Η διολίσθηση προς την εμφύλια σύγκρουση
Σε κάθε περίπτωση το καλοκαίρι του 1946 ήταν κρίσιμης σημασίας ως προς τον αναπροσανατολισμό της δράσης των αριστερών ενόπλων. Σταδιακά οι ομάδες άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, ιδίως στις περιοχές στις οποίες κυριαρχούσε προγενέστερα ο ΕΛ.ΑΣ. Το καλοκαίρι του 1946 οι ομάδες αυτές άρχιζαν να κάνουν πιο εμφανή την παρουσία τους. Η ένταση των διώξεων και η ευκολία επισιτισμού λόγω της καλοκαιρινής σοδειάς, σε συνδυασμό με την περιθωριοποίηση των τοπικών κομματικών οργανώσεων του ΚΚΕ, έθεταν το πλαίσιο ανάπτυξης των ομάδων αυτών. Σε αντίθεση με τα συμβαίνοντα επί Κατοχής, οι απαρχές του «δεύτερου αντάρτικου» ανευρίσκονταν στις ενέργειες αυτών ακριβώς των ομάδων, εξέλιξη που εκπροσωπούσε ακριβώς την αδυναμία των πολιτικών οργανώσεων να προφυλάξουν τα μέλη τους και να επιμείνουν στην πολιτική της «αυτοσυγκράτησης».
Από την άλλη πλευρά, οι εκτιμήσεις του κράτους αλλά και ο κυρίαρχος λόγος στη δημόσια σφαίρα, έκαναν λόγο για «επιβουλή εναντίον της Ελλάδος, η οποία ήταν οργανωμένη από τους Σλάβους» και για την οποία χρησιμοποιούνταν τα βόρεια σύνορα της χώρας. Στις 28 Οκτωβρίου 1946 ιδρύθηκε το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας). Αρχηγός του ορίσθηκε ο Μάρκος Βαφειάδης, καπετάνιος στην Κατοχή της ΟΜΜ (Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας) του ΕΛ.ΑΣ. Το χειμώνα του 1946-47 ο ΔΣΕ άρχισε να κυριαρχεί σε τμήματα της ορεινής ενδοχώρας και να εφαρμόζει με επιτυχία τις τακτικές του ανταρτοπολέμου. Ο στρατηγός Δημήτριος Ζαφειρόπουλος, συγγραφέας ενός από τα πιο γνωστά έργα για τη στρατιωτική ιστορία του πολέμου, αναφέρει, σε σχέση με τη συγκρότηση του ΔΣΕ, ότι αυτή πραγματοποιήθηκε σταδιακά σε τρία στάδια: «1ον Στάδιον: Από του Μαρτίου μέχρι Ιουνίου του έτους αυτού εφηρμόσθη η ανταρτική τακτική. 2ον Στάδιον: Από Ιουλίου μέχρι Οκτωβρίου συνετελέσθη η οργάνωσις των Διοικήσεων (Αρχηγείων), συμφώνως προς την παλαιάν πείραν του ΕΛ.ΑΣ. 3ον Στάδιον: μόλις εις το τέλος του έτους τούτου ήρχισαν να προσβάλλουν απομεμονωμένας φρουράς του τακτικού στρατού ή Σταθμούς Χωροφυλακής, Διμοιρίας Προκαλύψεως Σλήμνιτσας, Σκρα και Αρχαγγέλου».
Το Δόγμα Τρούμαν
| Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν, εξαγγέλλει στο Κογκρέσο το δόγμα που φέρει το όνομά του. |
Ταυτοχρόνως οι Αμερικανοί επιζητούσαν πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο στο σχεδιασμό και την επίβλεψη των στρατιωτικών επιχειρήσεων όσο και στο πολιτικό και οικονομικό πεδίο. Συγκροτήθηκαν για το λόγο αυτό διάφορες Αποστολές, πολυπληθείς ως επί το πλείστον, οι οποίες απεστάλησαν στην Ελλάδα προκειμένου να εξασφαλισθεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό η επιτυχία της επέμβασης. Το βασικότερο ρόλο διαδραμάτιζε η AMAG (American Mission for Aid to Greece)- η Αμερικανική Αποστολή για την παροχή βοήθειας προς την Ελλάδα. Η Αποστολή αυτή θα είχε τη βασική ευθύνη διαχείρισης της αμερικανικής βοήθειας και επικεφαλής της ορίστηκε ο Dwight Griswold. Η επιτροπή λειτούργησε μέχρι την άνοιξη του 1948, οπότε και αντικαταστάθηκε από διευρυμένο όργανο που ανέλαβε τη διαχείριση του σχεδίου Μάρσαλ, του πανευρωπαϊκού δηλαδή προγράμματος αμερικανικής οικονομικής βοήθειας. Σημαντικό ρόλο επρόκειτο να διαδραματίσει και η αντίστοιχη στρατιωτική αποστολή - η USAGG (United States Army Group Greece). Επικεφαλής της τελευταίας ορίσθηκε o στρατηγός William Livesay (Ουίλιαμ Λίβσευ και τα καθήκοντά της ήταν συγκεκριμένα: «η διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, της εσωτερικής ασφάλειας και της επιβίωσης της Ελλάδας ως ελεύθερης και αυτοεκτιμώμενης δημοκρατίας».
Η αμερικανική επέμβαση στα ελληνικά πράγματα συνιστούσε προφανώς γεγονός αποφασιστικής σημασίας ως προς την τελική έκβαση του Εμφυλίου Πολέμου, που εκείνη ακριβώς την περίοδο άρχισε να παίρνει διαφορετική τροπή μετά και τις συζητήσεις του Νίκου Ζαχαριάδη με τους Σοβιετικούς και τους Γιουγκοσλάβους. Η βοήθεια που υποσχέθηκαν τα κράτη του ανατολικού συνασπισμού θεωρήθηκε ότι μπορούσε να ενισχύσει τον ΔΣΕ στον αγώνα του εναντίον των κυβερνητικών και των συμμάχων τους.
Σε πρώτη φάση όμως o αντάρτικος στρατός είχε να αντιμετωπίσει την πρώτη μεγάλη πρόκληση, την επιτυχή δηλαδή αντιμετώπιση της αναμενόμενης επίθεσης του Εθνικού Στρατού. Οι οδηγίες του Νίκου Ζαχαριάδη και του Γιάννη Ιωαννίδη προς τον Μάρκο Βαφειάδη, την περίοδο αυτή, εξειδίκευαν τους τρόπους αντιμετώπισης της κατάστασης. Γινόταν μάλιστα λόγος για μετατροπή του ΑΣΕ σε τακτικό στρατό, μια επιλογή που συζητήθηκε έκτοτε επανειλημμένα Ιδίως στους Κόλπους της Αριστεράς. Σύμφωνα με τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, ο ΔΣΕ έπρεπε «να προχωρήσει στην εκπλήρωση του βασικού προορισμού του, μετατρέποντας τον ανταρτοπόλεμο σε τακτικό πόλεμο, με άμεση επιδίωξη τη δημιουργία ελεύθερης περιοχής όχι μόνο σε ορεινές περιοχές μα και σε βασικές από την οικονομικο-πολιτική τους σημασία περιφέρειες».
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις το 1947
Η πρώτη μεγάλη επιχείρηση του Εθνικού Στρατού εναντίον των ανταρτών του ΔΣΕ ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1947 υπό τη γενική ονομασία Terminus. Η ίδια η ονομασία της επιχείρησης υποδηλώνει τον καθορισθέντα στόχο, δηλαδή την οριστική εξόντωση του αντάρτικου στρατού. Το σχέδιο ήταν αρκετά φιλόδοξο και προέβλεπε ουσιαστικά την καταδίωξη, περικύκλωση και εξουδετέρωση των συγκροτημάτων του ΔΣΕ που δρούσαν στη Νότια Πίνδο. Οι επιχειρήσεις θα διεξάγονταν από Νότο προς Βορρά, με μια σειρά διαδοχικών ενεργειών που στρέφονταν εναντίον των μένων βάσεων εξορμήσεων του ΔΣΕ. Αρχικά θα πραγματοποιούνταν ορισμένες προκαταρκτικές επιχειρήσεις στις περιοχές Φαρσάλων, Δομοκού, Ρεντίνας κλπ. με στόχο την ανακοπή ενδεχόμενης διαφυγής των ανταρτών προς τα ανατολικά. Θα ακολουθούσε η Κύρια επιχείρηση εναντίον των ορεινών της Θεσσαλίας, με μια σειρά ενεργειών (επιχειρήσεις Αετός, Ιέραξ, Κύκνος, Πελαργός). Τέλος, η μεγάλη επιχείρηση Κόραξ θα έκλεινε τη λαβίδα, με το σφράγισμα των βόρειων συνόρων, ξεκινώντας από την περιοχή των Ζαγορίων και με προσανατολισμό προς τον Γράμμο, τον Σμόλικα και τον Βόιο. Το κύριο βάρος της σύγκρουσης αναλάμβανε εκ μέρους του Εθνικού Στρατού η δημιουργηθείσα 1η Στρατιά, η οποία και θα αξιοποιούσε όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις προκειμένου να επιτευχθεί ο αντικειμενικός σκοπός: «Η πλήρης εξόντωσις των συμμοριτών καθ' άπασαν την περιοχήν της Στρατιάς και η επανεγκατάστασις της Χωροφυλακής και των νομίμων εξουσιών του κράτους».
Η επιχείρηση Αετός ήταν η πρώτη χρονικά, διεξήχθη στα τέλη Απριλίου 1947 και στρεφόταν εναντίον των ομάδων που δρούσαν στα ορεινά της Άρτας και των Τρικάλων. Δύναμη του Εθνικού Στρατού που κυμαινόταν ανάμεσα σε 12.000 με 15.000 άνδρες θα αντιμετώπιζε τα τοπικά αρχηγεία του ΔΣΕ, η συνολική δύναμη των οποίων κυμαινόταν ανάμεσα σε 1.500 ως 2.200 αντάρτες. Οι αντάρτες δεν μπορούσαν να προσδοκούν σε ευνοϊκή μεταχείριση. Οπως ανέφερε η απόρρητη διαταγή του τότε διοικητή του Β ' Σώματος Στρατού υποστράτηγου Π. Καλογερόπουλου: «Σκοπός των επιχειρήσεων αυτών είναι Η ΕΞΟΝΤΩΣΙΣ των συμμοριτών. Μόνον όταν πραγματοποιηθή τούτο πρέπει να θεωρήσωμεν ότι επέτυχον αι ενέργειαί μας». Με τη συνδρομή μονάδων ΜΑΥ-ΜΑΔ και «Χωροφυλάκων άνευ Θητείας» που αποτελούνταν στην πλειονότητά τους από πρώην Εδεσίτες αντάρτες, ο στρατός κατόρθωσε να διαλύσει ορισμένα συγκροτήματα ανταρτών, όπως αυτό των Τζουμέρκων. Στο ορεινό συγκρότημα του Κόζιακα οι εκεί μονάδες του ΔΣΕ ουσιαστικά καταστράφηκαν, καθιστώντας την περιοχή ασφαλή για το κυβερνητικό στρατόπεδο τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο του επόμενου έτους. Η επιτυχία του Εθνικού Στρατού στον Κόζιακα ήταν η σημαντικότερη της περιόδου, όμως η κατάσταση δεν εξελίχθηκε με τον ίδιο τρόπο στις υπόλοιπες περιοχές.
| O πρωθυπουργός της Ελλάδας (7 Σεπτεμβρίου 1947 - 24 Ιουνίου 1949) αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων, Θεμιστοκλής Σοφούλης. |
Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, μεγάλο τμήμα των ανταρτών στα ορεινά της Θεσσαλίας, της Στερεάς και της Ηπείρου κατόρθωσε να διαφύγει από τους κλοιούς του Εθνικού Στρατού. Παρόμοια, και σε μεγάλο βαθμό πιο πενιχρά αποτελέσματα, είχαν και οι λοιπές επιχειρήσεις που κατευθύνονταν αντιστοίχως εναντίον των τμημάτων της Βόρειας και Νότιας Πίνδου, της Στερεάς και της Θεσσαλίας.
Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε απογοήτευση στον Εθνικό Στρατό, οι στρατιώτες του οποίου άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι ο πόλεμος αυτού του τύπου δεν θα τελείωνε σύντομα. Η επιτυχημένη εφαρμογή αρχών του ανταρτοπολέμου εκ μέρους των μονάδων του ΔΣΕ εξουδετέρωνε την υπεροχή του Εθνικού Στρατού. Σύμφωνα με τον Ζαφειρόπουλο: «Η εφαρμογή της ανταρτικής τακτικής ήτο αποτέλεσμα της υφισταμένης αριθμητικής υπεροχής των εθνικών δυνάμεων έναντι των ανταρτικών τοιούτων. Την υπεροχήν αυτήν εξουδετέρωσαν διά της ελικτικής ανταρτικής αμύνης, ήτις απέβλεπεν εις την φθοράν των εθνικών δυνάμεων μέχρις αντιστροφής της αναλογίας της υπεροχής ταύτης».
Στην Αθήνα οι εκτιμήσεις κύκλων της κυβερνητικής πλευράς και Τύπου εμφάνιζαν αρχικά μια διαφορετική εικόνα. Η εφημερίδα «Εμπρός», με πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της, στο αρχικό στάδιο της επιχείρησης, εξέφραζε τη γνώμη ότι: «Η νίκη των Αγράφων δεν ετερμάτισε τον σκληρόν και άχαρον αγώνα. Τον έκρινε όμως. Τα περαιτέρω απομένουν υπόθεσις τόπου και χρόνου. Ο εχθρός, ο οποίος ωρύεται τόσον σπαρακτικώς ότι δεν ηττήθη και ο οποίος κερατίζει ως πληγωμένος ταύρος, όπου δεν υπάρχει στρατός, εις βάρος του πληθυσμού, το γνωρίζει πρώτος. Κατεδικάσθη». Την ίδια εποχή η «εκστρατεία» του υπουργού Δημοσίας Τάξεως Ναπολέοντα Ζέρβα εναντίον των ανταρτών που δρούσαν στην Πελοπόννησο στέφθηκε με πλήρη αποτυχία, παρά τις περί του αντιθέτου προσδοκίες του πρώην ηγέτη του ΕΔΕΣ. Στις 7 Ιουνίου 1947 ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κ. Τσαλδάρης, με αφορμή την επιδείνωση της κατάστασης στην Πελοπόννησο, δήλωνε στη Βουλή τα εξής: «Επανειλημμένως ετόνισα ότι δεν υπάρχει ζήτημα δημοσίας τάξεως. Υπάρχει μια εμπόλεμος κατάστασις την οποία αντιμετωπίζει η κυβέρνησις».
Τον Ιούλιο του 1947 ο πρώτος λεγόμενος «ελιγμός Ηπείρου» του δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση στο κυβερνητικό στρατόπεδο, καθώς η απειλή εναντίον των Ιωαννίνων κινητοποίησε σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις. Στην πόλη επικράτησε προσωρινά κατάσταση πανικού, που δεν ανταποκρινόταν στα πραγματικά αριθμητικά δεδομένα των αντιμαχομένων. Η όλη ενέργεια ήταν βέβαια εντυπωσιακή στην πραγματοποίησή της και αφορούσε την εκμετάλλευση από τον ΔΣΕ των κενών που άφηνε η συγκέντρωση δυνάμεων στην περιοχή του Γράμμου. οι λανθασμένες εκτιμήσεις των επιτελών του Εθνικού Στρατού αλλά και η πεποίθηση ότι «η Ήπειρος είναι ασφαλής» υποβοηθούσαν το ενδεχόμενο επιχείρησης στα μετόπισθεν των στρατιωτικών τμημάτων που δρούσαν στα ορεινά των Ιωαννίνων. Στις 13 και 14 Ιουλίου η ανατροπή των δυνάμεων του Εθνικού Στρατού στη γέφυρα Μπουραζάνι και η προώθηση των ανταρτών στην περιοχή του Καλπακίου, χώρου με υψηλό συμβολικό φορτίο ήδη από τον πόλεμο του '40, δημιούργησαν προσωρινά την εντύπωση ότι «απειλούνται τα Γιάννινα». Ηταν τέτοια η εντύπωση από την επιτυχία των ανταρτών που γρήγορα αναπτύχθηκε φημολογία περί εισβολής «διεθνούς ταξιαρχίας» από τα αλβανικά σύνορα.
Τελικά οι αντάρτες στράφηκαν προς τα Γρεβενά, τα οποία και επιχείρησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν. Η αποτυχία του ΔΣΕ στα Γρεβενά δεν ήταν αμελητέα, όμως η προειδοποίηση προς το κυβερνητικό στρατόπεδο από την προηγηθείσα επέκταση της δράσης των ανταρτών στην Ηπειρο ήταν σαφής. Πρώτα από όλα η ίδια η ηγεσία του ΚΚΕ για πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι υπήρχαν κάποιες δυνατότητες επιτυχίας της όλης προσπάθειας. Κατά δεύτερο λόγο οι αριστεροί της επαρχίας ένιωσαν ότι υπήρχε ενδεχομένως και άλλος δρόμος, αυτός της ενεργητικής υποστήριξης του εγχειρήματος, καθώς για πρώτη φορά ο ΔΣΕ φαινόταν να μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες στον τακτικό στρατό. Οι ενέργειες του Εθνικού Στρατού έπρεπε, για μια ακόμη φορά, να προσανατολισθούν σε άλλες κατευθύνσεις, δεδομένης της αδυναμίας να αντιμετωπισθεί ένας εχθρός που πολεμούσε με εντελώς ανορθόδοξο τρόπο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του στρατηγού Ζαφειρόπουλου: «Αι γενικαί γραμμαί (η ιδέα ενεργείας) του σχεδίου ήσαν ορθαί και ανταπεκρίνοντο εις τους κανόνας της ορθοδόξου πολεμικής τέχνης. Πλην δεν ήσαν προσηρμοσμέναι εις την στάσιν του αντιπάλου, όστις είχε τούτο το ιδιάζον, ότι απέφευγε να δώσει μάχην».
| Γυναίκες και παιδιά μετακινήθηκαν στις πόλεις δημιουργώντας «νεκρές ζώνες» στις ορεινές περιοχές. |
Με άλλα λόγια, η όλη κατάσταση φαινόταν να εξελίσσεται σε γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο, γεγονός που προξενούσε πολλαπλές πιέσεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο αλλά και στην ευρύτερη συντηρητική παράταξη. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια περίοδο εντάθηκαν οι απόπειρες εξεύρεσης πολιτικού συμβιβασμού, στις οποίες πρωταγωνιστούσε κυρίως ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, ηγέτης του ιστορικού Κόμματος των Φιλελευθέρων.
Από την άλλη πλευρά, ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως, Ναπολέων Ζέρβας, δημιουργούσε νέα προβλήματα στη συνοχή του κυβερνητικού στρατοπέδου καθώς με αστραπιαίες κινήσεις συνελήφθησαν στην Αθήνα χιλιάδες αριστεροί και μεταφέρθηκαν στις φυλακές και την εξορία. Μεταξύ των συλληφθέντων ήταν ο Δ. Παρτσαλίδης (ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ), ο Δ. Παπαρήγας, ο Αλ. Λούλης, ο Κ. Γαβριηλίδης, ο Κ. Καβαφάκης (αρχισυντάκτης του «Ριζοσπάστη») κ.ά. Η αιτιολογία ήταν η ανακάλυψη σχεδίου εξέγερσης στην Αθήνα, με σκοπό την «κατάλυσιν του κράτους». Ο Ζέρβας, ως κύριος υπεύθυνος των συλλήψεων, δήλωνε χαρακτηριστικά ότι: «Υπήρξαν στοιχεία περί εξεγέρσεως εντός του 24ώρου. Ήτο γνωστή η μέρα και η ώρα της εκδηλώσεως της νέας εγκληματικής απόπειρας της ηγεσίας και του συνωμοτικού μηχανισμού. Οι τελευταίαι προτάσεις του Κ.Κ. ήσαν ένα αριστοτεχνικό καμουφλάζ».
Η κριτική όμως εναντίον του Ζέρβα δεν περιορίσθηκε στους κομμουνιστές και τους «συνοδοιπόρους», αλλά και σε τμήματα του «εθνικόφρονος» στρατοπέδου που διαπίστωναν ότι η όξυνση της πόλωσης απλά διαιώνιζε την κρίση στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας.
Οι ενέργειες του Ζέρβα την περίοδο αυτή προκάλεσαν, όπως ήταν φυσικό, την οργή της Αριστεράς. Ετσι, στις 5 Αυγούστου 1947 ο Μάρκος Βαφειάδης επικήρυξε, μέσω του ασυρμάτου του ΔΣΕ, ως «προδότες» τον πρώην αρχηγό του ΕΔΕΣ, μαζί με τον Στ. Γονατά και τον Γ. Παπανδρέου, και συνιστούσε ακόμη και τη δολοφονία τους. Γεγονός παραμένει ότι το πλήγμα για την Αριστερά των πόλεων ήταν μεγάλο. Οι εκτιμήσεις των Βρετανών και των Αμερικανών έκαναν λόγο πλέον για «ζήτημα Ζέρβα», η αντιμετώπιση του οποίου έθετε όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές προ των ευθυνών τους.
Οι εξελίξεις στο πολιτικό πεδίο ήταν καταιγιστικές ήδη από τον Αύγουστο του 1947, καθώς τον κύριο ρόλο διαδραμάτιζε πια η ανοιχτή αμερικανική παρέμβαση. Η αμερικανική πλευρά πίεζε προς το σχηματισμό κυβέρνησης Φιλελευθέρων-Λαϊκών, γεγονός που κατέστη δυνατό στις αρχές Σεπτεμβρίου με την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Θεμιστοκλή Σοφούλη. Η διεύρυνση της κυβέρνησης προς το χώρο του «Κέντρου» αποτελούσε σταθερή συνισταμένη των αμερικανικών πιέσεων, που αποσκοπούσαν στον περιορισμό του παρακράτους και την αποτελεσματικότερη διαχείριση της οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας με τρόπο που θα περιόριζε την κοινωνική πόλωση και την ουσιαστική δημιουργία δύο χωριστών επικρατειών: του «κράτους των Αθηνών» και του «κράτους της υπαίθρου». Ο ηγέτης του Κόμματος των Φιλελευθέρων σε αυτή τη δεύτερη κυβερνητική του θητεία παρουσιάσθηκε αρχικά διαλλακτικός προς τους αντάρτες, καλώντας τους να καταθέσουν τα όπλα και να τύχουν αμνηστίας.
Η πρόταση αυτή δεν είχε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και ελάχιστοι αντάρτες ανταποκρίθηκαν. Εξάλλου προ πολλού το εμφύλιο σχίσμα είχε διαπεράσει το σύνολο του κοινωνικού σώματος. Ετσι Π.χ. τα «εξάχρονα» του ΕΑΜ δεν επρόκειτο να εορταστούν. Σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελευθερία» ανευρίσκεται η εξής είδηση: «Προχθές την πρωίαν κομμουνισταί επεχείρησαν να αναρτήσουν φωτεινήν επιγραφήν εις τον λόφον του Αστεροσκοπείου. Γενόμενοι όμως αντιληπτοί υπό αστυνομικής περιπόλου κατεδιώχθησαν εξαφανισθέντες».
Το κυρίαρχο αφήγημα από πλευράς της «εθνικόφρονος παρατάξεως» είχε ήδη συγκροτηθεί. Στο πλαίσιο αυτό η απόκρυψη όπλων του ΕΛ.ΑΣ., η αναχώρηση για τις «λαϊκές δημοκρατίες» στο Βορρά χιλιάδων στελεχών του κόμματος και ο στρατωνισμός τους στο Μπούλκες, οι απειλές της κομματικής ηγεσίας, αποτελούσαν το προοίμιο της τελευταίας και πιο αιματηρής απόπειρας κατά του κράτους και των νόμιμων θεσμών του. Ο εμφύλιος πόλεμος, που σταδιακά από το 1946 άρχισε να επεκτείνεται στην ελληνική ύπαιθρο, ήταν το τελικό στάδιο αυτής της διαδικασίας. Στην πραγματικότητα, o «τρίτος γύρος» - ο «συμμοριτοπόλεμος» στόχευε, σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή, ταυτοχρόνως σε δύο αλληλοσυμπληρούμενους σκοπούς: στην μπολσεβικοποίηση (δηλαδή την ένταξη στο στρατόπεδο των κομμουνιστικών καθεστώτων που είχαν προκύψει μεταπολεμικά στα Βαλκάνια) και στην εθνική μειοδοσία (με την παραχώρηση της Βορείου Ελλάδας σε προαιώνιους «εχθρούς της φυλής» όπως οι Σλάβοι). Ο κίνδυνος ήταν άμεσος και έπρεπε να αντιμετωπισθεί με «Πανστρατιά του έθνους». Αυτή τη φορά το διακύβευμα δεν ήταν μόνο πολιτική διαπάλη στο πλαίσιο του έθνους αλλά κάτι διαφορετικό. Επρόκειτο για την αντίθεση προς τις δυνάμεις του «ολοκληρωτισμού αλλά και της εθνικής προδοσίας» που ενσάρκωνε το αντάρτικο της Αριστεράς. Από μια πλευρά η Ελλάδα συγκροτούσε την εμπροσθοφυλακή και το προγεφύρωμα συνολικά του ελεύθερου κόσμου απέναντι στο Σιδηρούν Παραπέτασμα που είχε δημιουργήσει n Σοβιετική Ενωση και οι δορυφόροι της. Από την άλλη πλευρά, οι ένοπλοι είχαν θέσει εαυτόν εκτός της εθνικής κοινότητας, δεν αποτελούσαν τμήμα του έθνους, ήταν «εαμοβούλγαροι». Αυτό ήταν, σε γενικές γραμμές, το κύριο αφήγημα της κυβερνητικής πλευράς, το οποίο σε γενικές γραμμές διατηρήθηκε σε ισχύ τουλάχιστον μέχρι τη Μεταπολίτευση.
Το φθινόπωρο του 1947 υπήρξε λοιπόν κομβικό ως προς το μετασχηματισμό της σύγκρουσης σε ολοκληρωτικό πόλεμο στο στρατιωτικό επίπεδο. Η μεγάλη σύσκεψη των επιτελών του Εθνικού Στρατού στον Βόλο (με τη συμμετοχή και της πολιτικής ηγεσίας) έθετε τα νέα δεδομένα ως προς τον αναπροσανατολισμό των επερχόμενων επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με την εξαγωγή συμπερασμάτων από την προηγηθείσα επιχείρηση Terminus. Οι Αμερικανοί είχαν βέβαια αντιληφθεί πως έπρεπε να αποστερήσουν τον ΔΣΕ από το κοινωνικό και οικονομικό προστατευτικό κέλυφός του-τον πληθυσμό δηλαδή των ορεινών περιοχών. Επρόκειτο για μια πρακτική που θα γενικευόταν το επόμενο διάστημα, και το τελικό αποτέλεσμα της οποίας ήταν η μετακίνηση εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων των ορεινών περιοχών στις πόλεις. Το κράτος επενέβαινε δηλαδή με ριζικό τρόπο στο κοινωνικό πεδίο.
| Στρατιώτης της Μεραρχίας του Εθνικού Στρατού στη Δυτική Μακεδονία το 1948 (Αρχείο Β. Τζούκα). |
Το σχέδιο «Λίμνες»
Από την άλλη πλευρά, ο προσανατολισμός προς την ανοιχτή σύγκρουση επέβαλε την επεξεργασία σχεδίων που να δείχνουν το στρατηγικό στόχο. Το σχέδιο «Λίμνες», που εγκρίθηκε από την 3η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ τον Σεπτέμβριο του 1947, συνιστούσε μια φιλόδοξη σύνθεση επί χάρτου, που έθετε ως αντικειμενικό σκοπό του ΔΣΕ την κατάληψη ουσιαστικά του μεγαλύτερου μέρους της Βόρειας Ελλάδας. Η όλη σύλληψη προέκτεινε τις οδηγίες που αναφέρθηκαν προηγουμένως και οι οποίες είχαν δοθεί σε προγενέστερη περίοδο από τον Νίκο Ζαχαριάδη και τον Γ. Ιωαννίδη στον Μάρκο Βαφειάδη (Απρίλιος 1947). Πρωτεύουσα της «απελευθερωμένης» περιοχής θα ήταν η Θεσσαλονίκη. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός o στόχος κρινόταν απαραίτητος ο μετασχηματισμός του ΔΣΕ σε τακτικό στρατό δυνάμεως 50.000 - 60.000 μαχητών. Αναγκαίες προϋποθέσεις για την επιτυχία του σκοπού κρίνονταν η αντιμετώπιση του ζητήματος των εφεδρειών και η εκμετάλλευση των μέχρι τότε επιτυχιών του ΔΣΕ στην ορεινή ενδοχώρα αλλά και η συνδρομή των ανατολικών χωρών και της ΕΣΣΔ.
Επρόκειτο περισσότερο για μια γενική σύλληψη, που έθετε τις βασικές προτεραιότητες της ακολουθητέας πολιτικής, χωρίς όμως να εξειδικεύονται οι τρόποι εφαρμογής της. Το όλο σχέδιο οπωσδήποτε ήταν φιλόδοξο και προϋπέθετε επιτυχείς χειρισμούς Τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, τέτοιους που να εξουδετερώνουν τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της αντίπαλης πλευράς, που άρχισαν να γίνονται περισσότερα αισθητά μετά την αμερικανική παρέμβαση. Σηματοδοτούσε επιπλέον και την απόλυτη ρήξη με το καθεστώς της πολιτικής νομιμότητας, εξέλιξη ουσιαστικά προδιαγεγραμμένη μετά τις εξελίξεις της προηγούμενης περιόδου. Το όλο βάρος της προσπάθειας του ΚΚΕ θα έπεφτε πλέον στον ένοπλο αγώνα, με την απόφαση «να μεταφερθεί αποφασιστικά το κέντρο του βάρους όλης της κομματικής δουλειάς στον πολεμικο-επιχειρησιακό τομέα, για να ανυψώσει τον Δημοκρατικό Στρατό σε εκείνη τη δύναμη, που στο συντομότερο δυνατό διάστημα θα οδηγήσει στη δημιουργία της ελεύθερης Ελλάδας, βασικά σε όλες τις βόρειες περιοχές της χώρας».
Την ίδια περίοδο ο ΔΣΕ αναπροσανατόλισε την κύρια δράση του στην Ήπειρο, περιοχή που όπως προαναφέρθηκε θεωρούνταν σχετικά ασφαλής λόγω της προγενέστερης παρουσίας του ΕΔΕΣ. Πρώτος σταθμός στην εξέλιξη αυτή ήταν η μάχη του Μετσόβου, κατά την οποία τμήματα της πόλης καταλήφθηκαν για λίγες ημέρες. Ταυτοχρόνως, ο προσωρινός έλεγχος από τον ΔΣΕ της ορεινής περιοχής πέριξ της κωμόπολης επέτρεψε την ασφαλή διέλευση προς βορρά αμάχων που συνόδευαν τους αντάρτες και ευνόησε την αποκατάσταση της επαφής ανάμεσα στα αντάρτικα τμήματα που δρούσαν κατά μήκος της Πίνδου. Η κινητοποίηση δυνάμεων του Εθνικού Στρατού απέτρεψε την οριστική κατάληψη του Μετσόβου, όμως η προειδοποίηση ήταν πλέον σαφής.
Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, 1946-1949 ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ