Πέμπτη, Απριλίου 01, 2021

Μηδικά: Η στάση των Μεγάρων απέναντι στην απειλή του 490 π.Χ

Οι Μεγαρείς κράτησαν μια καθαρά παθητική
Μονομαχία ανάμεσα σε Έλληνα
οπλίτη και Πέρση στρατιώτη, Εθνικό
 Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα
(5ος αιώνας π.Χ.).

στάση απέναντι στα ιστορικά γεγονότα που διαδραματιζονταν στον Ελλαδικό χώρο και ειδικότερα στην Αττική το 490 π.Χ. Υπήρχε το ενδεχόμενο να κυριευΘεί και καταστραφεί η γειτονική Αθήνα, όπως ήταν και ο στόχος των Περσών και αν αυτό συνέβαινε Θα είχε ολέθριες συνέπειες και για τα Μέγαρα.

Η Ερέτρια κατεστραφόταν και ο λαός της εξανδραποδιζόταν στην Ασία. Οι Πέρσες αποβιβάζονταν στον Μαραθώνα. οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς "ελευθερίης γλιχόμενοι" μάχονταν μέχρι θανάτου. Ένα στρατιωτικό σώμα 2.000 Σπαρτιατών έφτανε στην Αττική έστω και καθυστερημένα και οι Μεγαρείς δεν έπραξαν τίποτε. Η στάση τους αυτή ερμηνεύεται ως μια ενδοτική και ηττοπαθής πολιτική και άποψη ότι δηλαδή ήταν μάταια οποιασδήποτε αντίσταση στους Πέρσες.
Στην συνέχεια μεσολαβεί η δεκαετία 490-480 π.Χ με τεράστιες πολιτικές εξελιξεις στην Αθήνα που επρόκειτο να επηρεάσουν την τύχη ολόκληρης της Ελλάδος. Επικράτησαν οι δημοκρατικοί και εγκρίθηκε το εξοπλιστικο-ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλή που κατέστησε την Αθήνα μεγάλη ναυτική δύναμη.

H ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ ΝΑ ΥΠΟΤΑΞΟΥΝ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

(480-479π.Χ)

ΤΑ ΜΕΓΑΡΑ ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΟ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ.


Μπορεί οι Μεγαρείς, κατά την πρώτη εκστρατεία των Περσών να μην δραστηριοποιήθηκαν ή να μην πήραν καμία πρωτοβουλία για την άμυνα της Ελλάδας, όμως δεν ήρθαν σε κανένα συμβιβασμό με τον εχθρό ούτε και έκαναν κάποια ενέργεια σε βάρος άλλων πόλεων, όπως συνέβη από την πλευρά άλλων Ελληνικών πόλεων. Όμως, κατά την δεύτερη εισβολή των Περσών στην Ευρώπη, όταν ο κίνδυνος ήταν πλέον ορατός και η προσπάθεια του Ξέρξη να καθυποτάξει την Ελλάδα φανερή, οι Μεγαρείς συνειδητοποίησαν τον κίνδυνο και επιδόθηκαν με όλα τα μέσα που διέθεταν στην κοινή προσπάθεια για την συγκρότηση ενιαίου Εθνικού στρατού για την άμυνα της Ελλαδας.

ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΣΤΟΝ ΙΣΘΜΟ

Έτσι λοιπόν κάτω υπό την σκιά της Περσικής απειλής, πραγματοποιήθηκε το Φθινόπωρο του 481 π.Χ στον Ισθμό, συνέδριο των Ελληνικών πόλεων. Την πρωτοβουλία αυτή την είχαν οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες. Συμμετείχαν 31 πόλεις-αναμεσά τους και τα Μέγαρα- και πάρθηκαν αποφάσεις προκειμένου να αντιμετωπισθεί η επικείμενη Περσική απειλή. Αποφασίσθηκε:

1) Να σταματήσουν οι Έλληνες τις φιλονικίες και τις εμφύλιες διαμάχες, προκειμένου να αντιμετωπίσουν ενωμένοι τον κοινό εχθρό.

2) Να τιμωρήσουν τις πόλεις που Θα συνεργάζονταν με τους Πέρσες

3) Να είναι οι Σπαρτιάτες αρχηγοί του πολέμου.

Στον πόλεμο αυτό τα Μέγαρα ταύτισαν την πολιτική και την τύχη τους με αυτήν των Αθηνών και υποστήριξαν την ανάγκη άμυνας στην Βόρειο Ελλάδα και στην συνέχεια στο Σαρωνικό Κόλπο. Αλλά και προκειμένου να αντιμετωπισθεί λίγο αργότερα o Μαρδόνιος, οι Μεγαρείς επέμειναν ότι o ελληνικός στρατός έπρεπε να αποκρούσει τον Περσικό στρατό στην περιοχή της Βοιωτίας. Η επιρροή, λοιπόν, και η συμβολή των Μεγάρων, για την επιλογή του χώρου στον οποίο έγινε κυρίως η ναυμαχία της Σαλαμίνας και η μάχη των Πλαταιών ήταν σημαντική. Έτσι είχαμε νικηφόρες εκβάσεις υπέρ της Ελλάδος, που καθόρισαν και την τελική έκβαση του πολέμου.

Η ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΞΕΡΞΗ: Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Ιστορία Ζ. 186) ο Ξέρξης κατήφθυνε εναντίον της Ελλάδος στράτευμα 5.280.000 ανδρών, 1207 τριήρεις και 3.000 πεντηκοντόρους (μικρότερα πλοία). Δεν γνωριζουμε πόσο ακριβείς είναι αυτοί οι αριθμοί. Το σίγουρο όμως είναι οτί επρόκειτο για ένα στράτευμα εκατομμυρίων ανδρών που αποτέλεσε και την μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη που είχε συγκεντρωθεί την εποχή εκείνη.

Η στρατιά αυτή, ξεκίνησε από τις Σάρδεις την Ανοιξη του 480 π.Χ και πέρασε διαδοχικά τον Ελλήσποντο, την Μακεδονία, τη Θράκη και προχώρησε πρός τη νοτιότερη Ελλάδα χωρίς δυσκολία. Πολλές Ελληνικές πόλεις, τρομοκρατημένες από τον όγκο της Πέρσικης στρατιάς, έσπευσαν να προσφέρουν "γήν και ύδωρ", δηλαδή να δηλώσουν υποταγή.

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ

Καθώς λοιπόν, οι Πέρσες κατέρχονταν προς τον Νότο, οι Έλληνες έστειλαν στρατό στα Τέμπη. Η τοποθεσία όμως κρίθηκε ακατάλληλη και επιλέχθηκε το Στενό των Θερμοπυλών, διότι, η μορφολογία του εδάφους ευνοούσε τους Έλληνες, οι οποίοι ήταν μόλις 7.000. Πριν τη μάχη ο Πέρσης Βασιλιάς Ξέρξης, ζήτησε από τον Σπαρτιάτη Βασιλιά Λεωνίδα να παραδώσουν οι Έλληνες τα όπλα και ο δεύτερος απάντησε εκείνο το περίφημο: "μολών λαβέ", δηλαδή έλα να τα πάρεις.
Στη συνέχεια οι Έλληνες απέκρουσαν με επιτυχία όλες τις Περσικές επιθέσεις. Όμως στο τέλος της δεύτερης ημέρας της μάχης, ένας άλλος Έλληνας, ο Εφιάλτης, οδήγησε τους Πέρσες στα νώτα των Ελλήνων από ένα ορεινό μονοπάτι.
Ο Λεωνίδας, Βασιλιάς της Σπάρτης και αρχιστράτηγος των Ελλήνων, πληροφορήθηκε έγκαιρα το γεγονός και ζήτησε από τους περισσότερους πολεμιστές να αποσυρθούν, προκειμένου να φανούν χρήσιμοι αλλού. Ο ίδιος με 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς, που δεν δέχθηκαν να αποχωρήσουν, αγωνίσθηκαν μέχρι το τέλος, κυκλωμένοι από τον εχθρό και μαχώμενοι με μαχαίρια, όσοι τυχόν είχαν ακόμη, με τα χέρια και τα στοματά τους ακόμη, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (Ιστορία Ζ.225).
Από τους 300 πολεμιστές του Λεωνίδα, ένας μόνο δείλιασε και έφυγε πριν από την μάχη, ο Αριστόδημος. Ξέπλυνε όμως την ντροπή αυτή, αφού σκοτώθηκε ηρωικά στην μάχη των Πλαταιών το καλοκαίρι του 479 π.Χ (Ηροδότου Ιστορία Θ. 71 ).

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟΥ

Το 480 π.Χ στο Αρτεμίσιο που είναι ακρωτήριο στα Βορειοδυτικά της Ευβοιας, έγινε επίσης η ομώνυμη ναυμαχία η οποία αποτέλεσε και την πρώτη ναυτική επιχείρηση κατά των Περσών. Ο Ελληνικός στόλος, στον οποίο συμμετείχαν οι Μεγαρείς με 20 τριήρεις ως δεύτερη ναυτική δύναμη μετά την Αθήνα, που διέθετε 127 τριήρεις, είχε σταλεί εκεί για να εμποδίσει τον Περσικό στόλο να προχωρήσει νοτιότερα και να αποβιβάσει στρατεύματα στα νώτα των Ελλήνων που μάχονταν στις Θερμοπύλες. Όταν όμως ο Περσικός στόλος πέρασε τα στενά, η παρουσία του Ελληνικού στόλου δεν είχε πλέον νόημα εκεί. Εγκατέλειψε την αμφίρροπη σύγκρουση και έπλευσε προς την Σαλαμίνα.

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ

Μετά την μάχη των Θερμοπυλών, οι Πέρσες κινήθηκαν προς την Αττική. Η Αθήνα τότε εκκενώθηκε και οι Πέρσες αφού εισέβαλαν στην έρημη πια πόλη, την λεηλάτησαν και την έκαψαν. Εν τω μεταξύ προέκυψε διαφωνία ανάμεσα στους Έλληνες για τη θέση του στόλου. Οι Πελοπονήσιοι ήθελαν να προστατέψουν τα παράλια της Πελοπονήσου, ενώ οι Αθηναίοι επέμεναν πως στο στενό της Σαλαμίνας υπήρχαν περισσότερες πιθανότητες για νίκη, εφόσον η στενότητα του χώρου δεν Θα επέτρεπε στους Πέρσες να εκμεταλλευθούν την αριθμητική τους υπεροχή.
Την θέση αυτή της Αθήνας την υποστήριξαν έντονα οι Μεγαρείς και οι Αιγινίτες, διότι ήθελαν τον στόλο κοντά στις πόλεις τους. Όμως τα ίδια τα πράγματα οδήγησαν προς αυτή την λύση καθώς ο Περσικός στόλος έκλεισε τον Ελληνικό - στον οποίο συμμετείχαν οι 20 τριήρεις των Μεγαρέων - μέσα στο στενό της Σαλαμίνας. Στην ναυμαχία που ακολούθησε (Σεπτέμβρης του 480 π.Χ) ο Περσικός στόλος διαλύθηκε,
H σημασία της ελληνικής νίκης στην Σαλαμίνα υπήρξε τεράστια, διότι συντέλεσε στο να απαλλαγεί οριστικά η Ελλάδα από τον Περσικό κίνδυνο.
Αξιοσημείωτο είναι και το σχόλιο του Εφόρου, Ιστορικού του 4ου π.Χ αιώνα, ο οποίος λέγει για τους Μεγαρείς, το ναυτικό τους και την σμμμετοχή τους στην ναυμαχία (Diodorus Siculus, Bibliotheca, xi. 18) "εθεωρούνται οι Μεγαρείς οι πλέον εξέχοντες από τις ναυτικές δυνάμεις μετά τους Αθηναίους και επιθυμούσαν να αποδείξουν ότι αξίζανε την Ελευθερία τους, διότι μόνον αυτοί απο απ'όλες τις άλλες Ελληνικές πόλεις δεν θα είχαν που να καταφύγουν, εάν οι Έλληνες δέχονταν μια ήττα στην Σαλαμίνα“. Έτσι λοιπόν, η εκστρατεία του Ξέρξη ουσιαστικά απέτυχε και ο Πέρσης Βασιλιάς αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ασία, αφήνοντας πίσω τον Μαρδόνιο με το πεζικό για να επιχειρήσει μια νέα προσπάθεια.

Ο ΠΕΡΣΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΡΙΔΑ

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας έγινε το φθινόπωρο του 480 π.Χ. Ο Μαρδόνιος πέρασε τον χειμώνα του στη Θεσσαλία, και την Ανοιξη του 479 π.Χ. κάνει πρόταση συνεργασίας στους Αθηναίους, την οποία οι Αθηναίοι όχι μόνον απέρριψαν, αλλά και ζήτησαν από τους Σπαρτιάτες να στείλουν γρήγορα στρατό για να αντιμετωπίσουν τον Μαρδόνιο στην Βοιωτία, πριν αυτός κατέβει στην Αττική. Μετά την άρνηση των Αθηναίων, τα περσικά στρατεύματα μέσω της Βοιωτίας εισβάλλουν στην Αττική και στην Αθήνα, η οποία είχε εκκενωθεί. Ο Μαρδόνιος τότε για δεύτερη φορά προτείνει συνεργασία στους Αθηναίους. Εν τω μεταξύ, υπό την πίεση αυτής της καταστάσεως Αθηναίοι, Μεγαρείς και Πλαταιείς επισκέπτονται την Σπάρτη και ζητούν στρατιωτική βοήθεια για να συγκρουσθούν με τον εχθρό στο Θριάσιο Πεδιο. Τα στρατεύματα των Λακεδαιμονίων όρχισαν να εξέρχονται από την Σπάρτη και να κατευθύνονται προς την Αττική. Μόλις ο Μαρδόνιος πληροφορήθηκε την είδηση αυτή, εγκατέλειψε την Αττική και έκαψε την Αθήνα. Σκόπευε να επιστρέψει στην Θήβα, με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις. “ Οταν λοιπόν, βρισκόταν καθ'οδόν προς την Θήβα, ήρθε σ'αυτόν είδηση ότι χίλιοι Σπαρτιάτες έφτασαν στα Μέγαρα, ως εμπροσθοφυλακή. Οταν το πληροφορήθηκε αυτό σκέφθηκε οτι ίσως κατορθώσει να νικήσει πρώτα αυτούς. Για αυτό λοιπόν, επέστρεψε πίσω και οδηγούσε τα στρατευματά του προς τα Μέγαρα. Το δε ιππικό του προπορευόταν και διήλθε τη χώρα των Μεγάρων. Και τα Μέγαρα είναι το μακρύτερο μέρος της Ευρώπης προς την Δύση, στο οποίο έφτασε ο στρατός των Περσών" (Ηροδότου Ιστορία θ. 14)
Στην συνέχεια οι Πέρσες επέστρεψαν πάλι πίσω προς τη Βοιωτία διότι πληροφορήθηκαν ότι όλοι Λακεδαιμόνιοι είχαν ήδη συγκεντρωθεί στον Ισθμό.
Κατά τη διάρκεια αυτής της τακτικής και του στρατιωτικού ελιγμού του Μαρδόνιου, ουσιαστικά δεν θα εισέβαλε όλο το στράτευμα στην Μεγαρίδα, αλλά σίγουρα το ιππικό που προπορευόταν θα προξένησε καταστροφές στην Μεγαρική γή. Πάντως η επιδρομή αυτή ήταν πολύ σύντομη. Ο Παυσανίας, ιστορικός και περιηγητής του 2ου μ.Χ αιώνα, αναφέρει μια τοπική Μεγαρική Παράδοση για κάποιο Περσικό στράτευμα στην Μεγαρίδα (Παυσανίου Αττικά. 40. 2-3): “ Υπάρχει η φήμη ότι ένα στρατιωτικό σώμα του Μαρδόνιου, αφού επιτέθηκε κατά της Μεγαρίδος, Θέλησε κατόπιν να επιστρέψει στη Θήβα, κοντά στο Μαρδόνιο, αλλά κατ'επιθυμία της Άρτεμης το βρήκε η νύχτα και έχασαν τον δρόμο τους. Προχώρησαν προς τα ορεινά μέρη της περιοχής και ενώ εξέταζαν μήπως κοντά τους υπάρχει κάποιο εχθρικό στράτευμα για να του επιτεθούν, έριξαν βέλη σε κάποια κοντινή τους πέτρα και (από την αντήχηση) νόμισαν οτι αναστέναξε. Τότε άρχισαν να τοξεύουν με μεγαλύτερη προθυμία.
Στο τέλος διαπίστωσαν ότι τα βέλη τους εξαντλήθηκαν με το να τοξεύουν τους υποτιθέμενους εχθρούς. Όταν όμως ξημέρωσε, και τους επιτέθηκαν οι Μεγαρείς, πολεμώντας οπλισμένοι στρατιώτες με άοπλους, φόνευσαν τους περισσότερους απ'αυτούς."

Την τοποθεσία στην οποία βρίσκεται αυτή η πέτρα μας την προσδιοριζει ο Παυσανίας (Παυσανίου Αττικά. 44.4). " Η ορεινή περιοχή της Μεγαρίδος στην οποία υπάρχει η πόλη Παγαί (σημερινό Αλεποχώρι) των Μεγαρέων, είναι γειτονική με την Βοιωτία. Κατευθυνόμενοι προς τα κει, εάν  λίγο ξεφύγουμε από το δρόμο, φαίνεται μια πέτρα , η οποία σ' όλη την επιφανειά της έχει ίχνη από βέλη τα οποία κάποια νύχτα οι Πέρσες εκτόξευσαν σε αυτήν".
Ίσως πρόκειται για κάποιο θρύλο που
καλλιεργήθηκε στα Μέγαρα. Πάντως το σίγουρο είναι ότι οι Μεγαρείς Θα επέφεραν κάποια χτυπήματα στο Περσικό ιππικό που υποχωρούσε προς τη Βοιωτία.

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΠΛΑΤΑΙΩΝ

Έτσι λοιπόν, σιγά-Σιγά οι Ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να συγκεντρώνονται. Όλοι οι Πελοπονήσιοι είχαν ως σημείο αναφοράς τον Ισθμό και από κει έφτασαν στην Ελευσίνα. Στην Ελευσίνα ενώθηκαν όλες οι δυνάμεις του Ελληνικού στρατού, και κατευθύνθηκαν προς την Βοιωτία. Οι Πέρσες είχαν στρατοπεδεύσει στον Ασωπό ποταμό και οι Έλληνες αντιστρατοπέδευσαν στους πρόποδες του Κιθαιρώνα. Τότε Μαρδόνιος στέλνει εναντίον τους όλο το ιππικό του, το οποίο διαιρέθηκε σε ίλες και προξενούσε μεγάλη φθορά στους Έλληνες.
οι Μεγαρείς που αποτελούσαν ένα στρατιωτικό σώμα 3.000 οπλιτών, βρίσκονταν στο πιο ευαίσθητο σημείο, διότι εκεί ορμούσε περισσότερο το ιππικό των Περσών. Έτσι αφόρητα πιεσμένοι καθώς ήταν έστειλαν στους Έλληνες στρατηγούς το εξής μήνυμα με κάποιο κύρηκα: " Οι Μεγαρείς λέγουν: εμείς, σύμμαχοι, δεν μπορούμε μόνοι μας να αποκρούσουμε το ιππικό των Περσών, έχοντας αυτή τη θέση, στην οποία βρεθήκαμε από την αρχή. Αλλά μέχρι τώρα αντέχουμε λόγω της ανδρείας και της υπομονής μας, παρόλο που έχουμε πιεσθεί πάρα πολύ. Τώρα, αν δεν στείλετε κάποιους άλλους να μας διαδεχθούν στην θέση μας, να ξέρετε ότι εμείς θα την εγκαταλείψουμε " (Ηροδότου Ιστορία θ. 21 )

Κανείς όμως από τους Έλληνες δεν ήθελε να αντικαταστήσει τους Μεγαρείς. Τελικά δέχθηκαν μόνον οι Αθηναίοι οι οποίοι είχαν μαζί τους, τους τρακόσιους εκλεκτούς. Επρόκειτο για το μοναδικό επίλεκτο στρατιωτικό σώμα των τοξοτών που διέθεταν οι Έλληνες και ήταν και το μόνο ικανό να αντιμετωπίσει το Περσικό ιππικό.
Ο Ηρόδοτος θεωρεί συμπτωματική την τοποθέτηση των Μεγαρέων σ'αυτήν την τόσο εκτεθειμένη θέση, αλλά ίσως υπήρχε και μια διάθεση από πλευράς του εχθρού να εκδικηθεί την σφαγή των Περσών ιππέων από τους Μεγαρείς, την οποία μας αναφέρει ο Παυσανίας (Αττικά 40.2-3). Όταν λοιπόν, κατέλαβαν οι Αθηναίοι την θέση των Μεγαρέων , οι επιθέσεις των Περσών συνεχίσθηκαν με μεγαλύτερη σφοδρότητα, ώσπου φονεύθηκε ο αρχηγός του Περσικού ιππικού, Μασίστιος, χτυπηθείς με βέλη στο ένα μάτι. Οι Έλληνες τότε πήραν θάρρος και υπερίσχυσαν στις επόμενες συγκρούσεις.
Μετά την ευνοϊκή αυτή εξέλιξη οι Έλληνες αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τους πρόποδες του Κιθαιρώνα και να στρατοπεδεύσουν στις Πλαταιές. Αφού έφθασαν, παρατάχθηκαν σε θέση μάχης. Στην δεξιά παράταξη ήταν οι Λακεδαιμόνιοι, στην συνέχεια οι άλλες στρατιωτικές δυνάμεις των Ελλήνων και στην αριστερή οι Αθηναίοι έχοντας δίπλα τους 600 Πλαταιείς και 3 .ΟΟΟ Μεγαρείς.
Αφού παρατάχθηκαν οι Έλληνες στρατοπέδευσαν στις όχθες του ποταμού Ασωπού. Τότε ο Μαρδόνιος παρέταξε και αυτός το στρατό του. Απέναντι στους Σπαρτιάτες είχε παρατάξει τους γεναιότερους από τους Πέρσες και απέναντι από τους Αθηναίους, Πλαταιείς και Μεγαρείς, είχε παρατάξει τους Βοιώτους, Λοκρούς, Μαλιείς, Θεσσαλούς και χίλιους Φωκιείς που είχαν συμμαχήσει με τους Πέρσες.
Και οι δυο αντίπαλοι επί οκτώ μέρες δεν έπαιρναν πρωτοβουλία για να αρχίσει η μάχη. Ο χρόνος μετρούσε υπέρ των Ελλήνων διότι αυξανε συνεχώς ο αριθμός τους. Τότε εμφανίστηκε ένας τρίτος Έλληνας, ο Θηβαίος Τιμηγενίδης, και συμβούλευσε το Μαρδόνιο να φυλάξει το στενό πέρασμα του Κιθαιρώνα από το οποίο συνεχώς συρρέανε Έλληνες για να λάβουν μέρος στη μάχη. Την δωδεκάτη ημέρα ο Μαρδόνιος αποφασιζει να συγκρουσθεί με τους Έλληνες και εξαπολύει κατ'αρχάς το ιππικό του εναντίον τους. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποκλεισθεί ο Ελληνικός στρατός από νερό και τρόφιμα. Για να αντιμετωπιστεί άμμεσα η κατάσταση οι Έλληνες στρατηγοί αποφάσισαν μια τακτική υποχώρηση προς τους πρόποδες του Κιθαιρώνα, προκειμένου να έχουν νερό και να προφυλαχθούν από τους ιππείς. Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι συμμαχικές Ελληνικές δυνάμεις να αποχωρήσουν και να κατευθυνθούν όχι στον τόπο που συμφωνήσανε, αλλά στο Ηραίον που βρισκόταν μπροστά στην πόλη των Πλαταιών. Τελευταίοι θα αποσύρονταν οι Λακεδαιμονίοι οι Τεγεάτες και οι Αθηναίοι. οι οποίοι αγνοούσαν την κίνηση αυτή των συμμαχικών δυνάμεων. Έτσι, Τεγεάτες και Λακεδαιμόνιοι κατευθύνθηκαν στις πλαγιές και τους πρόποδες του Κιθαιρώνα και οι Αθηναίοι κάτω στην πεδιάδα. Οι Πέρσες αντιλήφθηκαν την τελευταία κίνηση των Λακεδαιμονίων και πιστεύοντας οτί υποχωρούσαν κατηύθηναν εναντίον των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών ολόκληρο τον Περσικό στρατό.
Ο Παυσανίας, ο Σπαρτιάτης Βασιλιάς, πίστεψε ότι προδόθηκε από τις συμμαχικές ελληνικές δυνάμεις, και ζήτησε βοήθεια από τους Αθηναίους στέλνοντας το εξής μήνυμα (Ηροδότου Ιστορία θ. 60). “ επίκειται πολύ μεγάλος αγώνας ή να παραμείνει η Ελλάδα ελεύθερη ή να υποδουλωθεί ". Οι Αθηναίοι έσπευσαν σε βοήθεια αλλά καθ'οδόν συνεπλάκησαν μ'αυτους από τους Έλληνες οι οποίοι είχαν συμμαχήσει με τους Πέρσες. Έτσι , απ'όλο τον Ελληνικό στρατό έμειναν μόνοι οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάτες να αντιμετωπίσουν τον Περσικό στρατό, και υπέσθησαν τρομερή φθορά όσο ζούσε ο Μαρδόνιος. Όταν όμως σκοτώθηκε, οι Πέρσες έστρεψαν τα νώτα και έτσι έδωσαν την νίκη στους Έλληνες.
Κατά την διάρκεια της φυγής των Περσών, μεταδόθηκε η είδηση και στις άλλες συμμαχικές δυνάμεις που δεν είχαν πάρει μέρος στη μάχη. Παρατάχθηκαν χωρίς τάξη και αναχώρησαν οι Κορίνθιοι μέσω του βουνού, ενώ οι Μεγαρείς και οι Φλειάσιοι μέσω της πεδιάδας.
Καθώς πλησίαζαν οι Μεγαρείς και οι Φλειάσιοι τους Πέρσες, προχωρώντας με ορμή, αλλά χωρίς καμία τάξη, τους επιτέθηκε το ιππικο των Θηβαίων και σκότωσαν 600 στρατιώτες, μη επιτρεποντάς τους έτσι να καταδιώξουν τον Περσικό στρατό που είχε τραπεί σε φυγή..
Μετά τη μάχη, κάθε πόλη που έχασε σημαντικό αριθμό στρατιωτών, άνοιξε ομαδικό τάφο και έθαψε τους νεκρούς της. Οι Μεγαρείς και οι Φλειάσιοι έθαψαν τους νεκρούς τους, σε κοινό τάφο. Για την νίκη τους αυτή, οι Έλληνες που πολέμησαν στις Πλαταιές αφιέρωσαν χρυσό τρίποδα στο μαντείο των Δελφών (Ηροδότου Ιστορία .81) και άγαλμα του Δία (Παυσανία Ηλειακά 23). Στο δεξιό μέρος του βάθρου του αγάλματος του Δία έχουν γραφθεί τα ονόματα των πόλεων που έλαβαν μέρος στη μάχη και ήταν συνολικά 33. Τα Μέγαρα αναφέρονται έκτα στην σείρα.
Η νίκη των Ελλήνων λοιπόν, στις Πλαταιές ήταν συντριπτική. Ο Περσικός στρατός κυριολεκτικά εξοντώθηκε. Στην συνέχεια οι Έλληνες τιμώρησαν τους Θηβαίους που είχαν συμμαχήσει με τους Πέρσες και διέλυσαν την Βοιωτική ομοσπονδία.

Πηγή: Χ. Στρατούρη, ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ