Πληθυσμός της Ελλάδας - Οι σημερινοί Έλληνες δεν είναι Σλάβοι - Φαναριώτες Παλικάρια - Νησιώτες - Η εθνική ενδυμασία.
Ο πληθυσμός της Ελλάδας ανέρχεται περίπου στους εννιακόσιους πενήντα χιλιάδες κατοίκους. Εμείς έχουμε διοικητικά διαμερίσματα με περισσότερους κατοίκους από όσους το βασίλειο αυτό. Η ελληνική φυλή αποτελεί τη μεγάλη πλειονότητα του έθνους. Είναι μια πραγματικότητα την οποία ορισμένοι προσπάθησαν να θέσουν εν αμφιβάλω. Σύμφωνα με μια παράδοξη σχολή, δεν πρέπει να υπάρχουν πια Έλληνες στην Ελλάδα. Όλοι πρέπει να είναι Αλβανοί, δηλαδή Σλάβοι. Εύκολα λοιπόν καταλαβαίνουμε πού οδηγεί μια τέτοια θεωρία, η οποία μετατρέπει τα παιδιά του Αριστείδη σε συμπολίτες του αυτοκράτορα Νικόλαου. Αρκεί όμως να έχουμε μάτια για να ξεχωρίσουμε τους Έλληνες, έναν λαό λεπτό και φίνο, από τους χοντροκαμωμένους Αλβανούς. Η ελληνική φυλή έχει ελάχιστα αλλοιωθεί και οι ψηλοί αυτοί νεαροί με την ευλύγιστη κορμοστασιά, το ωοειδές πρόσωπο, το ζωηρό βλέμμα και το ανήσυχο πνεύμα που γεμίζουν τους δρόμους των Αθηνών ανήκουν, προφανώς, στην οικογένεια που εφοδίαζε τον Φειδία με μοντέλα. Είναι αλήθεια ότι ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας αποδεκάτισε το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού. Από τότε που η Ελλάδα ελευθερώθηκε, αύξησε και πάλι τους κατοίκους της, χάρη στην έλευση όμως ελληνικών οικογενειών. Κάποιες έρχονταν από την Κωνσταντινούπολη, από το Φανάρι, την περίφημη συνοικία που για μεγάλο διάστημα ρύθμιζε τις υποθέσεις της Τουρκίας. Γνωρίζουμε ότι ένα τμήμα της βυζαντινής αριστοκρατίας παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη μετά την άλωση της πόλης από τον Μωάμεθ Β'. Πιο μορφωμένοι και πιο ικανοί από τους Τούρκους, οι Έλληνες αυτοί επιχείρησαν να επανακτήσουν με την πονηριά όλα όσα τους άρπαξε η δύναμη των όπλων. Έγιναν διερμηνείς, γραμματείς, σύμβουλοι των σουλτάνων και ταπεινά κρυμμένοι σε θέσεις δευτερεύουσες, είχαν το ταλέντο να καθοδηγούν τα αφεντικά τους. Λίγοι έφτασαν μέχρι τον βαθμό του οσποδάρου, του διοικητή επαρχίας δηλαδή- όσοι δεν έφτασαν τόσο ψηλά παρηγορήθηκαν πλουτίζοντας. Το Φανάρι αριθμεί πάνω από πενήντα χιλιάδες Έλληνες που περιμένουν την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και που, όσο περιμένουν, ασχολούνται με τις επιχειρήσεις τους. Μετά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας, καθώς έβλεπαν να γεννιέται μια ελληνική πατρίδα, αρκετές οικογένειες Φαναριωτών ήρθαν να ζήσουν στο περιβάλλον του βασιλιά. Εκείνο που τους είλκυε ήταν κυρίως η ελευθερία, αλλά, ίσως, και η δημιουργία μιας αυλής όπου ήλπιζαν να αναλάβουν καίριο ρόλο. Οι πρώτες οικογένειες των Αθηνών, οι Μουρούζηδες, οι Σούτσοι, οι Μαυροκορδάτοι, οι Αργυρόπουλοι, κλπ., είναι οικογένειες Φαναριωτών. Μετά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας επίσης, ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων του βορρά, η ελίτ αυτών των ορεσίβιων που ξεκίνησαν την επανάσταση, ξεριζώθηκαν από τον γενέθλιο τόπο τους που η διπλωματία τον είχε αφήσει στα χέρια των Τούρκων και εγκαταστάθηκαν στο βασίλειο αυτό που είχαν ιδρύσει με τίμημα το αίμα τους. Οι ορεσίβιοι αυτοί, πρώην αρχηγοί των εξεγερμένων ή των ληστών (γιατί η ληστεία ήταν μια μορφή πολέμου), έφεραν μέχρι την Αθήνα τα περίεργα έθιμα του τόπου τους. Με τους άλλους οπλαρχηγούς που κατοικούσαν άλλοτε στον Μοριά αποτελούν το πιο πρωτότυπο και ζωηρό στοιχείο του ελληνικού λαού. Οι ίδιοι δίνουν στον εαυτό τους τον τίτλο του «παλικαριού» που σημαίνει γενναίος. Έχουν μείνει πιστοί στην εθνική ενδυμασία και φορούν περήφανα το κόκκινο φέσι, το χρυσοποίκιλτο σακάκι και την άσπρη φουστανέλα- κυκλοφορούν οπλισμένοι, με μια ακολουθία ανδρών επίσης οπλισμένων. Τα σπίτια τους μοιάζουν κάπως με φρούρια, και οι υπηρέτες τους, που τους διαλέγουν ανάμεσα από τους παλιούς τους στρατιώτες και εκείνους που δούλευαν στα χωράφια τους, σχηματίζουν έναν μικρό στρατό.
Συνηθίζουν να προσφέρουν απλόχερα μια εξαιρετικά δαπανηρή φιλοξενία- όσοι από τον τόπο τους έρχονται στην Αθήνα, φιλοξενούνται από εκείνους βρίσκοντας πάντα ένα μέρος κάτω από το υπόστεγο για τη νύχτα, καθώς και ψωμί συν κάτι επιπλέον για το φαγητό τους. Όταν επισκέπτονται ο ένας τον άλλο είναι συγκροτημένοι και σιωπηλοί όπως οι Τούρκοι. Κουβεντιάζουν λίγο, καπνίζουν πολύ και πίνουν πολλά φλιτζάνια καφέ. Χαιρετιούνται ακουμπώντας το χέρι στο στήθος λένε «ναι» σκύβοντας το κεφάλι προς τα κάτω και «όχι» σηκώνοντάς το προς τα πάνω. Η ομιλία τους έχει σκόρπιες τουρκικές λέξεις με αποτέλεσμα να δυσκολεύεσαι να την καταλάβεις. Μερικοί ξέρουν ακόμη τουρκικά- οι περισσότεροι ξέρουν λίγες λέξεις στα ιταλικά- κανένας τους δεν ξέρει γαλλικά, και υπερηφανεύονται μάλιστα για την άγνοιά τους αυτή. οι γυναίκες τους, χωρίς να είναι ακριβώς υπό περιορισμό, βγαίνουν πάντως λίγο από το σπίτι- είναι αγράμματες, ντροπαλές με τον κόσμο, ενώ εκείνον που αποκαλούν κύριό τους τον τρέμουν. Δεν ξέρουν τι θα πει κορσές, και φορούν το εθνικό φέσι. οι Φαναριώτες ντύνονται όπως οι Γάλλοι, ενώ ιππεύουν με την αγγλική σέλα. Μιλάνε τα ελληνικά της καθαρεύουσας γνωρίζουν γαλλικά και συνήθως και άλλες ξένες γλώσσες- είναι όπως όλοι οι λαοί της Ευρώπης. οι σύζυγοί τους είναι κυρίες που φέρνουν τα φορέματά τους από το Παρίσι. Σε εκατό χρόνια λογικά δεν θα υπάρχουν πια Παλικάρια. Σήμερα, ολόκληρη η ελληνική φυλή είναι, κατά κάποιο τρόπο, χωρισμένη σε δύο έθνη, που το ένα απορροφά το άλλο. Το μέλλον ανήκει στα μαύρα κοστούμια. Ανάμεσα στα Παλικάρια και τους Φαναριώτες βρίσκονται οι νησιώτες είναι όλοι τους είτε ναυτικοί ή έμποροι, ενώ συνήθως είναι και τα δύο μαζί. Φορούν το κόκκινο φέσι με ένα ιδιαίτερο τσάκισμα, το κοντό γιλέκο και το τεράστιο παντελόνι των Τούρκων. Είναι αξιοσημείωτο ότι η υποτιθέμενη εθνική ενδυμασία των Ελλήνων είναι δανεισμένη είτε από τους Τούρκους είτε από τους Αλβανούς. Ο βασιλιάς Όθωνας, προκειμένου να κάνει επίδειξη πατριωτισμού και να γίνει λαοφιλής, φορά στις γιορτές τη φορεσιά ενός μικρού σλαβικού λαού, και οι νησιώτες της Ύδρας, για να ξεχωρίσουν από τους βάρβαρους της Ανατολής, στολίζονται με τούρκικη ενδυμασία. Όλοι οι Έλληνες, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης ή καταγωγής, ξυρίζουν τα μάγουλα και το πιγούνι ενώ αφήνουν μουστάκι. Γένια αφήνουν όταν έχουν πένθος. Τους κομψευόμενους που έχουν φαβορίτες κατά την ευρωπαϊκή μόδα δεν τους βλέπουν με καλό μάτι. Για τα Παλικάρια είναι ένδειξη καλού γούστου να σφίγγουν υπερβολικά τη μέση τους. Οι άντρες είναι εκείνοι που φορούν τον κορσέ και καθώς η ελληνική φυλή είναι αδύνατη και νευρώδης, σε αντίθεση με την τουρκική που είναι βαριά και δυνατή, βλέποντας τον κόσμο μαζεμένο σε μια πλατεία, νομίζεις πως βρίσκεσαι καταμεσής στους Όρνιθες του Αριστοφάνη. Ιδού, συνοπτικά, η φορεσιά ενός Παλικαριού των Αθηνών: ένα πουκάμισο από περκάλι με μεγάλο γυριστό γιακά, χωρίς γραβάτα. Μια κοντή βαμβακερή σκελέα. Κάλτσες μερικές φορές πάντα γκέτες καρφιτσωμένες μέχρι το γόνατο, που μοιάζουν με τις κνημίδες των πολεμιστών του Ομήρου- κόκκινα τσαρούχια- φουστανέλα, μια φούστα, δηλαδή, πολύ φαρδιά που στενεύει γύρω από τη μέση σε μικρές πτυχώσεις ζώνη και στενούς κνημοδέτες από χρωματιστό μετάξι- γιλέκο, σακάκι που τα μανίκια του δεν κλείνουν στον καρπό- κόκκινο φέσι με μπλε φούντα- μεγάλη δερμάτινη ζώνη απ' όπου κρέμεται το κεντημένο μαντίλι, το πουγκί, η θήκη του καπνού, η γραφίδα και τα όπλα. Το σακάκι και οι γκέτες έχουν σχεδόν πάντα χρυσαφένιο κέντημα. Το κοστούμι ενός υπηρέτη σε καλό σπίτι ή ενός υπαλλήλου των εξακοσίων φράγκων τον χρόνο αξίζει εξακόσια φράγκα. Τον χειμώνα τα Παλικάρια τυλίγονται με ένα άσπρο μάλλινο πανωφόρι που δεν απέχει πολύ από το δέρας του προβάτου, ή με ένα χοντροκομμένο χνουδωτό, αδιαπέραστο στο νερό της βροχής. Το καλοκαίρι, για να προφυλαχτούν από τον ήλιο, τυλίγουν ένα μαντίλι, σαν τουρμπάνι, γύρω από το κόκκινο φέσι τους. Σε ορισμένα χωριά, το τουρμπάνι είναι ακόμα στη μόδα, ενώ ξυρίζουν και τα μαλλιά. Η γυναικεία φορεσιά έχει τεράστια ποικιλία: όχι μόνο κάθε χωριό έχει τη δική της, αλλά και κάθε γυναίκα την παραλλάζει κατά βούληση. Οι Αθηναίες φορούν μια φούστα από μετάξι ή χοντρό βαμβάκι, ανάλογα με τη θέση τους, με ένα βελουδένιο σακάκι ανοιχτό από μπροστά- στο κεφάλι φέρουν το κόκκινο φέσι που φτάνει μέχρι τα αυτιά, και συνήθως τους αρέσει να τυλίγουν γύρω από το κεφάλι τους μια χοντρή κοτσίδα πλεγμένη με ένα μαντίλι. Αυτή η τεράστια κοτσίδα τούς ανήκει, γιατί την έχουν είτε πληρώσει είτε κληρονομήσει. Οι Αλβανίδες φορούν ένα μακρύ πουκάμισο από βαμβακερό ύφασμα, κεντημένο χαμηλά, στον λαιμό και στα μανίκια, με μετάξι όλων των χρωμάτων είναι το βασικό κομμάτι του ντυσίματός τους. Προσθέτουν μια ποδιά και ένα πανωφόρι από χοντρό μαλλί, μια φαρδιά μάλλινη μαύρη ζώνη, και για το κεφάλι, μια εσάρπα βαμβακερή κεντημένη όπως και το πουκάμισο. Πολύ συχνά συναντάς γυναίκες που είναι ντυμένες μόνο με τη στοιχειώδη αυτή περιβολή.
Ο ελληνικός τύπος - οι γυναίκες των Αθηνών - H ομορφιά των ανθρώπων - Ο ολιγαρκής χαρακτήρας ολόκληρου του λαού - οι επιπτώσεις του κρασιού στις θερμές χώρες
Η ομορφιά της ελληνικής φυλής είναι τόσο διάσημη και οι ταξιδιώτες είναι τόσο σίγουροι πως θα βρουν στην Ελλάδα την οικογένεια της Αφροδίτης της Μήλου, που νιώθουν πως εξαπατήθηκαν όταν φτάνουν στην Αθήνα. οι Αθηναίες δεν είναι ούτε όμορφες ούτε καλοφτιαγμένες. Δεν έχουν ούτε την πνευματώδη φυσιογνωμία των Γαλλίδων, ούτε την πλούσια και πληθωρική ομορφιά των Ρωμαίων γυναικών, αλλά ούτε και τη χλωμή και ασθενική λεπτότητα των Τουρκισσών. Στην πόλη όσες βλέπεις είναι ασχημομούρες με γαμψή μύτη, πλατυποδία και μονοκόμματη μέση. Ο λόγος είναι ότι η Αθήνα, είκοσι χρόνια πριν, δεν ήταν παρά ένα αλβανικό χωριό. οι Αλβανοί αποτελούσαν, και αποτελούν ακόμη, σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό της Αττικής. Μάλιστα, λίγες λεύγες έξω από την πρωτεύουσα βρίσκεις χωριά που μετά βίας καταλαβαίνουν τα ελληνικά. Η Αθήνα γρήγορα κατοικήθηκε από ανθρώπους κάθε έθνους και είδους αυτό είναι που εξηγεί την ασχήμια του αθηναϊκού τύπου. Τις όμορφες Ελληνίδες, οι οποίες είναι σπάνιες, τις συναντάς σε ορισμένα προνομιούχα χωριά ή σε ορισμένα αποτραβηγμένα μέρη στα βουνά όπου δεν έφτασαν οι εισβολείς. Οι άντρες, αντίθετα, είναι όμορφοι και καλοφτιαγμένοι σε ολόκληρο το βασίλειο. Η ψηλή κορμοστασιά τους, το σβέλτο σώμα τους, το αδύνατο πρόσωπό τους, η μακριά και γαμψή μύτη τους και το μεγάλο μουστάκι τους τους προσδίδουν πολεμική φυσιογνωμία. Διατηρούν μερικές φορές μέχρι τα εβδομήντα μια λεπτή κορμοστασιά και μια ελεύθερη και περήφανη έκφραση. Η παχυσαρκία είναι γι' αυτούς άγνωστο κακό, και μόνο όσοι υποφέρουν από ποδάγρα παίρνουν βάρος. Η ελληνική φυλή είναι ξερακιανή, νευρώδης και λεπτή όπως η χώρα που τους τρέφει, θα αρκούσε να αποξηράνουν λίγους βάλτους για να εκλείψουν όλοι οι επιδημικοί πυρετοί και να γίνουν οι Έλληνες ο πιο υγιής λαός της Ευρώπης, έτσι καθώς είναι οι πιο λιτοδίαιτοι. Η τροφή ενός άγγλου αγρότη θα επαρκούσε στην Ελλάδα για μια οικογένεια έξι ατόμων. Οι πλούσιοι αρκούνται σε ένα πιάτο λαχανικά για τα γεύματά τους οι φτωχοί σε μια χούφτα ελιές και ένα κομμάτι παστό ψάρι. Όλος ο λαός τρώει κρέας το Πάσχα για ολόκληρο τον χρόνο. Το μεθύσι, κάτι τόσο συνηθισμένο στις ψυχρές χώρες, είναι μια κακή συνήθεια πολύ σπάνια για τους Έλληνες. Είναι μεγάλοι πότες, αλλά πότες νερού. Δύσκολα θα περάσουν από μια βρύση χωρίς να σταματήσουν να πιουν, αλλά αν μπουν στην ταβέρνα θα είναι για να κουβεντιάσουν. Τα καφενεία των Αθηνών είναι γεμάτα κόσμο, όλες τις ώρες οι πελάτες όμως σε καμιά περίπτωση δεν παίρνουν δυνατά ποτά. Ζητούν ένα φλιτζάνι καφέ της μιας πεντάρας, ένα ποτήρι νερό, φωτιά για να ανάψουν τα τσιγάρα τους, μια εφημερίδα και ένα τάβλι- ιδού τι θα τους κρατήσει απασχολημένους όλη τη μέρα. Δεν έχω συναντήσει μέσα στα δύο χρόνια έναν άνθρωπο στον δρόμο που να είναι τύφλα στο μεθύσι- και πιστεύω ότι πολύ γρήγορα θα μπορούσε να μετρήσει κανείς όλους τους μεθύστακες του βασιλείου. Αν υποθέσουμε ότι ο λιτός χαρακτήρας δεν είναι έμφυτος στον λαό αυτό, θα πρέπει τότε να του τον επιβάλλει το κλίμα. Κάτω από έναν καυτό ουρανό, αρκούν λίγες γουλιές αλκοόλ για να ρίξουν κάτω τον άνθρωπο. Η αγγλική φρουρά της Κέρκυρας μεθά κάθε μέρα μόνο με την ποσότητα κρασιού που της αναλογεί ημερησίως οι ναύτες μας στον ναύσταθμο του Πειραιά μεθούν κανονικά ενώ νομίζουν πως δροσίζονται, και αν ποτέ οι Ελβετοί γίνουν κύριοι της Ελλάδας, θα πρέπει με την απειλή της θανατικής ποινής να καταδικαστούν στην εγκράτεια.
ΕΝΤΜΟΝΤ ΑΜΠΟΥ, Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ, Εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ