Δευτέρα, Απριλίου 15, 2024

Η Εθνολογική Σύσταση της Μακεδονίας.

Το Γλωσσικό Ιδίωμα 

Παρά τις επιδρομές που δέχτηκε η Μακεδονία, ο ελληνισμός εκεί παρέμεινε ουσιαστικά αμετακίνητος και αρραγής, ενώ ήταν περιορισμένες οι εθνολογικές αλλοιώσεις που δέχτηκε μέχρι την τουρκική κατάκτηση. Με γνώμονα την ιστορία αλλά και τις πληροφορίες των βυζαντινών συγγραφέων, μπορούμε με ικανοποιητική ακρίβεια να χαράξουμε το εθνολογικό διάγραμμα της Μακεδονίας.

Υπάρχει η μαρτυρία του ίδιου του Στέφανου Δουσάν, ο οποίος κατέκτησε τη χώρα λίγες μόνο δεκαετίες πριν την τουρκική εισβολή. Το 1346, όταν αναγορεύτηκε «Τσάρος των Σέρβων και των Γραικών» διένειμε την επικράτειά του ανάμεσα στον ίδιο και το γιο του : «είς αυτόν μεν έδωσεν εξουσίαν, όπως συνηθίζουν οι Τριβαλλοί, εις την περιοχήν από του κόλπου του Ιονίου και του Ίστρου (Δουνάβεως) ποταμού μέχρι της πόλεως των Σκοπίων...και εις τον εαυτόν του τας απ' εκεί και πέραν Ρωμαϊκάς (Ελληνικάς) περιοχάς και πόλεις, συμφώνως πρός το καθιερωμένον σύστημα των Ρωμαίων, μέχρι και της περιοχής των στενών της Χριστουπόλεως (Καβάλλας).

Παρά τη μαρτυρία αυτή δεν μπορούμε να υποστηριξουμε ότι μόνο Έλληνες συνάντησαν οι Τούρκοι στη Μακεδονι'α. Πληροφορίες από βυζαντινούς συγγραφείς αναφέρονται στους Σλάβους και Βουλγάρους που κατοικούσαν στη Μακεδονία. Από προσεκτική μελέτη των πληροφοριών προκύπτει ότι τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η νότια και παραλιακή Μακεδονία ήταν αποκλειστικά ελληνική, τόσο οι πόλεις όσο και η ύπαιθρος. Στην περιοχή της Στρώμνιτσας η ύπαιθρος παρουσίαζε πληθυσμό ανάμικτο από Έλληνες και Σλάβους ενώ η πόλη ήταν καθαρά ελληνική. Τη μέση κοιλάδα του Αξιού κατοικούσαν εξελληνισμένα ουγγρικά φύλλα και την Αρδέα Έλληνες. Στην υπόλοιπη Μακεδονία της πεδιάδας, κατοικούσαν κυρίως Έλληνες ενώ στα ορεινότερα μέρη υπήρχαν ανάμικτοι Σλάβοι κι Έλληνες, οι οποίοι αποτελούσαν και την πλειοψηφία. (Ορισμένοι από τους συγγραφείς αναφέρονται και στους κουτσόβλαχους που κατοικούσαν στη Μακεδονία. Οι τελευταίοι ήταν διάσπαρτοι σ' ολόκληρη τη Μακεδονία κι αποτελούσαν ανέκαθεν γηγενείς ελληνικούς πληθυσμούς που μόνο τη γλώσσα μπόρεσαν να τους αλλάξουν οι Ρωμαίοι. Παράλληλα με τα ελληνικά, μιλούσαν και μια τοπική διάλεκτο η οποία, ενώ μοιάζει με τη ρουμανική καθώς και οι δύο περιέχουν λατινικές λέξεις, ο λαός δεν έχει καμία φυλετική σχέση με τους Ρουμάνους. Αποτελούσαν την αριστοκρατική μερίδα του ελληνισμού στις βόρειες περιοχές της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Παρουσιάζονταν συμπαγέστεροι ανάμεσα στην Πίνδο και τη Θεσσαλία καθώς κι ανάμεσα στον Όλυμπο και τη Βέροια. Στις υπόλοιπες περιοχές ήταν διασκορπισμένοι στις πόλεις και τα μεγάλα χωριά, όπως στο Μοναστήρι, Κίτσεβο, Κρούσοβο, Πισοδέρι, Νέβεσκα και Πετρίτσι. Ήταν κυρίως νομάδες πηνοτρόφοι, μετέφεραν ζώα με φορτηγά, ιδιοκτήτες πανδοχείων, τεχνίτες και έμποροι).Η εθνολογική σύσταση της χώρας ήταν αναπόφευκτο να υποστεί αρκετές μεταβολές κατά τη διάρκεια της τουρκικής κατάκτησης για περισσότερους από πέντε αιώνες, από τα μέσα του 14ου αιώνα, μέχρι το 1389 στο Κοσσυφοπέδιο (Κόσοβο). Έγιναν πολλές εποικίσεις μουσουλμανικών πληθυσμών στις μακεδονικές πεδιάδες και σε πολλά μέρη παρουσιάστηκαν βίαιοι - στην πλειοψηφία τους - εξισλαμισμοί. Οι ντόπιοι πληθυσμοί οδηγήθηκαν σε μετακινήσεις και εκπατρισμούς τόσο για να αποφύγουν τη δουλεία όσο και για οικονομικούς λόγους. Παράλληλα, σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, κατοίκησαν τη Μακεδονία πολλοί εξισλαμισμένοι Αλβανοί. Επίσης, το 14ο αιώνα, Τσιγγάνοι που κι αυτοί ασπάστηκαν το Ισλάμ, και το 16ο αιώνα αρκετοί Εβραίοι. Οι τρεις αυτές φυλές ήταν ετερόγλωσσες κι αλλόθρησκες, διαβίωναν σε κλειστές κοινωνίες, δεν έρχονταν σε επαφή με τους υπόλοιπους κατοίκους κι έτσι καμία αλλοίωση δεν επέφεραν στην εθνολογική σύσταση της Μακεδονίας. Δεν μπορούμε όμως να ισχυριστούμε το ίδιο και για τις ομόθρησκες φυλές των Ελλήνων και των Σλάβων, καθώς η συμβίωση για πέντε συνεχείς αιώνεςστα ίδια χωριά αλλόγλωσσων αλλά ομόθρησκων ανθρώπων, ενωμένων με κοινό μίσος για τον αλλόπιστο κατακτητή, ασφαλώς τους εξωθούσε σε στενή αλληλοβοήθεια, επιγαμίες και γλωσσικές αφομοιώσεις.

Είναι βέβαιο ότι στα τέλη της τουρκικής κατοχής οι Έλληνες διατηρήθηκαν αμιγείς κι ανόθευτοι με ακμαίο το εθνικό φρόνημα στη χώρα νότια από τη γενική γραμμή Καστοριάς - Έδεσσας - Σερρών - Δράμας. Στη μακεδονική περιοχή, βόρεια από τη γενική γραμμή Καστοριάς Δράμας, στις πόλεις και τα μεγάλα κέντρα γενικά, ο ελληνισμός διατήρησε τον εθνισμό και τη γλώσσα του. Εκτός όμως από τις πόλεις, στην ύπαιθρο, εξαιτίας της έλλειψης σχολείων σ' αυτή, οι Έλληνες αφομοιώθηκαν γλωσσικά από τους Σλάβους κι η σλαβική γλώσσα επικράτησε.
Η σλαβική γλώσσα δεν ήταν ενιαία. Η σερβική γλώσσα της βορειοδυτικής υπαίθρου παρουσιαζόταν τελείως διαφορετική από τη βουλγαρική, των περιοχών γύρω από τη Ροδόπη. Στην ενδιάμεση περιοχή, το σλαβικό ιδίωμα που επικράτησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ούτε σερβική ούτε βουλγαρική γλώσσα. Στο ιδίωμα αυτό υπήρχε τεράστιος αριθμός λέξεων καθημερινής χρήσης, καθαρά ελληνικής προέλευσης, που αναφέρονταν σε γεωργικές και οικιακές εργασίες, καθώς και λέξεις τουρκικές, κουτσοβλαχικές, αλβανικές και βουλγαρικές. Είναι λοιπόν αυτό η πιο εμφανής απόδειξη, ότι πριν καταλήξουν να χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη γλώσσα μιλούσαν την ελληνική.

Το επιχείρημα για την ύπαρξη ιδιαίτερης «μακεδονικής» γλώσσας δεν ευσταθεί. Γλώσσα των Μακεδόνων ήταν η ελληνική και καμία σλαβική διάλεκτος δεν μπορεί να προβάλλεται ως γλώσσα τους. Ολόκληρο το έργο του Μακεδόνα φιλόσοφου Αριστοτέλη είναι στην ελληνική γλώσσα, την ίδια που σώζεται στις αναρίθμητες μακεδονικές επιγραφές. Είναι οξύμωρο να δεχτούμε ότι οι Μακεδόνες μιλούσαν άλλη γλώσσα μη ελληνική. Πώς είναι δυνατόν, η γλώσσα αυτή να εξαφανίστηκε Τόσο ξαφνικά και ριζικά ώστε να μη διασώθηκε κάποιο κείμενο ή επιγραφή, και πώς δεν επιβλήθηκε σαν γλώσσα παρά το ότι ήταν περήφανοι για την καταγωγή τους ; Η εξήγηση είναι μάλλον απλή. Οι μακεδόνες αγρότες και o στρατός, ορεσίβιοι κι αγράμματοι στην πλειοψηφία τους, μιλούσαν ελληνική διάλεκτο με βαριά όμως προφορά, γεγονός όχι ιδιαίτερα παράδοξο ακόμη και στις μέρες μας. Εξάλλου, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, οι Έλληνες πάντα σ' ολόκληρη τη χώρα τους, την ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούσαν.

Οι σπουδαιότεροι λόγοι που συντέλεσαν στη διαμόρφωση του σλαβικού ιδιώματος ανάγονται στη βυζαντινή περίοδο και Τουρκοκρατία που ακολούθησε, όταν αριθμός βούλγαρων αιχμαλώτων αναζήτησε εργασία στα μεγάλα αγροκτήματα των βυζαντινών τιμαριούχων. Η έλλειψη ουσιαστικών συνόρων στην ελληνική χερσόνησο έκανε εύκολο το συγχρωτισμό με τους άλλους λαούς κι οι μετακινήσεις για εργασία πολλών φτωχών Σλάβων προς τις εύφορες βόρειες περιοχές του ελληνικού χώρου, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Αντιμετώπιζαν όμως πρόβλημα συννενόησης καθώς το χαμηλό πνευματικό τους επίπεδο δεν τους επέτρεπε να μάθουν την τουρκική ή την ελληνική γλώσσα κι έτσι περιοριζονταν μόνο να χρησιμοποιούν πολλές λέξεις από τις γλώσσες αυτές σε συνδυασμό με τη δική τους. Προέκυψε το σλαβικό ιδίωμα, ιδιαίτερα εύκολο στην εκμάθησή του, κι αποτέλεσε μέσο κοινής συννενόησης Τούρκων, Ελλήνων και Σλάβων εποίκων για να εξυπηρετούνται εμπορικοί και άλλοι σκοποί. Σε πολλές περιπτώσεις, οι περιστάσεις ανάγκαζαν τον ελληνικό πληθυσμό να προτιμά να μαθαίνει το ιδίωμα αυτό και να προσποιείται πρόσκαιρα ότι είναι σλαβικός ώστε να αποφεύγει το παιδομάζωμα, τις σφαγές και το μίσος των Τούρκων έπειτα από κάθε επανάσταση του ελληνισμού. Το τέχνασμα όμως αυτό, σε καμία περίπτωση δεν μετέβαλλε την εθνική συνείδηση και το φρόνημά του. Το σλαβικό ιδίωμα αποτέλεσε αργότερα τη βάση της βουλγαρικής προπαγάνδας αφού εμπλουτίστηκε κατάλληλα με βουλγαρικές λέξεις

Δεν ήταν μόνο οι ελληνικές λέξεις του γλωσσικού ιδιώματος, εκείνες που αποδείκνυαν την ελληνική καταγωγή των σλαβόφωνων βόρειων Μακεδόνων. Η ανθρωπολογική επιστήμη με λεπτομερείς και συστηματικές ανθρωπομετρήσεις, απέδειξε ότι οι σλαβόφωνοι και οι βλαχόφωνοι της Μακεδονίας, ενώ συγγενεύουν απόλυτα από ανθρωπολογικής πλευράς με τους ελληνόφωνους κατοίκους της, παρουσιάζονται ανομοιογενείς σε σχέση με τους Σλάβους και τους βλαχόφωνους άλλων περιοχών των Βαλκανίων και της Μεσευρώπης . Η Ιστορία, η Γλωσσολογία κι η Ανθρωπολογία τάσσονται ανεπιφύλακτα υπέρ της ελληνικότητας της Μακεδονίας, συνολικά, ενώ επίσης επιβεβαιώνουν την ελληνική προέλευση των σλαβόφωνων κατοίκων των βόρειων περιοχών της.

Πηγή κειμένου: ΤΟ ΒΗΜΑ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, Α' ΜΕΡΟΣ, ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ