Τετάρτη, Νοεμβρίου 17, 2021

Περικλής (495-429 π.Χ,)

 

Ο Περικλής είχε ψηλό
μέτωπο και ήρεμη
και εξευγενισμένη
έκφραση. Συνδέθηκε με
τους προοδευτικούς
διανοουμένους,
στοχαστές και καλλιτέχνες
.

Μεγάλος Αθηναίος πολιτικός, υπεύθυνος για την πλήρη ανάπτυξη τόσο της αθηναϊκής δημοκρατίας όσο και της αθηναϊκής Αυτοκρατορίας στο 3ο μισό του 5ου π.Χ. Ο Περικλής καταγόταν από διακεκριμένους γονείς, Ο πατέρας του, Ξάνθιππος, υπήρξε μέλος μιας ηγετικής φυλής της Αττικής, και είχε διακριθεί στους Ελληνοπερσικούς πολέμους. Ανήκε στη δημοκρατική παράταξη και στη δίκη του Μιλτιάδου είχε ηγηθεί της ποινικής δίωξης. Το 485-484 είχε εξοριστεί από τον λαό, που είχε δώσει την εύνοιά του στον Θεμιστοκλή, αλλά τον ανακάλεσαν στις παραμονές της περσικής εισβολής, και υπό την ηγεσία του οι Αθηναίοι είχαν νικήσει στη Μυκάλη. Ηγήθηκε επίσης της πολιορκίας της Σηστού. Ωστόσο, είχε αντικατασταθεί γρήγορα από τον γιο του Μιλτιάδου, Κίμωνα, γιατί μετά το 478 κυριαρχούσε στο κράτος η συντηρητική ομάδα. Η μητέρα του Περικλέους, Αγαρίστη, ήταν δισέγγονη του τυράννου της Σικυώνος, Κλεισθένους, και ανιψιά του άλλου Κλεισθένους, του γνωστού εισηγητή μεταρρυθμίσεων στο πολίτευμα της Αθήνας το 508-507, και ηγέτη της πολύ πλούσιας φυλής των Αλκμαιωνιδών. Ο Περικλής είχε λοιπόν, εξαιτίας της καταγωγής του, άμεση πρόσβαση στους αριστοκρατικούς κύκλους και στη δημοκρατική ομάδα. Στα κληρονομικά πλούτη και στη φήμη του πρόσθεσε ένα ικανό μυαλό, μια πειστική ακεραιότητα χαρακτήρα, ρητορικές ικανότητες και αυτοκυριαρχία. Το 465, όταν ήταν 30 ετών, μοιράστηκε την ηγεσία της δημοκρατικής ομάδας με ένα μεγαλύτερο στην ηλικία πολιτικό, τον Εφιάλτη. Ο Περικλής μεγάλωσε σε μια περίοδο εμπιστοσύνης. Τα ελληνικά κράτη είχαν νικήσει τις ισχυρές περσικές δυνάμεις, και η Αθήνα είχε γίνει ο αναγνωρισμένος αρχηγός μιας μεγάλης συμμαχίας. Η παλαιότερη γενιά, που οι απόψεις της αντιπροσωπεύονται θαυμάσια από τον Αισχύλο, είχε βαθιά πίστη στην πατροπαράδοτη θρησκεία των Ελλήνων. Αλλά η νεότερη γενιά περιλάμΒανε ανθρώπους με ριψοκίνδυνες σκέψεις, πού προτιμούσαν μια ευρύτερη φιλοσοφία. 0 Περικλής συνδύαζε την ήρεμη εμπιστοσύνη με την πρωτότυπη σκέψη. Τα πρώτα χρόνια της νιότης του τα πέρασε σε απομόνωση, κατά κάποιον τρόπο, μακριά από δημόσιες εμφανίσεις: ήταν κυριολεκτικά απορροφημένος στις σπουδές του. Η ευγένεια της καταγωγής και ο πλούτος της οικογένειάς του τού επέτρεψαν να μαθητεύσει κοντά στους πιο φημισμένους δασκάλους της εποχής του. Ο μουσικοδιδάσκαλος Πυθοκλείδης του δίδαξε τη μουσική, που εκείνη την εποχή τη θεωρούσαν ως ένα από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία μόρφωσης για κάθε Έλληνα. Έδωσε επίσης έμφαση στις φιλοσοφικές σπουδές, και είναι ο πρώτος πολιτικός που αναγνώρισε τη μεγάλη σημασία που έχει η φιλοσοφία για κάποιον που προορίζεται να χειριστεί τα Μελετούσε τις λεπτές αποχρώσεις της Ελεατικής φιλοσοφίας υπό την άμεση καθοδήγηση του Ζήνωνος του Ελεάτου, που οι συλλογισμοί του για τον χρόνο, το διάστημα και την κίνηση γέννησαν αργότερα την ατομική θεωρία του Λευκίππου. Ο φιλόσοφος όμως που άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή πάνω στη σκέψη του Περικλέους και που συνετέλεσε στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ήταν ο Αναξαγόρας o Κλαζομένιος, ένας ορθολογιστής, που δίδασκε ότι πέρα από την ύλη υπάρχει και το πνευματικό στοιχείο, ο νους, που κινεί την πρώτη και ρυθμίζει τα εγκόσμια. Ο Αναξαγόρας υπήρξε και στενός φίλος του. Σε αυτόν ο Περικλής οφείλει ακόμη και τον χαρακτήρα και την ευγλωττία του. Η επίδραση του Αναξαγόρου στον Περικλή φαίνεται και σε όλη τη συμπεριφορά του. Ήταν αξιοπρεπής και ήρεμος, είχε καταπληκτική αυτοκυριαρχία. Η μορφή του ήταν ευχάριστη και μεγαλοπρεπής, μολονότι φαίνεται πώς υπήρχε κάποια ασυμμετρία στις διαστάσεις του κεφαλιού του, κι αυτή η δυσαναλογία είχε δώσει θέμα στους κωμικούς της εποχής του για να τον διακωμωδούν. Του είχαν μάλιστα δημιουργήσει και διάφορες προσωνυμίες, όπως σχινοκέφαλος και κεφαληγερέτης. Ο Περικλής δεν αναμείχθηκε στην πολιτική από πολύ νέος. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στον δημόσιο βίο το 465. Κατά τις πληροφορίες όμως του Πλουτάρχου, του Κικέρωνος κ.ά., που λένε πως η πολιτική σταδιοδρομία του κράτησε περισσότερο από 40 χρόνια, πρέπει να υποθέσουμε πως αναμείχθηκε για πρώτη φορά στον δημόσιο βίο πριν από το 469 π.Χ. Το 465 η Αθήνα βρισκόταν σε ένα σταυροδρόμι: η πολιτική του Αρείου Πάγου -εχθρότητα προς την Περσία, φιλία με τη Σπάρτη, συνεργασία με τους συμμάχους της Δηλιακής Συμμαχίας- είχε αποκορυφωθεί με την αποφασιστική νίκη του Κίμωνος έναντι των Περσών κοντά στον ποταμό Ευρυμέδοντα, και η Αθήνα ήταν σε θέση να συνεχίσει την ίδια πολιτική. Μια άλλη άποψη ήταν ότι, αφού η Περσία είχε ηττηθεί, δεν ήταν πια απαραίτητη η φιλία με τη Σπάρτη και η συνεργασία με τους συμμάχους. Οι Αθηναίοι μπορούσαν τώρα να ακολουθήσουν πιο αυστηρά αθηναϊκή πολιτική, αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει όσο ο Κίμων και το Συμβούλιο των Αρεοπαγιτών κρατούσαν το πηδάλιο του κράτους. Το 465 η Αθήνα έκλινε προς τη δεύτερη γραμμή πολιτικής, με την επίθεσή της εναντίον μιας από τις πιο ισχυρές συμμάχους τους, της θάσου, που είχε δικαιολογημένα αρνηθεί να δώσει στην Αθήνα μερίδιο από τις κτήσεις της. Εκείνη την εποχή, ο Εφιάλτης και ο Περικλής άρχισαν μια σειρά από δίκες εναντίον των ηγετικών μελών του Αρείου Πάγου. Μερικές από αυτές ήταν επιτυχείς, αλλά όταν ο Κίμων, αμέσως μετά την επιστροφή του από τη Θάσο, υποχρεώθηκε να εμφανιστεί σε δικαστήριο, και ο Περικλής έπρεπε να υποστηρίξει την κατηγορία, η δίκη τελείωσε με την αθώωση του Κίμωνος, όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος. 0 Περικλής, είτε γιατί ήταν αντίθετος προς τη δικαστική δίωξη του Κίμωνος, είτε γιατί είχε υποκύψει στην παρακλητική επέμβαση της αδελφής του Κίμωνος, Ελπινίκης, δεν είχε δείξει κανένα ενδιαφέρον για τη δίκη και δεν χρησιμοποίησε το τρομερό οπλο του, την ευγλωττία. Έπειτα από λίγο, όμως, ο Περικλής, γεμάτος δύναμη και αυτοπεποίθηση εξαιτίας της δημοτικότητας του, προσέβαλε την αριστοκρατία μέσα στο οχυρό της, τον Άρειο Πάγο. Με εισήγηση του Εφιάλτου, η Εκκλησία του Δήμου έβγαλε ψήφισμα που αφαιρούσε από τον Αρειο Πάγο όλες εκείνες τις εξουσίες που τον έκαναν τρομερό ανταγωνιστή του δημοκρατικού κόμματος. Αμέσως μετά την επιτυχία αυτή των δημοκρατικών, έγινε ο οστρακισμός του Κίμωνος, που είχε κατηγορηθεί για λακωνισμό, την άνοιξη του 461. Ένα-δυο μήνες αργότερα, ο Εφιάλτης δολοφονήθηκε, και ο Περικλής πίστευε σταθερά στη λαϊκή κυριαρχία, που εκφραζόταν απευθείας με την πλειοψηφία στη Βουλή και τμηματικά στην Εκκλησία του Δήμου. Κατά πρόταση του Περικλέους, η Βουλή αφαίρεσε ακόμη περισσότερες εξουσίες από τον Άρειο Πάγο. Στα επόμενα δέκα χρόνια, τα περισσότερα κρατικά αξιώματα ήταν προσιτά σε κάθε πολίτη, όποια και αν ήταν η οικονομική του κατάσταση. Σύμφωνα με εισήγηση του Περικλέους, για να γίνει κανείς Αθηναίος πολίτης έπρεπε να κατάγεται από Αθηναίους γονείς και από τις δύο πλευρές. Έτσι, την οκταετία 462-454 είχε ιδρυθεί σε σταθερές βάσεις η δημοκρατία του Περικλέους, και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως ο ίδιος ο Περικλής έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην εξέλιξή της. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, ο Περικλής είχε λιγότερη πείρα το 461. Ως στρατηγό, τον είχαν ξεπεράσει πρώτα ο Κίμων και έπειτα ο Τολμίδης, ο Μυρωνίδης και άλλοι, αλλά ως ρήτορας στη Βουλή ήταν ικανός να επηρεάσει την εξωτερική πολιτική του κράτους. Τη στιγμή της σπαρτιατικής αδυναμίας, οι Αθηναίοι συμμάχησαν με τους εχθρούς της Σπάρτης, το Άργος και τη Θεσσαλία, και κατόπιν με τα Μέγαρα, εναντίον της Κορίνθου, πιστής συμμάχου της Σπάρτης, και το 458 εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση εναντίον της Επιδαύρου, της Κορίνθου και της Αίγινας. Το επόμενο έτος, ο σπαρτιατικός στρατός, εξασθενημένος καθώς ήταν, ενώθηκε με τις δυνάμεις των Βοιωτών και βάδισε εναντίον της Αττικής. Ο Περικλής διακρίθηκε ο ίδιος στη μάχη της Τανάγρας, τη μοναδική ευκαιρία που είχε στη ζωή του να πάρει μέρος σε μάχη με τον αθηναϊκό στρατό εναντίον του σπαρτιατικού. Το αποτέλεσμα έκλινε ελαφρά προς το μέρος των Σπαρτιατών. Ο σπαρτιατικός στρατός γύρισε πίσω περνώντας από την περιοχή των Μεγάρων, και σχηματίστηκε η γνώμη ότι η Αθήνα δεν είχε μεγάλες ελπίδες να νικήσει τη Σπάρτη στην ξηρά. Οι Αθηναίοι ωστόσο επιτέθηκαν στη Βοιωτία και σχημάτισαν μερικές «δημοκρατικές» κυβερνήσεις, Το ίδιο έτος, το 457, ο Περικλής πραγματοποίησε την επιθυμία του να νικήσει την Αίγινα, «τον πονόματο του Πειραιά», όπως την ονόμαζε, και συμπλήρωσε το έργο που του είχε αναθέσει η Εκκλησία του Δήμου, την ανέγερση των Μακρών Τειχών από την Αθήνα μέχρι τον Πειραιά, που έκανε την πόλη σχεδόν απόρθητη και εξασφάλισε την έξοδο στη θάλασσα. Ο αθηναϊκός στόλος έκανε επιδρομές στις ακτές της Πελοποννήσου, κατέλαβε τη Ναύπακτο ως βάση στον Κορινθιακό κόλπο, και υπό την ηγεσία του Περικλέους κατέκτησε το 455 το μεγαλύτερο μέρος της Ακαρνανίας. Η επιτυχία των αθηναϊκών όπλων, εκτός από την πολύ σημαντική στρατιωτική μάχη με τη Σπάρτη, φαινόταν να δικαιώνει την τυχοδιωκτική εξωτερική πολιτική της δημοκρατίας, παρότι συνεπαγόταν κάποια τραχεία μεταχείριση των συμμάχων της Δηλιακής Συμμαχίας. Συγχρόνως όμως η Αθήνα ανέλαβε εκστρατεία στην Αίγυπτο εναντίον της Περσίας. Δεν είναι γνωστό αν ο Περικλής είχε επιδοκιμάσει αυτό το σχέδιο, αλλά είναι βέβαιο πως έμαθε από αυτό να αποφεύγει τον διμέτωπο πόλεμο. Αρχικά, όλα πήγαιναν καλά. Ένας συμμαχικός στόλος, όπου οι Αθηναίοι είχαν μετάσχει με μια μικρή ναυτική μοίρα, κέρδισε μια νίκη στον Νείλο και οι Αιγύπτιοι έδιωξαν τους Πέρσες. Αλλά οι Πέρσες ξαναγύρισαν με νέες δυνάμεις και το 454 αιχμαλώτισαν ολόκληρο το εκστρατευτικό σώμα. Η καταστροφή αυτή κλόνισε τη θέση της Αθήνας ως ναυτικής δύναμης και ως αρχηγού των συμμάχων της Δηλιακής συμμαχίας. 0 λαός στράφηκε προς τον Περικλή και εκείνος ανέλαβε τη διοίκηση του στόλου και τον έφερε στον Πειραιά. Του ανέθεσαν τη φροντίδα του συμμαχικού θησαυρού, που οι Αθηναίοι τον μετέφεραν από τη Δήλο, στερώντας έτσι τους συμμάχους από το θησαυρό και αποκτώντας οι ίδιοι μεγάλα οικονομικά αποθέματα. Ο Περικλής παραιτήθηκε από κάθε επιχείρηση εναντίον των Πελοποννησίων, και κατόπιν πέτυχε μια ανακωχή μέσω του Κίμωνος, που είχε ανακληθεί, έπειτα ίσως από πρόταση του Περικλέους. Η ανακωχή κράτησε έως το 446.
ο Περικλής σύναψε στενό δεσμό
με την Ασπασία, διέλυσε τον
γάμο του και πήρε διαζύγιο
με κοινή συμφωνία. Ο δεσμός
του με την Ασπασία διατηρήθηκε
μέχρι τον θάνατό του.

Εν τω μεταξύ, ο Περικλής συγκέντρωσε την προσοχή του στην επανάκτηση ενός αριθμού συμμαχικών κρατών, που είχαν αποχωρήσει από τη Δηλιακή Συμμαχία, και στην αμυντική οργάνωση εναντίον της Περσίας. Το 450 ο Κίμων, επικεφαλής 200 πλοίων, νίκησε θριαμβευτικά στην Κύπρο και έπειτα από λίγο πέθανε. Άρχισαν τότε οι διαπραγματεύσεις με την Περσία, και το 449-448 κλείστηκε ειρήνη, με καθορισμένες σφαίρες ενδιαφέροντος. Μολονότι ο Περικλής άφησε τις διαπραγματεύσεις με τη Σπάρτη και τον πόλεμο με την Περσία στον Κίμωνα, τον εξουδετέρωσε πάντως στην Αθήνα και πέτυχε να πραγματοποιήσει δύο ριζοσπαστικές πολιτικές. Πρώτον, ενίσχυσε τη λαϊκή πίστη προς τη δημοκρατία, μεγαλώνοντας τον αριθμό και την ισχύ των λαϊκών δικαστηρίων και εισάγοντας ένα σύστημα κρατικού επιδόματος, από το οποίο επωφελούνταν ιδιαίτερα οι τηο φτωχοί από τους πολίτες, αποκτώντας συγχρόνως τη δυνατότητα να εκπληρώνουν πολιτικά και νομικά καθήκοντα. Δεύτερον, μετέβαλε τη Δηλιακή Συμμαχία σε αυτοκρατορία, κάνοντας τα κράτη που είχαν επαναστατήσει να είναι τώρα εξαρτημένα από την Αθήνα, και Τοποθετώντας Αθηναίους πολίτες κληρούχους στα πιο στρατηγικά σημεία του «συμμαχικού» εδάφους. χρησιμοποίησε ως μέθοδο τη στρατιωτική, πολιτική και δικαστική επέμβαση, αλλά μπορεί να είχε δίκιο, γιατί διαφορετικά η Δηλιακή Συμμαχία θα διαλυόταν και θα άφηνε την Ελλάδα πιο αδύνατη απέναντι στην Περσία. Κυριότερπ φροντίδα του, όπως πάντα, ήταν να μεγαλώσει την Αθήνα, και προσπάθησε να απομονώσει τη Σπάρτη με διπλωματική επιθετικότητα. Κάλεσε όλα τα ελληνικά κράτη να παραστούν σε μια πανελλήνια σύσκεψη στην Αθήνα, όπου θα γιόρταζαν το τέλος του Ελληνοπερσικού πολέμου, θα έθεταν τέλος σε όλους τους εσωτερικούς πολέμους και θα διακήρυτταν την ελευθερία των θαλασσών για όλα τα ελληνικά πλοία. Αλλά τα μέλη της σπαρτιατικής συμμαχίας αρνήθηκαν την πρόσκληση και η σύσκεψη δεν έγινε. Ακόμη και με τη λήξη του πολέμου με την Περσία, αλλά και με την αυτοκρατορία, ο Περικλής μόλις που μπόρεσε να σώσει την Αθήνα από την καταστροφή το 446-445. Οι οπαδοί των ολιγαρχικών, που οι Αθηναίοι είχαν εξορίσει από τη Βοιωτία, τη Λοκρίδα και την Εύβοια, κατάφεραν ενωμένοι να νικήσουν μια αθηναϊκή στρατιά και να ελευθερώσουν ολόκληρη τη Βοιωτία από την Αθήνα. Έπειτα εξεγέρθηκε η Εύβοια και, ενω ο Περικλής οδηγουσε ένα στρατό προς τα εκεί, οι Μεγαρείς ξεσηκώθηκαν και σκότωσαν την αθηναϊκή φρουρά. Ο Περικλής έσπευσε να επιστρέψει, αλλά βρήκε μια στρατιά από Πελοποννησίους, Μεγαρείς και Βοιωτούς να εισβάλλουν στην Αττική, υπό την ηγεσία που Σπαρτιάτη βασιλιά. Ο στρατός αυτός ξαφνικά αποσύρθηκε. Πιστεύεται πώς ο Περικλής δωροδόκησε τον Σπαρτιάτη βασιλιά, και άρχισαν διαπραγματεύσεις για μια συμφωνία. Στο διάστημα αυτό, ο Περικλής υπέταξε και πάλι την Εύβοια. Τον χειμώνα του 446-445 συνήφθη η Τριακονταετής Ειρήνη: Ήταν μια συμφωνία μη επίθεσης ανάμεσα σε δύο συνασπισμούς δυνάμεων -της Αθήνας με την αυτοκρατορία της και της Σπάρτης με τους συμμάχους της- και κάθε φιλονικία θα λυόταν με διαιτησία. Από τα αμφισβητούμενα εδάφη, οι Αθηναίοι είχαν το δικαίωμα να κρατήσουν τη Ναύπακτο, την Αίγινα και την Εύβοια. Η απαλλαγή της Αθήνας από το δίλημμά της το 454, ο σχηματισμός της αθηναϊκής αυτοκρατορίας, η ενίσχυση της δημοκρατίας και η εξασφάλιση της ειρήνης με την Περσία και τη Σπάρτη ήταν καθαρά έργα του Περικλέους, που είχε δείξει υψηλότατα διπλωματικά προσόντα, προβλεπτικότητα και δύναμη. Η διακοπη του πολέμου έδωσε στον Περικλή τη δυνατότητα να εξασφαλίσει περισσότερο την αυτοκρατορία. Κληρούχοι τοποθετήθηκαν σε πολλά μέρη, ακόμη και στη Χαλκίδα, στην Εύβοια και στη Χερσόνησο. Η Αθήνα εξακολουθούσε να ζητά φόρο υποτέλειας. Με αυτά τα χρήματα ο Περικλής συντηρούσε έναν μόνιμο στόλο από 60 τριήρεις για να αστυνομεύει τη θάλασσα, και άρχισε ένα μεγάλο πρόγραμμα ανοικοδόμησης. Ο Παρθενώνας και τα Προπύλαια πάνω στην Ακρόπολη, οι ναοί της Αθηνάς, Του Ηφαίστου και του Άρεως στην Αγορά, και εκείνοι του Ποσειδώνος στο Σούνιο και της Νεμέσεως στον Ραμνούντα, εξακολουθούν να αποτελούν εκπληκτικά δείγματα του έργου του. Ο Θουκυδίδης, που ήταν συγγενής του Κίμωνος, κατηγόρησε την πολιτική της εκμετάλλευσης των δήθεν συμμάχων, και ισχυριζόταν πως οι Αθηναίοι δεν είχαν δικαίωμα να χρησιμοποιουν τα συμμαχικά χρήματα για να στολίζουν την Αθήνα «σαν εταίρα, με στολίδια αγάλματα και ναούς». Το 443 ο λαός διάλεξε ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τη συνεργασία: Ο Θουκυδίδης εξοστρακίστηκε. Η αντιπολίτευση προς τον Περικλή δεν εκφραζόταν πια στη Βουλή αλλά σε φυλλάδια, όπως το Σύνταγμα της Αθήνας, που λανθασμένα αποδιδόταν στον Ξενοφώντα. Η αντίθεση κατά της αυτοκρατορίας εκδηλώθηκε για τα καλά τον χειμώνα του 441-440, όταν η Σάμος, μία από τις λίγες συμμάχους που είχαν ακόμη στόλο, αρνήθηκε να δεχτεί τη διαιτησία της Αθήνας σε μια διαμάχη της με τη Μίλητο. 0 Περικλής επιτέθηκε αμέσως, και με επιτυχία: Έβαλε ένα βαρύ πρόστιμο στη Σάμο, πήρε εκατό ομήρους, τοποθέτησε «δημοκρατική» κυβέρνηση και άφησε Αθηναίους επιτρόπους και μία φρουρά για την υποστήριξή τους. Αλλά οι κάτοικοι της Σάμου, σε μυστική συνεννόηση με τον πλησιέστερο Πέρση σατράπη, επαναστάτησαν για μια ακόμα φορά, και το Βυζάντιο ακολούθησε το παράδειγμά τους. Ο Περικλής αναγκάστηκε να διαθέσει 200 πλοία και να κανει πολιορκία εννέα μηνών, ώσπου να αναγκασει τους Σαμίους να παραδοθούν, υπό τον όρο ότι θα έχαναν τον στόλο και τα τείχη τους, θα πλήρωναν τα έξοδα του πολέμου και θα έδιναν ομήρους στην Αθήνα. Ευτυχώς, στο διάστημα αυτών των επικίνδυνων επιχειρήσεων, είχε διατηρηθεί σταθερά η συνθήκη ειρήνης με τη Σπάρτη και την Περσία. 0 Περικλής μεγάλωσε επίσης τη σφαίρα επιρροής της Αθήνας κατά τη δεκαετία 445-435 π.Χ. Οι καλές σχέσεις με την Αίγυπτο έφεραν στην Αθήνα σιτηρά, και η πόλη ανανέωσε τις συμμαχίες της με το Ρήγιο της Ιταλίας και τους Λεοντίνους στη Σικελία. Η πόλη των Θουρίων ιδρύθηκε στη νότια Ιταλία ως αποικία υπό αθηναϊκή ηγεσία, για εθελοντές από όλα τα ελληνικά κράτη. Οι επιχειρήσεις του Αμβρακικού κόλπου προκάλεσαν μια συμμαχία με την Ακαρνανία. Μια αποικία για την Αθήνα και τους συμμάχους της ιδρύθηκε στην Αμφίπολη, στον ποταμό Στρυμώνα της θράκης. Και ένας ισχυρός στόλος, διοικούμενος από τον Περικλή, έκανε τον γύρο της Μαύρης θάλασσας, ίδρυσε αποικίες και προσπόρισε καινούργιες κτήσεις στην αυτοκρατορία. Η Σπάρτη και οι σύμμαχοί της άρχισαν να βλέπουν με μεγάλη ανησυχία τη συνεχή δραστηριότητα της Αθήνας. Αρχικά ο Περικλής πρόσεχε να τηρεί τις αρχές της ισορροπίας δύναμης που είχαν θεσπιστεί από την Τριακονταετή Ειρήνη, και άφηνε τις δυτικές θάλασσες στην Κόρινθο, ενώ κρατούσε το Αιγαίο ελεύθερο για τους Έλληνες εμπορευόμενους. Αλλά το 435 άρχισε μια φιλονικία ανάμεσα στην Κόρινθο και στην Κέρκυρα, που έθετε σε κίνδυνο τη θαλάσσια δύναμη της Κορίνθου στις θάλασσες. Το 433 και τα δύο κράτη έστειλαν πρεσβείες στην Αθήνα. Οι υπερασπιστές της ειρήνης συμβούλεψαν την Αθήνα να μείνει έξω από τη φιλονικία αυτή, αλλά ο Περικλής έπεισε τη Βουλή να συνάψει αμυντική συμμαχία με την Κέρκυρα, και εκείνο το φθινόπωρο, αθηναϊκά πλοία πολέμησαν εναντίον των Κορίνθιων. Το 432 ο Περικλής πρότεινε και θέσπισε ένα διάταγμα που απέκλεισε τα Μέγαρα από όλα τα αθηναϊκά λιμάνια, και μια αποικία της Κορίνθου στο Αιγαίο, η Ποτίδαια, που διατάχθηκε να παροπλιστεί, αρνήθηκε, ελπίζοντας πως θα είχε βοήθεια από την Κόρινθο και τη Μακεδονία. Η φύση και η καιροσκοπία αυτών των πράξεων δείχνουν ότι ο Περικλής ήταν αποφασισμένος να εφαρμόσει σοβαρή πίεση στους συμμάχους της Σπάρτης, ακόμα και με κίνδυνο γενικού πολέμου. Το 432 οι Σπαρτιάτες δέχτηκαν την πρόκληση: αν η Αθήνα υπαναχωρούσε, είπαν, η ειρήνη θα συνεχιζόταν. Διαφορετικά, θα γινόταν πόλεμος. Ο Περικλής συμβούλεψε τον λαό να μην υποχωρήσει και οι εχθροπραξίες άρχισαν το 431. Το ζενίθ της σταδιοδρομίας του Περικλέους τοποθετείται μεταξύ 445 και 431, την εποχή που ονομάζεται Αιών του Περικλέους. Η ισορροπία δύναμης με την Περσία και τη Σπάρτη, που έδωσε στην Αθήνα εξασφαλισμένη ειρήνη και μια αύξουσα ευημερία, οφειλόταν πρωταρχικά στην έξυπνη πολιτική του Περικλέους, και κράτησε όσο εκείνος ήθελε. Ένα μέρος του πλούτου που συσσωρευόταν στην Αθήνα δαπανήθηκε υπό την καθοδήγησή του σε θαυμάσιους ναούς και γιορτές, σε οχυρά και σε ναυπήγηση ισχυρού στόλου για την αστυνόμευση των θαλασσών. Η δημοκρατία αναπτύχθηκε και κατευθύνθηκε από αυτό. Η πλατιά και φωτισμένη μεσαία τάξη έδειξε ασυνήθιστη σταθερότητα, κάτω από ένα σύνταγμα που εμπιστευόταν όλες τις δυνάμεις της άμεσης διακυβέρνησης στο λαό, και το ιδανικό του Περικλέους για μια φιλελεύθερη δημοκρατία χωρίς κοινωνικά ή οικονομικά φράγματα (όπως εκφράστηκε από τον ιστορικό θουκυδίδη) πλησίασε την πραγματικότητα όσο γινόταν περισσότερο, ευνοώντας όμως μία μόνο μερίδα πολιτών και επιτρέποντας τη δουλεία. Ο Περικλής εκλεγόταν κάθε χρόνο στρατηγός από όλο το λαό, επί 14 διαδοχικά χρόνια. Η ακεραιότητα, η ικανότητα και η εμπειρία του τον έκαναν να επιβάλλεται στη Βουλή και να επιβάλλει τη θέλησή του, τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική. Ενέπνεε τους πολίτες με την εξαίρετη αφοσίωσή του προς την Αθήνα και με τς φιλοδοξίες του για το μέλλον της. O Περικλής πίστευε πως θα μπορούσε να νικήσα τη Σπάρτη (βλέπε: Πελοποννησιακός πόλεμος) με αμυντική στρατηγική στην ξηρά και επιθετική στη θάλασσα, προκαλώντας έναν πόλεμο τριβής όπου η ναυτική επιθετική στρατηγική θα εξαντλούσε τα Μέγαρα, την Κόρινθο, τη Σικυώνα και άλλες πόλεις θα διασπούσε τη σπαρτιατική συμμαχία και θα ανάγκαζε τη Σπάρτη  να καταφύγει σε μια εξευτελιστική ειρήνη, ενώ η Αθήνα είχε χρηματικά αποθέματα, απρόσβλητη θαλάσσια δύναμη και μια ολόκληρη αυτοκρατορία για ανεφοδιασμό. Επί δύο χρόνια, η στρατηγική του πέτυχε. Το 430 τον διάλεξαν για να εκφωνήσει τον περίφημο Επιτάφιο για εκείνους που είχαν σκοτωθεί τον πρώτο χρόνο του πολέμου, και επίσης για να διευθύνει μια δύναμη από 150 τριήρεις. Έπειτα, ο λοιμός χτύπησε την Αθήνα. Από τον λοιμό χάθηκε το ένα τρίτο από τους καλύτερους στρατιώτες, και οι δύο γιοι του Περικλέους, πράγμα που του στοίχισε πάρα πολύ. Μέσα στη δυστυχία του λοιμού, ο κόσμος ξεσηκώθηκε εναντίον του, τον έπαυσαν από στρατηγό και του έβαλαν πρόστιμο. Τον εξέλεξαν και πάλι στρατηγό το 429, αλλά o Περικλής πέθανε πριν από το τέλος του χρόνου. Ενώ οι διάδοχοί του απέτυχαν, ο Θουκυδίδης πίστευε πώς ο Περικλής θα μπορούσε να οδηγήσει την Αθήνα στη νίκη με τη σταθερή κρίση του και την ηγετική δύναμη που είχε δείξει πάντα. Αλλά οι μεταγενέστεροι εντυπωσιάστηκαν περισσότερο από τη δημοκρατία και την πνευματική καλλιέργεια που δημιούργησε. Ο Περικλής είχε ψηλό μέτωπο και ήρεμη και εξευγενισμένη έκφραση, που μπορεί να τη διακρίνει κανείς στο αντίγραφο μιας χάλκινης κεφαλής του, κατασκευασμένης από τον Κρεσίλα, που βρίσκεται τώρα στο Βρετανικό Μουσείο. Ο Περικλής συνδέθηκε με τους προοδευτικούς διανοουμένους, στοχαστές και καλλιτέχνες. Υπήρξε στενός φίλος του Σοφοκλέους, που τα έργα του είχαν κάτι από τη γαλήνη, την αυτοπεποίθηση και τη λεπτότητα του Περικλέους. Είχε δημιουργήσει σταθερό δεσμό με μια εταίρα, την Ασπασία, που τον συναγωνιζόταν σε εξυπνάδα και πνευματικά ενδιαφέροντα. Ο γιος που απέκτησε από αυτήν, και που ονομαζόταν επίσης Περικλής, ήταν ένας από τους στρατηγούς που έλαβαν μέρος στη μάχη των Αργινουσών και καταδικάστηκαν ομαδικά σε θάνατο, στη δίκη που τους έκανε η δημοκρατία. Υπάρχει μια βιογραφία του Περικλέους οπό τον Πλούταρχο. Υπάρχουν επίσης ενδιαφέρουσες αναφορές σχετικά με τον Περικλή οπό συγχρόνους του συγγραφείς θεατρικών έργων. Ο περίφημος Επιτάφιος λόγος του έχει δοθεί ολόκληρος από τον Θουκυδίδη, αλλά δεν γνωρίζουμε μέχρι ποιο σημείο έχουν αποδοθεί τα πραγματικό λόγια του Περικλέους. Από σεβασμό προς τον Περικλή, ο γιος που είχε αποκτήσει από την Ασπασία, ο νεαρός Περικλής, μολονότι νόθος, είχε αποκτήσει την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη τον τελευταίο χρόνο της ζωής του πατέρα του. Δεν γνωρίζουμε το όνομα της γυναίκας του, μολονότι αναφέρεται ότι, πριν παντρευτεί τον Περικλή, υπήρξε σύζυγος του Ιππονίκου, από τον οποίο είχε αποκτήσει τον Καλλία. Από τον Περικλή είχε αποκτήσει δύο γιους, τον Ξάνθιππο και τον Πάραλο. Η συμβίωση τους δεν υπήρξε πολύ αρμονική, και όταν ο Περικλής σύναψε στενό δεσμό με την Ασπασία, διέλυσαν τον γάμο τους και πήραν διαζύγιο με κοινή συμφωνία. Αντίθετα, ο δεσμός του με την Ασπασία διατηρήθηκε μέχρι τον θάνατό του. θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο Περικλής χώρισε από την πρώτη γυναίκα του εξαιτίας της Ασπασίας, αν δεν ήταν γνωστό πως η γυναίκα του είχε χωρίσει κατά τον ίδιο τρόπο και με τον πρώτο της σύζυγο, τον Ιππόνικο. Η εντιμότητα του Περικλέους ήταν άνευ προηγουμένου, και μετά τον θάνατό του δεν βρέθηκε να έχει προστεθεί ούτε μία δραχμή στην πατρική περιουσία του. 


Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδ. ΔΟΜΗ, τ.26