Πέμπτη, Απριλίου 01, 2021

Τα Μέγαρα στους αρχαϊκούς χρόνους

Κορμός κούρου υπερφυσικού
μεγέθους, έργο που βρέθηκε 
στα Μέγαρα και χρονολογείται 
στα μέσα του 6ου αι. π.Χ 
(Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο 
Αθήνα)

Tα Μέγαρα τα οποία βρίσκονται βόρεια της Κορίνθου και απλώνονταν σε μια στενή λωριδα γης μέσα στον Ισθμό, ήταν η τελευταία από τις
σημαντικές δωρικές πόλεις που εποικίστηκε από Αργείους και Κορινθίους αλλά αναπτύχθηκε κάτω από τη σκιά της Κορίνθου. Όπως όμως η Κόρινθος αποσπάστηκε από το Άργος και έγινε ανεξάρτητη δωρική επικράτεια έτσι και τα Μέγαρα αποσπάστηκαν από την Κόρινθο και έγιναν και αυτά, ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ., ανεξάρτητα. Επειδή το έδαφος ήταν βραχώδες και κατάλληλο μόνο για βοσκοτόπια, οι Μεγαρείς αναγκάζονταν να εμπορεύονται τα προϊόντα που παρήγαγαν, όπως μάλλινα υφάσματα και βαριά αγγεία, στις πόλεις της ανατολής και της δύσης. Ταυτόχρονα ασχολήθηκαν και με την ίδρυση αποικιών, στην οποία μετείχαν θήτες και άλλοι. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (6.4), το 734 πχ. Μεγαρείς μετανάστες, πιθανόν πρόσφυγες από περιοχές που είχαν καταλάβει οι Κορίνθιοι με αρχηγό τον Λάμη, ακολούθησαν Χαλκιδείς αποίκους στη Σικελία οι οποίοι ίδρυσαν τη Νάξο: «κατά δέ τόν αύτόν χρόνον καί Λάμις έκ Μεγάρων άποικίαν άγων ές Σικελίαν άφίκετο». Οι Μεγαρείς, όμως δεν εγκαταστάθηκαν μαζί τους στη Νάξο αλλά αποσπάστηκαν από αυτούς και ίδρυσαν το 727 π.Χ. τα Υβλαία Μέγαρα: «οί δ' άλλοι έκ τής θάψου άναστάντες "Υβλωνος βασιλέως Σικελού προδόντος τήν χώραν καί καθηγησαμένου Μεγαρέας ώκισαν τούς Ύβλαίους κληθέντας». Επειδή όμως η περιοχή δεν ήταν εύφορη, ίδρυσαν στη συνέχεια τον Σελινούντα: «Πάμιλλον πέμψαντες Σελινούντα κτίζουσι, καί έκ Μεγάρων τής μητροπόλεως ούσης αύτοίς έπελθών ξυγκατώκισεν». Το ενδιαφέρον όμως των Μεγαρέων στράφηκε προς την Προποντίδα και τον Βόσπορο. Εκεί, στο διάστημα από το 716 π.Χ έως το 659 ή 628 π.Χ. ίδρυσαν μια σειρά αποικιών, πρώτα τη Σηλύμβρια, στη θρακική παραλία της Προποντίδας, έπειτα την Καλχηδόνα στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου και, μαζί με τους Καλχηδόνιους, ίδρυσαν το Βυζάντιο (στη θέση της σημερινής Κωνσταντινούπολης) και τον Αστακό στον κόλπο της Βιθυνίας στην Προποντίδα.
Τα Μέγαρα είχαν εχθρικές σχέσεις με την Κόρινθο και φιλικές με το Άργος. Κατά την παράδοση, Μεγαρείς και Αργείοι νίκησαν τους Κορίνθιους την εποχή που στην Αθήνα ήταν άρχοντας ο Φόρβας, κατά το β' μισό του 10ου αιώνα π.Χ. ή μετά το 900 π.Χ. H συμμαχία των Μεγαρέων με τους Αργείους στον πόλεμο κατά Κορινθίων και ο φόβος για πιθανή αντεκδίκηση εκ μέρους των Κορινθίων έκανε τους Μεγαρείς να έχουν πολύ στενές σχέσεις με τους Αργείους οι οποίοι ίδρυσαν στα μέσα του 9ου αιώνα π.Χ. και συντήρησαν για πολλές δεκαετίες έναν ναό της Ήρας στην περιοχή της Περαχώρας η οποία τότε ανήκε στους Μεγαρείς. Κατά τον Ληλάντιο πόλεμο τα Μέγαρα, λόγω έχθρας προς την Κόρινθο, που τους είχε αποσπάσει την Περαχώρα, είχαν συμπαραταχθεί με την Ερέτρια, σε αντίθεση με την Κόρινθο που συμμάχησε με τη Χαλκίδα. Οι Μεγαρείς κατείχαν την περιοχή Κρομμυωνία (Άγιοι Θεόδωροι) —την οποία όμως μετά τον 6ο αιώνα πχ. προσάρτησαν οι Κορίνθιοι στο κράτος τους— και το Ηραίο κοντά στο ακρωτήριο που είναι μέσα στον κορινθιακό κόλπο απέναντι από το κορινθιακό λιμάνι Λέχαιο. Αργότερα, οι Κυψελίδες απέσπασαν κάποια εδάφη από τα Μέγαρα, τα οποίο όμως ανέκτησαν (μετά το 720 π.Χ.), οδηγούμενοι από τον ολυμπιονίκη τους Όρσιππο.
Τα Μέγαρα κατά τους ιστορικούς χρόνους είχαν μια ιδιότυπη βασιλεία. O βασιλιάς ήταν ένας απλός άρχοντας με θρησκευτικά καθήκοντα. Κάθε χρόνο εκλεγόταν ένας ανώτατος άρχοντας που είχε τον τίτλο του βασιλιά. Το ίδιο συνέβαινε και στις αποικίες των Μεγαρέων στον Βόσπορο, Καλχηδόνα, Ηράκλεια και Βυζάντιο, όπου οι επώνυμοι άρχοντες ονομάζονταν βασιλείς. Φαίνεται ότι η κληρονομική βασιλεία είχε αντικατασταθεί με αριστοκρατικό καθεστώς, αλλά είχε διατηρηθεί ο τίτλος του βασιλιά. Από τα μέσα του 7ου αιώνα πχ. και μετά τα Μέγαρα γνώρισαν για μικρό σχετικά διάστημα το καθεστώς της τυραννίας, αλλά με πολύ χειρότερο τρόπο σε σχέση με άλλες πόλεις της ίδιας περιόδου, το οποίο περιορίζεται σε ένα μόνο πρόσωπο, τον Θεαγένη, έναν αριστοκράτη δημαγωγό. Σαφείς πληροφορίες για τον τρόπο που κατέλαβε την εξουσία ο Θεαγένης δεν υπάρχουν, Υποστηρίζοντας οτι κινδυνεύει από τους ευγενείς, κατόρθωσε να πείσει την Εκκλησία ιου Δήμου —στην οποία την περίοδο αυτή φαίνεται ότι συμμετείχαν και μη ευγενείς— να του δώσει φρουρά, όπως έκανε αργότερο και ο Πεισίστρατος στην Αθήνα, ο οποίος αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη του λαού με την επίδειξη έχθρας προς τους πλούσιους, τους «πεδιακούς», κατέλαβε την εξουσία και επέβαλε την τυραννία: «πάντες τουτω έδρων ύπό του δήμου πιστευθέντες, ή δη πίστις ήν ή άπέχθεια ή πρός τους πλουσίους» (Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1305 α. 23). Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο, κατά τον Αριστοτέλη, είναι ότι «οί προστάται του δήμου, ότε γένοιντο, τυραννίδι έπετίθεντο», προκάλεσαν δηλαδή εμφύλια διαμάχη. Έχοντας πλέον, σωματοφυλακή ο Θεαγένης και εκμεταλλευόμενος την καταπίεση των αγροτών από τη δωρική αριστοκρατία που κατείχε τις λίγες εύφορες εκτάοεις γης, κατέλαβε την εξουσία.Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι ο Θεαγένης κατέσφαξε τα ζώα των πλουσίων που έβοσκαν κοντά στο ποτάμι, χωρίς όμως νο προσδιορίζεται ο χρόνος που έγινε αυτό, πριν δηλαδή καταλάβει την εξουσία ή κατά τη διάρκειά της. Η ενέργεια του αυτή δεν είναι εύκολο ερμηνευτεί. Ισως υπήρχαν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ φτωχών καλλιεργητών και πλούσιων κτηνοτρόφων, επειδή τα κοπάδια τους κατέστρεφαν τις καλλιεργούμενες εκτάσεις. Πιθανώς αναγκάστηκε να περιορίσει το δικαίωμα νομής της γης σε κοινόκτητες εκτάσεις και να τις μοιράσει στους οπαδούς του. Ίσως, ακόμη, να ήταν πράξη εύνοιας προς τους φτωχούς στους οποίους μπορεί και να προσέφερε συμπόσιο με τα ζώα που έσφαξε. Με τη σωματοφυλακή του ο Θεαγένης βοήθησε τον γαμπρό του, τον Αθηναίο αριστοκράτη και ολυμπιονίκη Κύλωνα, να καταλάβει, ανεπιτυχώς την εξουσία στην Αθήνα (631 π.Χ) και να γίνει τύραννος. Ο Θεαγένης κατασκεύασε μία μεγάλη και όμορφη κρήνη (υδραγωγείο), με πολλούς κίονες και ωραίο διάκοσμο, η οποια εξασφάλισε αρκετό νερό στην πόλη. Λέγεται, ακόμη, ότι μάλλον επί της τυραννίας του Θεαγένη οι Μεγαρείς πολέμησαν με τους Αθηναίους για τη Σαλαμίνα και την απέσπασαν. O Παυσανίας αναφέρει ότι υπάρχει στον ναό του Δία στα Μέγαρα ως αφιέρωμα χάλκινο έμβολο αθηναίκού πλοίου το οποίο συνέλαβαν οι Μεγαρείς κατά τη ναυμαχία με τους Αθηναίους για τη Σαλαμίνα. Μετά από λίγο, όμως, οι Αθηναίοι παρακινούμενοι από τις ελεγείες του Σόλωνα, άρπαξαν το όπλα εναντίον των Μεγαρέων, τους νίκησαν και έθεσαν πάλι το νησί υπό τον έλεγχό τους. Οι Μεγαρείς ισχυρίζονται ότι κάποιοι εξόριστοι άνδρες πήγαν στη Σαλαμίνα και παρέδωσαν την πόλη στους Αθηναίους.
Επειδή η τυραννία του Θεαγένη δεν απέκτησε πραγματική λαϊκή υποστήριξη, παρά τα μέτρα που έλαβε, ήταν εφήμερη και αντικαταστάθηκε από την τιμοκρατία του πλούτου. Πότε και με ποιον τρόπο έγινε η απομάκρυνσή του από την εξουσία δεν είναι γνωστό. Εκείνο όμως που ακολούθησε είναι μια γενική κρίση, ηθική και κοινωνική, που φάνηκε σύντομα κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης των Μεγάρων με την Κόρινθο, η οποία τους απέσπασε το Ηραίο και το Πείραιο στην περιοχή της Περαχώρας και στον Κρομμυώνα (σήμερα Αγιοι Θεόδωροι). Τα Μέγαρα αναγκάστηκαν να περιορίσουν τα όριά τους σχεδόν μέχρι την αγορά της πόλης. Πλήθος προσφύγων συγκεντρώθηκε στην πόλη. H κατάσταση ήταν πολύ άσχημη, O Πλούταρχος αναφέρει ότι, όταν οι Μεγαρείς έδιωξαν τον Θεαγένη, γιο λίγο χρόνο παρέμειναν ήρεμοι, έπειτα όμως παρασυρόμενοι από τους δημαγωγούς άρχισαν να φέρονται με προσβλητικό τρόπο προς τους πλούσιους έμπαιναν στα σπίτια τους και αξίωναν να τους προσφέρουν πολυτελή φαγητό: «παριόντες είς τάς οίκίας αύτών οί πένητες ήξίουν έστιάσθαι και δειπνείν πολυτελώς» αν τους το αρνούνταν, χρησιμοποιούσαν βία και ύβρεις: ει δέ μή τυγχάνοιεν, πρός βίαν και μεθ' ύβρεως έχρώντο πάσι» (Πλούταρχος, Αίτια Ρωμαϊκά, 295.ρ.5). Και στο τέλος ψήφισαν νόμο, σύμφωνα με τον οποίο πήραν πίσω τους τόκους που είχαν δώσει στους δανειστές: «τέλος δέ δόγμα θέμενοι τούς τόκους άν επράττοντο παρά τών δανειστών ους δεδωκότες έτύγχανον, παλιντοκίαν τό γινόμενον προσαγορεύσαντες». H επιστροφή αυτή των τόκων ονομάστηκε παλιντοκία. Όλες αυτές οι ενέργειες του πλήθους παρέμειναν ατιμώρητες και αποτελούν ένδειξη της αδυναμίας του ολιγαρχικού καθεστώτος, που ακολούθησε την τυραννία του Θεαγένη, να επιβληθεί στις οργανωμένες λαϊκές ομάδες. Γι' αυτό και ο Πλούταρχος αποκαλεί την περίοδο αυτή «ακόλαστη δημοκρατία».
Στο διάστημα αυτής της «ακόλαστης δημοκρατίας πολλοί ευγενείς και πλούσιοι, είτε οικειοθελώς είτε γιατί εξορίστηκαν, αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε άλλες πόλεις. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Θέογνις που στα ποιήματά του εκφράζει την πίκρα του για την κατάσταση που βρίσκεται, καταριέται τους υπεύθυνους και ζητά εκδίκηση. Στο τέλος όλοι οι εξόριστοι επέστρεψαν στα Μέγαρα, κατέλυσαν τη δημοκρατία και επανέφεραν την ολιγαρχία (558 π.Χ)

Πηγή: Εκδ. ΔΟΜΗ , τ.2, σελ. 376-382