολτό τον έθεταν στα «μουτάφια» (ειδικές σακκούλες ανθεκτικές από φυτικές ίνες) που τα τοποθετούσε ο «μάστορης» (ειδικός τεχνίτης) με προσοχή και τέχνη στο πιεστήριο, εμπλουτίζοντας με καυτό νερό. 

Η πίεση στο πιεστήριο προερχόταν από τον «εργάτη» (ορθογώνιο περιστρεφόμενο δοκό με λαβές που διαπερνούσαν τον δοκό) και οι εργάτες έβαζαν όλη τους τη δύναμη στο πιεστήριο, για να πιέσει τον πολτό ώστε να βγεί το λάδι). 

Και το λάδι έρρεε μαζί με το νερό σε ειδικό ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο δοχείο, όπου καταστάλαζε και ο μάστορας με τη βοήθεια του «ξυστιού» (δοχείο που το συνέλεγε αρχικά) και ακολούθως του «κόχυλα» (μικρότερου δοχείου που συνέλεγε το λάδι, όταν είχε μείνει λιγοστό) το τοποθετούσε στα δοχεία. 

Το λάδι αποθηκευόταν σε πιθάρια ή σε κιβώτια, για να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη της οικογένειας. 

Με το λάδι άναβαν το καντήλι τους στο Χριστό και στην Παναγία, που για πολλές οικογένειες ήταν ακοίμητο. Με το λάδι τροφοδοτούσαν το λυχνάρι τους, τους λύχνους τους, όπως τους έλεγαν. 

Με λάδι αγόραζαν τα χρειώδη τους. Είδος με είδος. 

Λάδι για την αγορά μπαχαρικών, καρυδιών, μελιού, κ.λπ. 

Κατά τη διάρκεια της ελαιοσυλλογής χώριζαν τις μαύρες καθαρές ελιές από τις άλλες, που τις αποκαλούσαν ελιές της αράδας (ήταν αυτές που λιατρίβιζαν). Τις μαύρες καθαρές ελιές τις «αλάτιζαν» μέσα σε μεγάλα δοχεία και έτσι προέκυπτε η παστή μεγαρίτισσα ελιά, που αποτελούσε νοστιμότατο έδεσμα. 

Οι αλατισμένες ελιές επέφεραν και οικονομικά οφέλη, αφού τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή έρχονταν έμποροι και αγόραζαν τις παστές ελιές από τα μεγαρίτικα σπίτια. 

Ελιά, λάδι τα ευλογημένα προϊόντα της μεγαρικής γης. Οι άλλες γεωργικές και αγροτικές ασχολίες των Μεγαριτών, όπως η ρητινοσυλλογή, η κτηνοτροφία (πρόβατα, γίδια, αγελάδες) γινόταν όπως και στα άλλα μέρη της πατρίδας μας. 

Η πτηνοτροφία γνώρισε άνθηση στα Μέγαρα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, χαρίζοντας στα Μέγαρα οικονομική ευρωστία και φέρνοντας την πόλη μας στην πρώτη θέση της ελληνικής αυγοπαραγωγής. 

Πηγή κειμένου: Χρυσόστομος Σύρκος "Ο Μεγαρίτης, η Μεγαρίτισσα" Μέγαρα 2011