Σάββατο, Μαρτίου 28, 2026

Εσκί Σεχίρ: "Κατάδυση στην κόλαση"

Η αποφασιστική τομή θα έρθει με την εξόρμηση για την κατάληψη του Εσκί Σεχίρ, του Αφιόν Καραχισάρ και της Άγκυρας, το Μάρτιο του 1921, που εγκαινιάζει και τη δεύτερη φάση του πολέμου. Στο εξής, οι επιχειρήσεις διεξάγονται σε περιοχές ολότελα εχθρικές, όπου οι ελληνικοί πληθυσμοί είτε απουσιάζουν παντελώς είτε μπορούν να θεωρηθούν απλώς αμελητέοι. Η διάθεση των φαντάρων είναι ούτως ή άλλως αρνητική (στις 18 Ιουλίου χιλιάδες στρατιώτες υποδέχονται στο Εσκί Σεχίρ το βασιλιά Κωνσταντίνο με την ιαχή «Απόλυσιν! Απόλυσιν!»), αυτά που η ιεραρχία τους ζητά ακατόρθωτα. 

Ο Κωνσταντίνος παρασημοφορεί το στρατό του
στο Εσκί Σεχίρ (18.7.1921), λίγο πριν από
 την εξόρμηση για το Σαγγάριο. Οι κραυγές των φαντάρων
 «Απόλυσιν! Απόλυσιν!» δεν αποτυπώθηκαν φυσικά στο σελιλόιντ.
(Φ.Α. ΕΛΙΑ)
Βαδίζοντας σ' ένα έδαφος ολοκληρωτικά ξένα κι αφιλόξενο, «που μόνο η αρχαιολογική ικανότητα των ελλήνων δημοσιογράφων απεκάλυπτε πως όχι μονάχα ήτανε, μα και [εξακολουθούσε να] είναι ελληνικό», αντιμέτωπος με τις πρώτες -και μάλιστα πολύνεκρες κανονικές ήττες του στο πεδίο της μάχης, ο ελληνικός στρατός εγκαινιάζει στο εξής μια πολιτική καμένης γης, καταστρέφοντας ό,τι δεν μπορεί πια να κατακτήσει. Η «απελευθέρωση» παίρνει όλο και περισσότερο τη μορφή ισοπεδωτικού τυφώνα.

Η αρχή έγινε με την υποχώρηση του εκστρατευτικού σώματος, ύστερα από την ήττα του στη δεύτερη μάχη του Ινονού. «Περνούμε χωριά, [το] Μπάρκιοϊ, κατόπιν το Καπητσιλάρ, το οποίον εκαίετο, μετά το Γιουγούρντερέ, κι αυτό εκαίετο, παρακάτω άλλο χωριό, κι αυτού φωτιά», σημειώνει στις 10 Μαρτίου στο ημερολόγιό του ο Χαράλαμπος Πληζιώτης. 

Την ίδια ακριβώς εικόνα καταγράφει και την επομένη: «Στα πλάγια μας καίονται έρημα χωριά! [...] Αντίκρυ μας εκαίετο ένα χωριό, από κοντά μας σε λίγο περνούσε το 27ον Σύνταγμα, όλοι οι μεταγωγικοί ήσαν φορτωμένοι από κότες, αυγά, τυριά, και ό,τι τέλος πάντων ημπορεί να έχη ένα χωριό, πριν καή!». Μια μέρα μετά, η μονάδα του φτάνει στο Ασάκ-κιοϊ: «Κι αυτό έρημον, και για το καλό του έβαλον φωτιά για να φανή ότι πέρασε κι από εδώ στρατός!».  την ίδια πάνω-κάτω ώρα, ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Πρινιωτάκις, που κρατά κι αυτός ημερολόγιο, σημειώνει την άφιξη της δικής του μονάδας στην «πλουσιωτάτην και εύφορον κωμόπολιν Γενή-Κιοϊ την οποίαν, δυστυχώς, στρατιώται μας κατέκαυσαν». Και η πορεία προς τα πίσω συνεχίζεται, με σταθερό ρυθμό και πρακτική: «Φθάνομε στο χωριό και στεκόμεθα λίγο, τόσον όσο έφθασε να πλιατσικολογηθή το χωριό καλά και κατόπιν να καή. Μετά προχωρούμε λίγο ακόμη και φθάνομε εις ένα άλλο χωριό και μένομε εκεί, μετά μίαν ώραν ήρχισε το χωριό και μας έφεγγε καλά μέχρι το πρωί». Βρισκόμαστε στις 14 Μαρτίου. «Το ίδιο βράδι», σημειώνει στο ημερολόγιό του ο πυροβολητής Βασίλης Μουστάκης, «φτάσαμε σε ένα χωριό που καιγόταν. κλαίνε μανάδες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες. Καίγονται σαν λαμπάδες τα αρχοντικά των μπέηδων και των πασσάδων τα παλάτια. Ήταν η πρώτη φορά που ο ελληνικός στρατός άρχισε να βάζει φωτιά στα χωριά». Η εντολή για το ολοκαύτωμα αποδιδόταν στον ίδιο τον πρίγκιπα Ανδρέα, όπως μας πληροφορεί ένας από τους στρατιώτες στο ημερολόγιό του.

Μετά από μια σύντομη ανάπαυλα, ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε στα τέλη Ιουνίου για το Σαγγάριο. «Τώρα ο πόλεμος είχε πάρει για καλά τη μορφή του», σημειώνει ο Μουστάκης, διαπιστώνοντας ότι «για πρώτη φορά οι Έλληνες καίνε τούρκικα χωριά» ακόμη και κατά την προέλασή τους. «Στο μεγάλο κάμπο ένα πολύ ωραίο τούρκικο χωριό καίγεται απ' άκρη σ' άκρη. Εκεί σταματήσαμε και ήρθαν οι Τούρκοι σε μας κλαίγοντας και τα μικρά ελέγανε: “Νανά μπαμπά ατέσι τσιοκ κονάκι" (πατέρα, μάνα, το σπίτι καίγεται)».  Εμπρησμοί χωριών αναφέρονται σχεδόν καθημερινά στα ημερολόγια των φαντάρων, τόσο καθ' οδόν προς το σφαγείο του Σαγγάριου όσο και κατά την επιστροφή απ' αυτό. «Το παν καίγεται κατά την αναχώρησιν, χωριά, σπαρτά, χόρτα και δένδρα, εάν υπήρχε κανένα», σημειώνει π.χ. ένας φωτογράφος του στρατού στις 30 Αυγούστου, πρώτη μέρα της αναδίπλωσης. «εισελθόντες οι εύζωνοι εις το χωρίον πήραν τις κότες, χάλασαν τα μελίσσια και τέλος βάλαν φωτιά», συμπληρώνει στο σημειωματάριό του ένας άλλος «διαβαίνοντες διάφορα μέρη εκαίγαμε τους αγρούς και ό,τι υπήρχε», θυμάται πάλι ένας φαντάρος απ' το Λιόπεσι. «Διέλευσις παρά χωρίων πυρποληθέντων και λεηλατηθέντων. Εικόνες φρίκης», διαβάζουμε σ' ένα άλλο ημερολόγιο (4.9.21). Και λίγο παρακάτω (8.9.21): « Όσα χωριά εσυναντούσαμε εκαίοντο». Την καταστροφή ολοκληρώνει η αρπαγή «αρκετών χιλιάδων προβάτων, αγελάδων και κατσίκων» που αποτελούν, όπως σημειώνει με μαύρο χιούμορ ένας μικρασιάτης φαντάρος, τα «λάφυρα των νέων απελευθερωτεφρωθέντων χωρών». 

Όσο για τον πληθυσμό της περιοχής, αυτός συνήθως έχει φροντίσει να φύγει μακριά από τους απελευθερωτές της Μικρασίας: «Οι κάτοικοι είχον εγκαταλείψει το χωρίον ευθύς ως αντελήφθησαν προελαύνοντα τα τμήματά μας», διαβάζουμε σ' ένα ημερολόγιο για το Παζαρτζίκ, «πλην ελαχίστων γερόντων τους οποίους ηναγκάσθησαν να αφήσουν εκεί λόγω τους δυσχερούς της μεταφοράς των».

 Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, πάλι, παρίστανται από απόσταση ασφαλείας- ως αυτόπτες μάρτυρες στην καταστροφή των σπιτιών τους: «Κατά τα χαράματα εφθάσαμεν εις τι χωρίον, ονομαζόμενον Μουλ, το οποίον εκαίετο, οι δε Τούρκοι κάτοικοι είχαν μαζευθή επάνω εις έναν λοφίσκον ψηλότερα από το χωριό και θρηνούσαν λυπητερά και φώναζαν», θυμάται χαρακτηριστικά ένας μεσσήνιος πεζικάριος. «Εμείς δεν εγνωρίζαμεν τι λέγουν, όμως εκαίοντο τα σπίτια τους και όλα τα υπάρχοντά τους. Στο ερημωμένο χωριό ο κάθε φαντάρος επίταζε ό,τι έβρισκε, όλοι όμως νοιώθαμε συγκινημένοι ακούγοντας τις θλιβερές κραυγές τους». «Εις όλα τα χωριά που διαβαίνομεν, βάζομεν φωτιά και τα καταστρέφομεν τελείως», σημειώνει πάλι στο ημερολόγιό του ένας συνάδελφός του από την Αρκαδία. «Σιτάρια, εκατομμύρια οκάδες, εις τα αλώνια καίγονται μέχρι οκάς. Τα γυναικόπαιδα έξω των χωρίων οδύρονται προ του θλιβερού θεάματος. (Τούτο εστίν ελευθερία)!!!, Κάποιες φορές οι κάτοικοι έχουν φροντίσει να κρύψουν το βιός τους «εις σπήλαια» ή «εντός χαραδρών», με αμφίβολα αποτελέσματα. «Χρόνια και χρόνια παλεύανε να φτιάξουν ένα σπιτάκι, μια αχερώνα κι έτυχε να περάσουμε μεις να τους ξεκληρίσουμε», αναλογίζεται ύστερα από καιρό ένας παλιός πολεμιστής. «Μουγκρίζανε τα βόδια μέσα στις φλόγες, Κλαίγανε και ξεφωνίζανε οι γυναικούλες. Τα παιδάκια σπαρταρούσανε μπροστά μας. Μα εμείς άγριοι, φοβεροί, αιμοβόροι άνθρωποι μας οδηγούσαν. Ούτε συμπόνεση έχει, ούτε ανθρωπιά».

Απολογητικός, ως συνήθως, ο ανθυπολοχαγός Παντελής Πρινιωτάκις καταγράφει κι αυτός μια παρόμοια εικόνα: «Την τύχην των διαφόρων χωρίων ακολουθεί και το Αράμπ Ευρέν. Μετά την γενικήν λεηλασίαν ακολουθεί εμπρησμός των οικιών και των σιτηρών, τον οποίον οι δυστυχείς και άξιοι οίκτου κάτοικοι παρακολουθούν έντρομοι. Η κατάστασις είναι λυπηρά και αξιοθρήνητος. [...] Τα υποχωρούντα τμήματα του στρατού μας θέτουν πυρ εις χωρία εξ ων διερχόμεθα και εις τα εν αφθονία ευρισκόμενα ακόμη εις τους αγρούς σιτηρά. Οι κάτοικοι των διαφόρων χωρίων, περίτρομοι, συγκεντρωμένοι εις τας παρυφάς των χωρίων των, περίλυποι αλλά και μη τολμώντες ουδέν να πράξωσι, παρακολουθούσι το θέαμα. Δυστυχώς, δεν έλειψαν και παρεκτροπαί και βιαιότητες των στρατιωτών μας».

Είναι 4 Σεπτεμβρίου 1921. Το ίδιο βράδι, ο Νίκος Βασιλικός -πατέρας του γνωστού συγγραφέα- και οι σύντροφοί του παρακολουθούν από ψηλά, «ως άλλοι Νέρωνες» την «αγρίως μεγαλόπρεπον» εικόνα που αφήνει πίσω του ο ελληνικός στρατός, εγκαταλείποντας το Σαγγάριο:

« Όλα του κάμπου τα χωριά καίονται από το υποχωρούν Γιουνάν-ασκέρ το οποίον μεταλαμπαδεύει, επ' ευκαιρία της διαβάσεώς του, τα πραγματικά φώτα ...του πολιτισμού». Δεν πρόκειται για αυθόρμητο ξέσπασμα, μας εξηγεί ο ίδιος, αλλά για την εφαρμογή συγκεκριμένης διαταγής του Επιτελείου το τελευταίο απαιτεί «κατά την παλινδρομικήν αυτήν κίνησιν» (όπως βαφτίζει την υποχώρηση) «το παν να καίεται εφ' όσον δεν είναι δυνατόν να μετακομισθή».

Υπήρξαν, φυσικά, και πολύ χειρότερα. Η τύχη, λόγου χάριν, εκείνων των χωριών που τόλμησαν να σηκώσουν όπλο κατά του εισβολέα. «Ακολουθούντες το απελευθερωτικόν έργον», σημειώνει αυτοσαρκαστικά στο ημερολόγιό του ένας αρχάς πεζικάριος, «φθάνομεν με βροχήν εις Τσεφτιλέρ. Εδώ φαίνεται ότι προηγουμένως επέρασαν άλλοι εκ των ημετέρων. Άλλοι οίτινες εύρον αντίστασιν παρά των κατοίκων και τσέτηδων και αναγκασθέντες μετεχειρίσθησαν άλλον απελευθερωτικόν έργον (Μερική σφαγή)». Λίγο νωρίτερα, ο ίδιος έχει περιγράψει την αιματηρή καταστολή της αντίστασης ενός άλλου χωριού: «Αίφνης δεχόμεθα πυρά, ανακαλύπτονται κρυμμένοι “τσέτες" εντός του χωριού, φονεύονται αρκετοί και εν τέλει φωτιά στο χωριό, επιτρέποντας να εξέλθουν του χωριού τα γυναικόπαιδα μόνον». Κατατοπιστικότερος, για μια άλλη τέτοια περίπτωση, είναι ένας τσολιάς από τη Βοιωτία: «Μετά που φτάσαν οι δικές μας στρατιωτικές δυνάμεις βάλαν φωτιά στο χωριό και σήμερα που φτάσαμε ακόμα καίγεται. Οι κάτοικοι που είχαν μείνει ζωντανοί είναι όλοι συγκεντρωμένοι σ' ένα αρχαίο φρούριο, που είναι στη διάθεση των φαντάρων. Ό,τι τους βαστάει η ψυχή τους, άλλοι σκοτώνουνε τούρκους χωρικούς γι' αντίποινα, άλλοι ατιμάζουνε κορίτσια και γυναίκες».

Κάποιες φορές, γι' αυτού του είδους τα κατορθώματα δεν θα χρειαστεί καν να προηγηθεί αντίσταση του πληθυσμού. Την επομένη λ.χ. της μάχης του Εσκί Σεχίρ, η ημερήσια διαταγή της 5ης Μεραρχίας καυτηριάζει δημόσια το γεγονός ότι «αι περίλαμπραι νίκαι» του εκστρατευτικού σώματος «ημαυρώθησαν λόγω ορισμένων εκτρόπων διαπραττομένων εις τρόπον ώστε να παρουσιάζηται ο Ελληνικός Στρατός πλέον άγριος και αυτού του τουρκικού» στον κατάλογο των «βαρβαροτήτων» που διέπραξαν «τα ολίγα καθάρματα, άτινα ασφαλώς δεν έχουσι ελληνικόν αίμα» περιλαμβάνονται «εμπρησμοί χωρίων, φόνοι αθώων χωρικών, ληστείαι και ατιμώσεις». Παρά τη ρητή εντολή του διοικητή «να προληφθή εις το μέλλον εκ μέρους των ανδρών μας παν έγκλημα (εμπρησμός, βιασμός, ληστείαι, φόνοι και λοιπαί ασχημίαι) », την απειλή παραπομπής των απείθαρχων στο στρατοδικείο και τη διαταγή του προς τους επικεφαλής των τμημάτων «να πυροβολούν και να φονεύουν τους κακουργούντας», τα «έκτροπα» θα επαναληφθούν - και μάλιστα το ίδιο κιόλας βράδι, όπως διαπιστώνουμε από το δημοσιευμένο ημερολόγιο ενός Κοζανίτη ανθυπολοχαγού: «Παρασκευή 9 Ιουλίου 1921. Άφιξις περί την 10ην νυκτερινήν εις χωρίον Αριμπερέν, πλησίον ποταμού. Το χωρίον ελεηλατήθη κυριολεκτικώς και διηρπάγη. Εγένοντο πολλαί ατιμώσεις υπό τα όμματα γονέων. Περιουσίαι και έπιπλα διηρπάγησαν διά προσωπικήν χρήσιν. Εθεάθησαν οπλίται να κοιμώνται εις στρώματα, να φέρωσιν παπλώματα μεταξωτά κτλ. Η νυξ διήλθεν σχεδόν εν εορτασμώ, με φωτιές, ψητά κτλ., παρ' όλην την κοπιαστικήν πορείαν της ημέρας». 

Παρόμοια συμβάντα σ' ένα κάπως απόκεντρο μέτωπο του πολέμου θα προσελκύσουν ιδιαίτερα τα φώτα της δημοσιότητας στη διάρκεια του 1921. Πρόκειται για τις περιοχές της Γιάλοβας, της Νικομήδειας (Ιζμίτ) και της Κίου (Γκεμλίκ), στη νοτιοανατολική όχθη της θάλασσας του Μαρμαρά, που ο ελληνικός στρατός κατέλαβε το καλοκαίρι του 1920. Αν και στην περιοχή δρούσαν ήδη από το 1918 κάποιες καθαρά ληστρικές συμμορίες, η κατάσταση στις περισσότερες αφηγήσεις παρουσιάζεται σχετικα ήρεμη μέχρι τη στιγμή της «απελευθέρωσης». Η άφιξη βρετανικών κι ελληνικών στρατευμάτων θα συνοδευθεί ωστόσο από εκτεταμένες λεηλασίες μουσουλμανικών περιουσιών (με θύματα κυρίως αντικεμαλικούς Τούρκους, καθώς οι κεμαλικοί είχαν φροντίσει ν' αποχωρήσουν εγκαίρως), ληστείες, βιασμούς και καταστροφές χωριών ύστερα από προσχε διασμένες εικονικές προβοκάτσιες.

 Καθοριστική θ' αποδειχθεί εδώ η συγκρότηση παραστρατιωτικών ελληνικών κι αρμενικών ανταρτοομάδων και η εγκατάσταση ένοπλων φρουρών» σε κάθε τουρκικό χωριό για την εκ των ένδον επιτήρηση και καθυπόταξή του. Παρ' όλο που τα εν λόγω σώματα συνεργάζονταν στενά με τον ελληνικό στρατό, κάποια τουλάχιστον απ' αυτά διέθεταν αυξημένη επιχειρησιακή (κι επιχειρηματική) αυτονομία σε μια τυπική μαρτυρία της εποχής, φαντάρος από το Λιόπεσι θα συναντήσει τον Ιούνιο του 1921 στα Μουδανιά ένα συγχωριανό του λιποτάκτη επιλοχία που τον πληροφορεί ότι μαζί με άλλους 500 αντάρτες «λυμαίνονται τους Τούρκους» της Προύσας, έχοντας συγκεντρώσει «πολλά λεπτά, χρυσά, αργυρά και μπαγανότες» (χαρτονομίσματα), και του ζητά να βρει τρόπο για τον επαναπατρισμό των λαφύρων. Στην αντίπερα όχθη, Κεμαλικοί και Κιρκάσιοι τσέτες περνούν το καλοκαίρι του 1920 διά πυρός και σιδήρου τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό της Νίκαιας και των γειτονικών της χωριών (Λεύκη, Χουδί, Φουντουκλιά, Φουλατζίκ, Κονζές, Μπολού. Ντουτζέ, Ορτάκιοϊ).

Το αποκορύφωμα της βίας θα έρθει ωστόσο την επόμενη άνοιξη, με τις προετοιμασίες για την εκκένωση της περιοχής βορείως της Κίου από τον ελληνικό στρατό. Τα περισσότερα μουσουλμανικά χωριά της περιοχής καταστρέφονται, άλλοτε απ' τις ελληνικές ή αρμενικές ανταρτοομάδες κι άλλοτε απευθείας από τον ελληνικό στρατό δεκάδες κάτοικοί τους εκτελούνται ομαδικά η ίδια η Νικομήδεια πυρπολείται εν μέρει τον Ιούνιο του 1921 απ' τους αποχωρούντες φαντάρους κι αποτελειώνεται από τα κανόνια του θωρηκτού «Κιλκίς», αφού έχει προηγηθεί συστηματική λεηλασία της μουσουλμανικής κι εβραϊκής συνοικίας της Τούρκοι χωρικοί που υποχρεώθηκαν να μεταφέρουν με τα κάρα τους στα πλοία τα υπάρχοντα των ελληνορθόδοξων προσφύγων -που ακολουθούν τον ελληνικό στρατό- σφάζονται στη συνέχεια ομαδικά στην αποβάθρα, μαζί με τα ζώα τους περίπου 200 Τούρκοι «προύχοντες» μεταφέρονται τέλος στα πλοία ως όμηροι, για να πνιγούν στη συνέχεια στην ανοιχτή θάλασσα. 


Πηγή κειμένου: Τάσος Κωστόπουλος: ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ, σελ.108-117

Δείτε επίσης:

Μικρά Ασία 1922: Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού