Σάββατο, Δεκεμβρίου 11, 2021

Αίαντας ο Τελαμώνιος

Π
Παράσταση από μελανόμορφο αμφορέα
(περίπου 530 π.Χ) του αγγειογράφου Εξηκίου,
στην οποία εικονίζονται ο Αίας ο Τελαμώνιος 
και ο Αχιλλεύς να παίζουν πεσσούς 
(Γρηγοριανό Ετρουσκικό Μουσείο, Βατικανό)



Ο Τελαμώνιος ή Μέγας, που τον θεωρούσαν σπουδαιότερο από τον ομώνυμό του, Λοκρό. Γιος του Αιακίδου Τελαμώνος, βασιλιά της Σαλαμίνας και της Ερίβοιας (ή Περίβοιας, Μελίβοιας ή Φερίβοιας), κόρης του βασιλιά των Μεγάρων Αλκαθόου και εγγονής του Πέλοπος. Με άλλα λόγια, o Αίας είχε θεϊκή καταγωγή και από την πατρική και από τη μητρική πλευρά. Αδελφός του Αίαντος ήταν ο Τεύκρος, από άλλη όμως μητέρα, την Ησιόνη, αδελφή του Πριάμου. Όταν γεννήθηκε ο Αίας, ο Ζευς έστειλε έναν αετό στη Σαλαμίνα και ο Ηρακλής σκέπασε το βρέφος με δέρμα λιονταριού, πράγμα που έκανε τον Αίαντα άτρωτο, όπως ο Αχιλλεύς, εκτός από ένα μέρος του σώματος κοντά στη μασχάλη, που δεν το είχε καλύψει η λεοντή. Με τον Αχιλλέα, ο Αίας παρουσιάζει, στην Ιλιάδα, πολλά κοινά χαρακτηριστικά, παρόλο που ο Όμηρος αγνοεί πως ο Αίας ήταν Αιακίδης και συνεπώς στενός συγγενής (ξάδελφος) του Αχιλλέως. 

Ο Αίας έφτασε στην Τροία με 12 πλοία, επικεφαλής Σαλαμινίων και Μεγαρέων. Όταν ο Πρίαμος ρώτησε την Ελένη: «Ποιος είναι ο γιγαντόσωμος αυτός άνδρας που ξεχωρίζει με το κορμί και το κεφάλι από τους άλλους Αργείους;», εκείνη του απάντησε: «Είναι ο πελώριος Αίας, ο φράχτης των Αχαιών». Ο ίδιος ο Έκτορας του λέει αργότερα: «Σου 'δωσε ο θεός ανάστημα και δύναμη και γνώση και είσαι και στην πολεμική τέχνη ο ανώτερος ανάμεσα στους Αχαιούς». Οι δύο Αίαντες αναχαιτίζουν τους Τρώες όταν πάνε να κάψουν τα πλοία των Αχαιών, αυτός σώζει το πτώμα του Πατρόκλου, σκεπάζοντάς το με την πλατιά του ασπίδα, και αργότερα και το πτώμα του Αχιλλέως. Η μονομαχία του με τον Έκτορα τελειώνει με ανταλλαγή δώρων -ζωστήρα από τον Αίαντα και ξίφος από Τον Έκτορα. Όταν όμως έρχεται η στιγμή να δοθεί η πανοπλία του Αχιλλέως στον γενναιότερο μαχητή και εκείνον που συνέβαλε στη διάσωση του πτώματός του, παρουσιάτηκαν δύο υποψήφιοι, ο Αίας και ο Οδυσσεύς. Ο Νέστωρ, προβλέποντας τη συμφορά, συμβούλεψε τον Αγαμέμνονα να σταλούν κατάσκοποι κάτω από τα τείχη της Τροίας για να ακούσουν την αβίαστη γνώμη των Τρώων για τους δύο ήρωες. Οι κατάσκοποι άκουσαν μια ομάδα κοριτσιών που συζητούσαν και όταν μία από αυτές επαίνεσε τον Αίαντα για τη μεταφορά του σώματος του Αχιλλέως κάτω από βροχή εχθρικών βελών, μία άλλη -κατά υποκίνηση της Αθηνάς- απάντησε: «Ανοησίες! Ακόμη και μια δούλη μπορεί να το κάνει αυτό, όταν κάποιος τοποθετήσει ένα πτώμα στους ώμους της. Βάλ' της όμως όπλα στα χέρια και θα φοβηθεί να τα χρησιμοποιήσει. Ο Οδυσσεύς, και όχι ο Αίας, έφερε το βάρος της επίθεσής μας». Έτσι, ο Αγαμέμνων έδωσε τα όπλα στον Οδυσσέα. Φυσικά, αυτός και ο Μενέλαος δεν θα τολμούσαν ποτέ να προσβάλουν τον Αίαντα αν ζούσε ο ξάδελφός του. Όλη η φιλονικία, πάντως, είχε προκληθεί από τον Δία. 

Το χτύπημα για τον Αίαντα ήταν τρομερό. Αποσύρθηκε στη σκηνή του και αποφάσισε να εκδικηθεί τους Ατρείδες και τον Οδυσσέα. Τη νύχτα, πήρε το ξίφος που του είχε χαρίσει ο Έκτωρ και βγήκε από τη σκηνή του για να σκοτώσει τους αρχηγούς των Αχαιών. Η προστάτις τους όμως, Αθηνά, σκότισε τόσο πολύ το μυαλό του, ώστε, μέσα στη μανία του, ρίχτηκε καγχάζοντας (βλέπε: αιάντειος γέλως) εναντίον των κοπαδιών του στρατοπέδου, νομίζοντας πως χτυπούσε τους εχθρούς του. Όταν είδε πως είχε σκοτώσει αθώα πρόβατα και είχε γίνει ο περίγελως του στρατοπέδου, αποχαιρέτησε την Τέκμησσα, τη γυναίκα του, και το γιο του, Ευρυσάκη, και αυτοκτόνησε μπήγοντας στο χώμα το σπαθί του Έκτορος και πέφτοντας επάνω του, στο σημείο κοντά στη μασχάλη, όπου ξέρει πως είναι τρωτός. Ο στρατός θρηνεί και ο Τεύκρος, ο ετεροθαλής αδελφός του, θέλει να τον ακολουθήσει στον Άδη, τον αναχαιτίζουν όμως οι άνδρες του. Οι Ατρείδες θέλουν να εμποδίσουν την ταφή του Αίαντος, αλλά με την επέμβαση του Οδυσσέως η τελετή της καύσης γίνεται με μεγαλοπρέπεια. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Αίας κάηκε σε ειδικό φέρετρο, στο ακρωτήριο Ροίτιο. Μερικοί υποστηρίζουν πως αιτία της φιλονικίας Αίαντος και Οδυσσέως ήταν η κατοχή του Παλλαδίου και έγινε μετά την πτώση της Τροίας. Άλλοι αρνούνται πως ο Αίας αυτοκτόνησε και λένε πως οι Τρώες τον σκότωσαν με κομμάτια πηλού, αφού ήταν άτρωτος από τα βέλη. 

Όταν αργότερα ο Οδυσσεύς επισκέφθηκε τον Ασφοδελό Λειμώνα, ο Αίας ήταν το μόνο φάσμα που στεκόταν μακριά του, απορρίπτοντας τις δικαιολογίες του πως ο Ζευς ήταν υπεύθυνος για την άτυχη ιστορία. Ο Οδυσσεύς είχε στο μεταξύ χαρίσει τα όπλα του Αχιλλέως στο γιο του, Νεοπτόλεμο, άλλοι όμως ισχυρίστηκαν πως τα έχασε σε ναυάγιο επιστρέφοντας στην πατρίδα του, και τα κύματα με τη συνεργασία της Θέτιδος, τα έβγαλαν πλάι στον τάφο του Αίαντος, στο Ροίτιο. Επί Αδριανού, η τρικυμία άνοιξε τον τάφο του και τα κόκαλα αποδείχτηκε πως είχαν τεράστιο μέγεθος. Ο αυτοκράτορας διέταξε να τα ξαναθάψουν. Οι Σαλαμίνιοι ισχυρίζονται πως ένα καινούργιο λουλούδι εμφανίστηκε στο νησί τους όταν πέθανε ο Αίας: Γεννήθηκε από το αίμα του, που χύθηκε. Στην αγορά της Σαλαμίνας υπήρχε ένας ναός του Αίαντος και όχι μακριά από το λιμάνι έδειχναν μια προεξοχή απ' όπου ο Τελαμών κοιτούσε το πλοίο που μετέφερε τους γιους του στην Αυλίδα. 

Ο Τεύκρος γύρισε στη Σαλαμίνα, αλλά ο Τελαμών τον κατηγόρησε για αδελφοκτονία εξ αμελείας, επειδή δεν είχε υποστηρίξει το αίτημα του Αίαντος για τα επίμαχα όπλα. Ο Τεύκρος έχτισε κοντά στο Ροίτιο ναό του Αίαντος και οι ιερείς του ονομάζονταν Αίαντες ή Τεύκροι. Το άγαλμα που στήθηκε στο ναό στάλθηκε από τον Αντώνιο στην Κλεοπάτρα, ο Στράβων όμως λέει πως ο Αύγουστος το γύρισε πίσω. 

Η Σαλαμίνα τιμούσε πάντα τον Αίαντα ως επιχώριο ήρωα, γιόρταζε σε ανάμνησή του τα Αιάντεια και του κατασκεύασε ιδιαίτερο ναό, το Αιάντειο, όπου υπήρχε εβένινος ανδριάντας του. 

Και στην Αττική τιμούσαν τον Αίαντα, ιδιαίτερα στην Αθήνα, όπου ο ανδριάντας του, ως επωνύμου ήρωα, στήθηκε μπροστά στο βουλευτήριο. Του είχαν επίσης αφιερώσει την πρώτη μέρα της νέας σελήνης και το δεύτερο ποτήρι των συμποσίων. Μετά τη νίκη της Σαλαμίνας, αφιέρωσαν στον Αίαντα τριήρη φοινικική. Την κυριαρχία της Σαλαμίνας παρέδωσε στους Αθηναίους ο Φιλαίος, γιος του Ευρυσάκη. Ο Σωκράτης, πριν από το θάνατό του, είπε πως θα συναντηθεί στον Άδη με τον Αίαντα, γιατί και των δύο o θάνατος οφείλεται σε άδικη κρίση. Ο Αισχύλος έγραψε για τον Αίαντα τριλογία (Όπλων κρισις, θρήσσαι και Σαλαμίνιαι), που δεν διασώθηκε παρά πολύ αποσπασματικά. Από την τριλογία του Σοφοκλέους διασώθηκε ο Αίας Μαινόμενος, ενώ ο Τεύκρος και ο Ευρυσάκης χάθηκαν. Αργότερα ασχολήθηκαν με τον Αίαντα ο Αστυδάμας ο Νεότερος, ο Καρκίνος, ο Θεοδέκτης και πολλοί Ρωμαίοι τραγικοί, ενώ ο Βιργίλιος, ο Οβίδιος, ο Οράτιος και ο Ιουβενάλης χρησιμοποίησαν τον μυθικό ήρωα ως θέμα των ποιητικών δημιουργιών τους. 


Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδ. ΔΟΜΗ τ.23