Η καλλιέργεια των δημητριακών (στάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη) και κουκιά.
Η αμπελουργία (που ήταν πηγή οικονομικών εσόδων).
Η ελαιοκαλλιέργεια (που θεωρείτο ευλογημένη απασχόληση και πηγή οικονομικής ευρωστίας).
Η κτηνοτροφία.
Η πτηνοτροφία.
Η Καλλιέργεια των δημητριακών
(Σπορά, θέρος, αποθήκευση, αλώνισμα)
Ο κάμπος των Μεγάρων χωριζόταν σε ζώνες, ώστε η σπορά να διενεργείται χρόνο παρά χρόνο.
Η περιβόητη αγρανάπαυση επέβαλε τον ένα χρόνο το όργωμα και το διβόλισμα του χωραφιού, ώστε να επακολουθήσει τον επόμενο η σπορά του. Στις ζώνες της αγρανάπαυσης επιτρεπόταν η είσοδος των προβάτων.
Στις 14 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, την ημέρα της παγκόσμιας ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, ο παπάς κάθε ένορίας, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, διάβαζε ειδική ευχή στους σπόρους, που οι μεγαρίτισσες νοικοκυρές είχαν συσκευάσει σε δέματα και τα είχαν αποθέσει μπροστά από το τέμπλο, με το όνομά τους, από την παραμονή της εορτής, κατά την ώρα του εσπερινού. Έτσι ο μεγαρίτης γεωργός μετά τα πρωτοβρόχια ξεκινούσε τη σπορά, έσπερνε πρώτα τους ευλογημένους σπόρους.
Όλες οι καλλιέργειες ήταν αυστηρώς οικολογικές. Τα λιπάσματα έλειπαν παντελώς. Το «κόπρισμα» των χωραφιών γινόταν με τα σκουπίδια που προέκυπταν από τα ζώα της κάθε μεγαρίτικης αυλής, καθώς και από τα οικιακά απορρίμματα, αφού ο Δήμος δεν έκανε αποκομιδή απορριμμάτων. Και η μεγαρική γή δεχόταν τους σπόρους των δημητριακών που απέδιδαν καρπούς πολλαπλάσιους.
Στο τέλος του μηνός Μαΐου άρχιζε το θέρισμα του κριθαριού και της βρώμης, σε πρώιμη ωρίμανση, για να εναποτεθεί στο έδαφος προς ξήρανση, για να αποτελέσει την τροφή των «ζωντανών» (τα ζώα) της οικογένειας. Και στην εργασία αυτή υπήρχε τεχνική.
Με το δρεπάνι ο θεριστής θέριζε όσο πιο βαθιά μπορούσε την καλαμιά, κρατώντας το δρεπάνι με το ένα χέρι, ενώ φούχτωνε με το άλλο χέρι το θεριζόμενο για να προκύψει η «χεράδα», την οποία τοποθετούσε στο έδαφος σταυροειδώς ανά τετράδες.Έξι «χεράδες» αποτελούσαν ένα «λυμάρι». Τρία «λυμάρια» αποτελούσαν ένα «δεμάτι».
Όταν τα θεριζόμενα, υπό την επίδραση των ηλιακών ακτίνων ξεραίνονταν, τα συνέλεγαν ανά «δεμάτι», που το έδεναν με τα «δεματικά».
Τα «δεματικά», άλλη μία κατασκευή που με μαεστρία εκτελούσε η μεγαρίτισσα νοικοκυρά ως έξής: μαλάκωναν τις καλαμιές της Βρύζας (σίκαλης) πατώντας τες με τα πόδια, αφού προηγουμένως τις είχαν καταβρέξει με νερό, ώστε να γίνουν ευέλικτες, για να πλέξουν οι νοικοκυρές τα «δεματικά» με διαδικασία πλεξούδας.
Και τα «σανά» (τα πρώιμα καλάμια και στάχια του κριθαριού και της βρώμης) συνάγονταν στην αποθήκη του σπιτιού, τον «αχυρώνα». Το πάτωμα του «αχυρώνα» το έστρωναν με αγκυλωτά άγρια φυτά, για να τα προφυλάξουν από τις στρατιές των ποντικών που ενδημούσαν στους αχυρώνες. Πρός αντιμετώπιση των ποντικών οι Μεγαρείς έτρεφαν πολλές γάτες που τις μάθαιναν τη νύκτα να κοιμούνται στον «αχυρώνα».
Το στάρι, το κριθάρι, τη βρώμη, που θέριζαν, όπως και τα σανά, μετά την πλήρη ωρίμανσή τους (προπαντός το κριθάρι, σύμφωνα και με την παροιμία «θέριζε στάρι παλικάρι, κριθάρι παππού ») τα τοποθετούσαν στοιβαγμένα με καλλιτεχνικό τρόπο, τις λεγόμενες «θεμωνιές», για να τα αλωνίσουν όταν τελειώσει ο θερισμός.
Το αλώνισμα άλλη μια εργασία θαυμαστή. Για το αλώνισμα το κάθε αγροτικό μεγαρίτικο σπίτι διέθετε ειδικά σύνεργα:
Το «ντούγενι» (το ξύλινο σχεδόν επίπεδο παραλληλεπίπεδο όργανο με χοντρά σιδερένια ελάσματα στην κάτω επιφάνειά του και χοντρό χαλκά στην άνω εμπρός επιφάνεια).
Τα «καρπολόγια» (εργαλεία για το διαχωρισμό καρπού: σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, από το άχυρο στο αλώνι).
Το «δικούλι» για το ανακάτεμα των αχύρων.
Το «ντούγενι» το έσερνε άλογο ακμαίο, υπό την καθοδήγηση ανδρός ανεβασμένου πάνω στο «ντούγενι», ο οποίος μαστίγωνε το άλογο και με κυκλικές κινήσεις διερχόταν τρέχοντας πάνω από τα απλωμένα δημητριακά. Στη συνέχεια με τα «δικούλια» αφαιρούσαν τα άχυρα για να μείνει στο αλώνι ο καρπός, τον οποίο συνέλεγαν με μεγίστη ευχαρίστηση.
Την ημέρα που αλώνιζαν την θεωρούσαν εορταστική και στο τέλος της διαδικασίας παρέθεταν γεύμα με κυρίως πιάτο τα κουκιά "παπούγια" (κουκιά νερόβραστα με ρίγανη, ξύδι και λάδι) και φυσικά άφθονο κρασί.
Πηγή κειμένου: Χρυσόστομος Σύρκος "Ο Μεγαρίτης, η Μεγαρίτισσα" Μέγαρα 2011