Πέμπτη, Νοεμβρίου 11, 2021

Αρραβωνιάσματα και γάμος στα Μέγαρα



Οι νέοι και οι νέες των Μεγάρων μεγάλωναν μέσα σε μια ιεραρχημένη οικογένεια που όλα κυλούσαν με μια νομοτέλεια αξιοπρόσεκτη. 

Από τη γέννηση του θηλυκού άρχιζε η προετοιμασία για την ύφανση της προίκας της. Σκοπός της μάνας ήταν να υφάνει όσα περισσότερα ρούχα μπορούσε, ώστε ο «γιούκος» (έκθεση κατά τάξη της κλινοσκεπής των υφαντών και των άλλων ρούχων της νύφης που διαμορφωνόταν μερικές ημέρες προ του γάμου της) να είναι όσο το δυνατόν πιο ογκώδης. 

Στην αναζήτηση του γαμπρού μεγάλο ρόλο έπαιζαν οι προξενήτρες. 

Ο προξενητής ή η προξενήτρα μετέβαινε στους γονείς του αγοριού, που είχαν επιλέξει οι γονείς του κοριτσιού ως μέλλοντα γαμπρό τους, για να εκθέσει τα προτερήματα της υποψήφιας νύφης και το μέγεθος της προίκας της. Τόσα δέντρα (ελαιόδενδρα), τόσα στρέμματα σταροχώραφα, τόσα στρέμματα αμπέλι, πολλά προικώα, τα κουζινικά της, τα καλούδια της, τον «νάχτι» της, δηλαδή τα χρήματα τα μετρητά κυρίως λίρες Αγγλίας, ήταν τα επιχειρήματα που είχε στη φαρέτρα του ο προξενητής. 

Και αν οι γονείς του επιλεγόμενου αγοριού ενέδιδαν, όριζαν ημέρα της εβδομάδος, εξαιρούσαν την ημέρα Τρίτη, κατά την οποία ο πατέρας της νύφης με τα αδέλφια της και στενούς συγγενείς (πάντα σέ μονό αριθμό ατόμων) προσέρχονταν στο σπίτι του γαμπρού, όπου τους υποδέχονταν οι έν δυνάμει συμπεθέροι (οι γονείς και τα αδέλφια του γαμπρού και οι στενοί συγγενείς τους) για να «τελειώσουν» το προξενιό. 

Στην συνάντηση αυτή όλα άρχιζαν από μηδενική βάση. Ο πατέρας της υποψήφιας νύφης λάβαινε το λόγο και επαναλάμβανε τα όσα ο προξενητής είχε αναφέρει ως προικώα. Αν τα αναφερόμενα ήταν και τα αναμενόμενα, το προξενιό τελείωνε εκεί. 

Πολλές φορές οι προξενητές, για να πετύχουν τον σκοπό τους, εξόγκωναν τα προικώα και άρχιζαν τα δύσκολα και το παζάρι. «Βάλε και άλλα τόσα δεντρά». «Δεν θέλουμε το αμπέλι στου Τούτουλη. Να μας δώσεις τόσα στρέμματα στο Χάνι». Αν η διαπραγμάτευση κατέληγε σε συμφωνία, τσούγκριζαν τα ποτήρια λέγοντας «Καλορίζικα», «να ζήσουν τα παιδία). 

Ακολούθως, ο μέλλων γαμπρός συνοδευόμενος από τους γονείς του και τους άλλους στενούς συγγενείς μετέβαινε στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του, για να την γνωρίσει. Η μάνα της νύφης του έδιδε ένα ρόδι με ένα ασημένιο καρφωμένο πάνω και μια καλαμάτα. 

Μερικές φορές η διαπραγμάτευση για το ύψος των προικιών δεν κατέληγε σε συμφωνία και το προξενιό κατέρρεε. Άλλες φορές ο πατέρας αγοριού και ο πατέρας κοριτσιού συμφωνούσαν να παντρέψουν τα παιδιά τους, έδιναν το λόγο τους και ακολούθως τα ανακοίνωναν στα παιδιά, που ήταν υποχρεωμένα να υπακούσουν. 

Για να πιστοποιηθεί η συμφωνία του αρραβώνα, ο πατέρας της νύφης συνέτασσε ιδιόχειρο σημείωμα (το αποκαλούμενο «ξοφύλλι»), το οποίο αποτελούσε υποσχετικό ότι θα δώσει τα όσα προφορικά συμφωνήθηκαν ως προικώα της νύφης. 

Η αρραβωνιασμένη κοπέλα μετέβαινε στο σπίτι του αρραβωνιαστικού της μόνον τότε που απουσίαζε ο αρραβωνιαστικός της. 

Ο αρραβωνιαστικός συνόδευε την αρραβωνιαστικιά του στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις πάντα υπό τη συνοδεία τρίτου ατόμου. 

Η αρραβωνιασμένη κοπέλα την ημέρα Πέμπτη της Καθαρής Έβδομάδας (της εβδομάδας που άρχιζε την Καθαρή Δευτέρα έως την 1η Κυριακή των Νηστειών) έφερνε στην πεθερά της μια κουλούρα ειδικά παρασκευασμένη, τη λεγόμενη «τριμερόπιτα». 

Την παραμονή της Πρωτομαγιάς οι

μεγαρίτισσες αρραβωνιασμένες κατασκεύαζαν από λουλούδια της αυλής των ένα λουλουδένιο στεφάνι (τον αποκαλούμενο «Μάη») και τον απέστελλαν στην πεθερά τους με μια γυναίκα της οικογένειας της ή φίλης τους, υπό τη συνοδεία αγοριού που κρατούσε ένα μπουκάλι κρασί. 

Μεταγενέστερα τον «Μάη » τον πήγαινε στην πεθερά η ίδια η αρραβωνιασμένη συνοδευόμενη και από άλλες κοπέλες ντυμένες με κατηφένια ή μαζί με πανέρι με λουλούδια, κ.ά. Στην περίπτωση αυτή, την νύφη περίμενε ο γαμπρός στην αυλή, όπου παραλάμβανε το στεφάνι, για να το κρεμάσει στο φεγγίτη της σάλας του σπιτιού. Η πεθερά λάβαινε τα κουλούρια και τα άλλα δώρα της νύφης της, ανταποδίδοντας δικά της δώρα. 

Το έθιμο αυτό διατηρείται έως τις ημέρες μας με την  καινοτομία οι αρραβωνιασμένες να ακολουθούν δρομολόγιο που διέρχεται από την κεντρική πλατεία, όπου τις υποδέχεται ο δήμαρχος με προσφορά ενός δώρου. 

Το Πάσχα ο γαμπρός έκανε δώρο στη νύφη

μια πλήρη φορεσιά, τις λεγόμενες «χάρες», μαζί με μια μεγάλη λαμπάδα. Παρατηρείτο δε το φαινόμενο κατά τον εσπερινό της Αγάπης που τελείται στα Μέγαρα την Κυριακή του Πάσχα το απόγευμα, οι αρραβωνιασμένες των Μεγάρων να καμαρώνουν στις φορεσιές τους, υπό τα βλέμματα των αρραβωνιαστικών τους. 

Τη διαδικασία της γαμήλιας τελετής άρχιζε πολλές ημέρες πρίν από την ημέρα τέλεσης του μυστηρίου. 

Οι συγγένισσες και οι φίλες της μελλόνυμφης έπλεναν τα προικώα ασπρόρουχα της νύφης, ώστε την ημέρα που είχε ορισθεί να απλωθούν στο «γιούκο », για να είναι πεντακάθαρα. 

'Ένα μήνα περίπου πρωτύτερα από την ημέρα που είχε ορισθεί να τελεσθεί το μυστήριο, το σόι της αρραβωνιασμένης κοπέλας προσερχόταν στο σπίτι της και στη σάλα «άπλωναν» τα προικιά με ειδική τάξη και σειρά. Τα χράμια, τις ανδρομίδες, τα δίκλωνα, τα μονόκλωνα, τα ασπρόρουχα, αποτελούσαν το περιβόητο «γιούκο ». Μόλις ο «γιούκος » διαμορφωνόταν οι συγγενείς καρφίτσωναν πάνω στα προικιά χαρτονομίσματα, όπως και όσοι έραναν στη συνέχεια τα προικιά με ρύζι και κουφέτα. 

Σε περίοπτη θέση της σάλας που ήταν απλωμένα τα προικιά δέσποζε η χρυσοκέντητη στολή της νύφης, τα περίφημα «κατηφένια» που με κόπο και μόχθο κατόρθωνε η οικογένεια της νύφης να προμηθευθεί, καθώς και αλυσίδα με τα φλουριά. 

Η πεθερά της νύφης συμπλήρωνε τη χρυσοκέντητη στολή με μπόλια (χρυσοκέντητη εσάρπα με κρόσια που κάλυπτε την κεφαλή), τις κουντούρες (χρυσοκέντητες παντούφλες) και τις πλεξούδες (ψεύτικες κοτσίδες). 

Μετά το «άπλωμα» των υφαντών της νύφης (τα «προιτσία») συγγένισσες και φίλες της μελλόνυμφης και του μελλόνυμφου τοποθετούσαν σε δίσκους μπουμπουνιέρες (που περιείχαν μονό αριθμό κουφέτων), τις οποίες μοίραζαν στα συγγενικά και φιλικά σπίτια. 

Η μπομπονιέρα επείχε θέση αναγγελίας του γάμου και όποιος τη λάβαινε αισθανόταν την υποχρέωση να μεταβεί, για να ράνει τα προικιά και να στερνιάσει την νύφη. 

Οι προσκεκλημένοι της νύφης έραιναν τα προικιά κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του γάμου. Οι προσκεκλημένοι του γαμπρού τα έραιναν μετά το γάμο. 

Την εβδομάδα που προηγούνταν της τέλεσης του μυστηρίου, πάλι κοπέλες μοίραζαν «κατσουλέρια» στους στενούς συγγενείς και φίλους των μελλόνυμφων. Τα «κατσουλέρια» είναι ψωμιά ένζυμα, που ζύμωναν οι φίλες και συγγένισσες των μελλόνυμφων, τα οποία στόλιζαν με καταπληκτικά σχέδια που σχεδίαζαν με την ίδια ζύμη. 

Την ημέρα Πέμπτη της εβδομάδας που προηγείτο της Κυριακής της στέψεως, η μάνα του γαμπρού με τις «κουνιάδες» (τις αδελφές του γαμπρού) ή άλλες γυναίκες, πάντα σε μονό αριθμό ατόμων, μετέβαιναν στο σπίτι της νύφης, όπου γύριζαν την «αλλαξία» (αλλαξία: τα εσώρουχα των μελλόνυμφων, γύριζαν τα έξω μέσα). 

Την Κυριακή, την ημέρα της στέψεως, μετέβαινε, στο σπίτι του γαμπρού, κουρέας, όπου, με την υπόκρουση μουσικής λαϊκών οργάνων, ξύριζε το γαμπρό. Ακολούθως, οι προσκεκλημένοι του γαμπρού (οι σουμπεθέροι) με επικεφαλής το γαμπρό, προηγουμένων των λαϊκών οργάνων (σαντούρι, βιολί, ούτι, κ.λπ.) μετέβαιναν στο σπίτι του κουμπάρου, για να τους συμπεριλάβουν στο σουμπεθεριό. 

Συνέχεια όλοι μαζί μετέβαιναν στο σπίτι της νύφης, όπου περίμεναν οι προσκεκλημένοι της νύφης (οι άλλοι σουμπεθέροι) με επικεφαλής τον πατέρα της ή τον αδελφό της ή κάποιον προσφιλή της, αν είχε εκλείψει ο πατέρας και δεν υπήρχε αδελφός. 

Ο επικεφαλής υποδεχόταν τους σουμπεθέρους, κρατώντας ένα ειδικό δοχείο (το «ρογάτσι») που περιείχε ηδύποτο, το οποίο έθετε στο στόμα των ανδρών της συνοδείας του γαμπρού, για να γευθούν το περιεχόμενό του. 

Ακολουθούσε το «μπόγιασμα» (το κτύπημα ενός ροδιού, που έδιναν στο γαμπρό, στην κάσα της κυρίας πόρτας και το σταύρωμά της με το δάκτυλο) του γαμπρού. Μετά το μπόγιασμα ο γαμπρός πετούσε το ρόδι στους συμπέθερους που ήταν στην αυλή. Όποιος «έπιανε» το ρόδι θεωρείτο τυχερός. 

Στη συνέχεια φόρτωναν τα «προιτσία», σε κάρο που περίμενε στο δρόμο, υπό τα βλέμματα των γειτονισσών και των περίεργων, που μετρούσαν πόσα προικιά έχει η νύφη. Το κάρο που φόρτωναν τα «προιτσία» το έσερνε άλογο με μαντήλι στο κεφάλι του. 

Μόλις τελείωνε το φόρτωμα σχηματιζόταν πομπή με έπικεφαλής τη νύφη, το γαμπρό και τους κουμπάρους, που με μπροστάρηδες, το κάρο με τα προιτσία, τα παιδιά με τα χαλκώματα της νύφης και τα πασούμια της και τη συνοδεία των λαϊκών οργάνων, όδευαν στην εκκλησία. Σε κάποια σημεία της διαδρομής στάθμευαν, για να χορέψουν το μεγαρίτικο καρσιλαμά. 

Μετά τη στέψη (βλόηση την έλεγαν) δινόταν «μάχη» για το ποιός θα πάρει κουφέτα από το δίσκο που περιείχε τα στέφανα της νύφης και του γαμπρού και έως εκ τούτου ήταν ευλογημένα. Όποιος ή όποια έπαιρνε κουφέτα, τα τοποθετούσε κάτω από το μαξιλάρι του, μαξιλάρι της, με την προσδοκία να ονειρευτεί την καλή του, τον καλό της. 

Πάλι με πομπή μετέβαιναν στο σπίτι του γαμπρού, όπου τώρα η νύφη μπόγιαζε. Πάλι με ρόδι, αλλά τώρα το σταύρωμα της κάσας της πόρτας με το δάχτυλο γινόταν, αφού το δάχτυλο εμβαπτιζόταν σε ένα ποτήρι με μέλι. Εδώ το ρόδι η νύφη το πετούσε μέσα στο δωμάτιο που ήσαν μαζεμένες κυρίως ελεύθερες κοπέλες. Όποια έπιανε το ρόδι θεωρούνταν τυχερή και ότι επέκειτο ο αρραβώνας της. 

Μετά το «μπόγιασμα», ένας άνδρας, που είχε και μάνα και πατέρα ζωντανούς, με τη βοήθεια καλαμάτας που τύλιγε στο λαιμό της νύφης και του γαμπρού, τους τραβούσε μέσα στο σπίτι. Ακολούθως μετά από ένα πρόχειρο μεζέ που παρείχαν στους σουμπεθέρους και μετά το χορό που έστηναν για λίγο χορεύοντας το γαμπρό και την νύφη οι γονείς της νύφης και οι σουμπέθεροί της, οι συμπεθέροι μετέβαιναν στο πατρικό σπίτι της, όπου τους παρείχαν δείπνο. Οι σουμπεθέροι του γαμπρού έμεναν στο σπίτι του γαμπρού για το δείπνο. 

Το μενού ήταν κρέας κοκκινιστό, που έβραζαν στο μεγάλο τέτζερι, χονδρά μακαρόνια, που έβραζαν στο λεβέτι, άφθονη μυτζήθρα καί πολλή ρετσίνα. 

Το νιόπαντρο ζευγάρι μετά από το ολονύκτιο γλέντι αποσυρόταν στο νυφικό δωμάτιο, όπου προς το μεσημέρι της Δευτέρας το ξυπνούσε ένα αγόρι που είχε εν ζωή μάνα και πατέρα. Αυτό σηματοδοτούσε την τύχη να είναι καλή η ζωή των νεονύμφων και το πρώτο τους παιδί να είναι αγόρι. 

Το βράδυ της Δευτέρας οι γονείς της νύφης μετέβαιναν στο σπίτι του γαμπρού με μια κότα ψητή, ευχόμενοι έτσι ο βίος των νεονύμφων να είναι γόνιμος και παραγωγικός. 

Σημείωση: Σε προγενέστερους χρόνους, το μυστήριο του γάμου το τελούσε ο παπάς της ενορίας στο σπίτι του γαμπρού. Η νύφη φορούσε τα κατηφένια της και είχε σκεπασμένο το πρόσωπό της με τα κρόσια της μπόλιας της. 

Από την επόμενη του γάμου της, η νιόπαντρη κοπέλα για τους συγγενείς του γαμπρού, τους γείτονες και τους άλλους γνωστούς έχανε το βαφτιστικό της όνομα, αφού την αποκαλούσαν «Δημήτραινα» αν τον άνδρα της τον έλεγαν Δημήτρη, «Κώσταινα» αν τον άνδρα της τον έλεγαν Κώστα, «Μελέταινα» αν τον άνδρα της τον έλεγαν Μελέτη, «Νικολίνα» αν τον άνδρα της τον έλεγαν Νικόλα, κ.λπ.