Παρασκευή, Νοεμβρίου 19, 2021

Κάβειροι και Τελχίνες: Οι δαίμονες της φωτιάς

 Κάβειροι 

Οι σύγχρονοι ερευνητές πιστεύουν ότι το όνομα Κάβειροι προέρχεται από το σημιτικό καβέρ, που ελληνικά μεταφράζεται μεγάλος, επίθετο των Καβείρων, σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, αν και οι σχολιαστές -των οποίων η πληροφορία επιβεβαιώνεται από το Στράβωνα και το Στησίμβροτο - αναφέρουν ότι το όνομά τους προέρχεται από το όρος Κάβειρον της Φρυγίας, απ' όπου η λατρεία τους μεταφέρθηκε στη Σαμοθράκη. 

Για την καταγωγή και τον αριθμό των Μεγάλων Θεών Καβείρων, ο Στράβων  -  διασώζοντας τις απόψεις του Ακουσίλαου και του Φερεκύδη - γράφει πως από την Καβειρώ και τον Ήφαιστο γεννήθηκε ο Κάδμιλος, πατέρας των Καβείρων, που με τη σειρά τους έγιναν οι γονείς των Καβειρίδων Νυμφών. Κατά το Φερεκύδη, γονείς των Καβείρων ήταν ο Ήφαιστος και η Καβείρη, κόρη του Κορύβαντα Πρωτέα, εγγονή του Απόλλωνα και της Ρυτίας, που Ζούσε στη Σαμοθράκη. 

Η λατρεία των Καβείρων σχετίζεται και με άλλες θεότητες και ιδιαίτερα με τον Ερμή - που προστίθεται στην τριαδική καβειρική θεότητα - , με τη λατρεία της Αρτεμης που ιερά της βρίσκονταν όπου υπήρχαν και Καβείρια— αλλά ιδιαίτερα με τη λατρεία και τα μυστήρια της Δήμητρας και της Κόρης, γι' αυτό οι ιερατικές ονομασίες τους δηλώνουν τις σχέσεις τους με αυτές τις δύο θεές. Αλλες παραδόσεις όμως αποδίδουν την ίδρυση των Καβειρίων μυστηρίων στη Ρέα, τη μεγάλη φρυγική θεά, ή στην Αστάρτη-Αφροδίτη, η οποία είναι και η μητέρα των Καβείρων στη φοινικική θεολογία. 

Η σύνδεση των Καβείρων με τη θεά του έρωτα, που συμβολίζει και το άστρο της αυγής και του δειλινού, δικαιολογεί και την ιδιαίτερα επικρατούσα πίστη να ταυτίζονται οι Κάβειροι με τους Διόσκουρους, τ' αστέρια-οδηγούς και σωτήρες των ναυτικών. 

Επειδή οι ειδήσεις για τους Κάβειρους είναι συγκεχυμένες, δεν είναι εύκολος ο σαφής καθορισμός της φύσης τους και ορισμένοι συγγραφείς τούς ταυτίζουν με τους ήρωες Δάρδανο και Ιασίονα, γιους του Δία και της Ηλέκτρας. Επίσης, η θεϊκή υπόστασή τους αμφισβητείται από το Στράβωνα, που τους συγκαταλέγει ανάμεσα στους ιερείς και θεράποντες άλλων θεών. 

Πάντως ως θεοί οι Κάβειροι είναι αγαθοί, παραστάτες και σωτήρες των ναυτικών, λύτες των συμφορών αλλά και τιμωροί των επιόρκων και υβριστών των θεών. 

Στη Λήμνο οι Κάβειροι τιμώνταν ως θεοί-γιοι του Ηφαίστου και απεικονίζονταν με πυγμαίους που είχαν προτεταμένη κοιλιά και στραβά πόδια, εξού και η ονομασία τους καρκίνοι (καβούρια). Ο Παυσανίας μάς πληροφορεί ότι το ιερό των Καβείρων στη Βοιωτία βρισκόταν κοντά στο άλσος της Καβειραίας Δήμητρας και Κόρης, αλλά Καβείριο υπήρχε και στη βοιωτική πόλη Ανθηδόνα, οπότε ενισχύεται η άποψη του Ηρόδοτου ότι οι Έλληνες διδάχτηκαν τα Καβείρια μυστήρια από τους Πελασγούς. 

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές και ο Πλούταρχος βεβαιώνουν τη λατρεία των Καβείρων στη Μακεδονία. Ο τελευταίος αναφέρει ότι στα μυστήριά τους στη Σαμοθράκη, ο Φιλιππος Β' γνώρισε κι ερωτεύτηκε τη Μυρτάλη Ολυμπιάδα, μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. 

Στα Καβείρια μυστήρια της Σαμοθράκης  - το μυστικόν δράμα, όπως τα ονομάζει ο Αλεξανδρινός Κλήμης— οι ιερείς, που ονομάζονταν ανακτοτελεστές, αναπαρίσταναν πάθη, τη δολοφονία ενός Καβείρου (Ερμή, Κάδμιλου ή Ιασίονα) από τους δύο άλλους αδελφούς του και τελικά την ανάστασή του, εκφράζοντας την ιδέα της αναγέννησης της Ζωής μέσα από το πάθος και το θάνατο. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι μέρος της τελετής στους τόπους της καβειρικής λατρείας ήταν και η μαντική. 

Η λατρεία των Καβείρων ήταν διαδεδομένη και στην Ασία, είτε γιατί ήταν η αρχική κοιτίδα της είτε γιατί μεταφέρθηκε εκεί από το Δάρδανο. Ο Φοίνικας ιστορικός Σανγχουνιάνθωνας στη Θεολογία του - που έγινε γνωστή από τους χριστιανούς ιεράρχες και μάλιστα τον Ευσέβιο-αναφέρει ότι οι εφτά Κάβειροι και ο Ασκληπιός (που ονομαΖόταν Έσμονος στη Βηρυτό) ήταν γιοι του Συδύκ (Ηφαίστου) και της Αστάρτης (Αφροδίτης), πίστη που επιβεβαιώνει και ο Δαμάσκιος. 


Τελχίνες 

Βάσκανοι δαίμονες, πονηροί, φθονεροί αλλά ευφυέστατοι και σμιχτοφρύδες (χαρακτηριστικό της βάσκανης ικανότητάς τους στη λαϊκή αντιληψη), οι Τελχίνες ήταν γιοι της Θάλασσας ή της Γης και του Πόντου, που μαζί με την κόρη του Ωκεανού Καφίρα ανέθρεψαν τον Ποσειδώνα, που τους εμπιστεύτηκε η Ρέα. Ο θεός της θάλασσας παντρεύτηκε την αδελφή των Τελχίνων Αλία, από την οποία απέκτησε έξι γιους και μια κόρη, τη Ρόδο. 

Σύμφωνα με κάποιους μύθους οι Τελχίνες έκαναν άγονη τη νήσο Ρόδο βρέχοντάς τη με το νερό της Στύγας. Άλλες παραδόσεις αναφέρουν πως ο Τελχίνος Λύκος κατέφυγε στη Λυκία, όπου ίδρυσε το ναό του Λυκίου Απόλλωνα, αλλά αναφέρεται επίσης πως ο Δίας τούς θανάτωσε λόγω της κακίας τους ή γιατί το «κακό τους μάτι» κατέστρεφε τις σοδειές. 

Για την καταγωγή τους παραδίδεται επίσης ότι ήταν τα σκυλιά του Ακταίονα, που μεταμορφώθηκαν σε δαίμονες, αφού κατασπάραξαν τον κύριό τους ή πως ήταν γιοι της Νέμεσης και του Ταρτάρου ή πως είχαν γεννηθεί από το αίμα του ακρωτηριασμένου Ουρανού, όπως και οι Ερινύες. 

Μάγοι και γόητες οι Τελχίνες κατασκεύαζαν μαγικά φίλτρα, έστελναν βροχές, χιόνι και χαλάζι και μεταμορφώνονταν σε αμφίβια τέρατα, γι' αυτό και απεικονίζονται με τα χαρακτηριστικά τους. 

Άλλοι συγγραφείς όμως αναφέρουν ότι οι Τελχίνες ήταν θνητοί σπουδαίοι εφευρέτες και τεχνίτες, οι οποίοι ανακάλυψαν το χρυσό, το ασήμι, το χαλκό, το σίδηρο και τα άλλα μέταλλα και επινόησαν το δρεπάνι με το οποίο o Κρόνος ακρωτηρίασε τον πατέρα του Ουρανό, την τρίαινα του Ποσειδώνα, αλλά και χρήσιμα εργαλεία για την κατασκευή αγαλμάτων, που οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν Τελχίνια. 


Πηγή κειμένου: Μυθολογία των Ελλήνων,  Σοφία Ν. Σφυρόερα