Η νόμιμη σύζυγος εγκαθίστατο στο σπίτι μετά από μια ανταλλαγή δώρων και μια συνθήκη με πλούσιο τελετουργικό χαρακτήρα. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Ένας άντρας παντρεύεται περίπου στην ηλικία των 30, ενώ μια κοπέλα είναι έτοιμη για γάμο από τα 16 της χρόνια. Όταν ο πατέρας αποφασίσει ότι η κόρη του είναι σε ηλικία γάμου, το ανακοινώνει και καλεί όλους εκείνους που νομίζουν ότι έχουν τα κατάλληλα εφόδια για τον γάμο. Οι μνηστήρες φιλοξενούνται από τον πατέρα της νύφης ο οποίος τους παρέχει κατάλυμα και τους κάνει το τραπέζι. Οι μνηστήρες από την άλλη, φέρνουν δώρα ανάλογα με την κοινωνική θέση της κοπέλας (Οδύσσεια σ. 276-79 «οι τ' αγαθήν τε γυναίκα και αφνειοίο θύγατρα μνηστεύειν εθέλωσι και αλλήλοις ερίσωσιν, αυτοί τοι γ' απάγουσι βίας και ίφια μήλα, κούρης δαύτα φίλοισι, και αγλαά δώρο διδούσιν: αλλ' ούκ αλλότριον βίοτον νήποινων έδουσιν ): υφάσματα και πλούσια ενδύματα, πέπλα και κοσμήματα. Αυτές οι ενέργειες δεν είναι μόνο χειρονομίες φιλοφρόνησης της κόρης αλλά και μια μορφή αληθινού συναγωνισμού, αφού οι μνηστήρες καλούνται να επιδείξουν την αξία τους μέσα από τον χορό, το τραγούδι, τα αθλήματα ή ακόμα και μέσα από έναν αγώνα με τους υπόλοιπους μνηστήρες. Η επιλογή του μέλλοντα συζύγου ανήκει στον πατέρα της κόρης και ο μέλλων γαμπρός προσφέρει δώρα στον πεθερό του. O πεθερός ανταποδίδει με τα «μείλια», την προίκα της κόρης, η οποία σε περίπτωση διωγμού θα πρέπει να επιστραφεί.
H τελετή του γάμου περιλάμβανε στην ουσία τη μεταφορά της νύφης στο αρχοντικό του συζύγου της, αφού ολοκληρωθεί η ειλαπίνη, μεγαλοπρεπές συμπόσιο που παραθέτει ο πατέρας της νύφης την παραμονή της μεταφοράς. H μεταφορά γινόταν το βράδυ και η κόρη με τη συνοδεία λαμπαδηφόρων έμπαινε για πρώτη φορά στο αρχοντικό ως η πλέον νόμιμη σύζυγος. Ο γάμος όμως ολοκληρώνονταν τη πρώτη νύχτα, κατά την οποία ο σύζυγος ναι μεν έπρεπε να παραβιάσει την παρθενία της κόρης, αλλά την ίδια στιγμή έπρεπε να σκεφτεί τρόπους και τελετουργικά τεχνάσματα ώστε να εξευμενίσει τα ζηλότυπα πνεύματα που παραμόνευαν για να εκδικηθούν τον παραβάτη. Αντιλαμβάνεται, λοιπόν. κανείς πως για τον σύζυγο η ολοκλήρωση αυτή τουλάχιστον θεωρητικά, δεν ήταν τελείως ακίνδυνη υπόθεση.
Το πρώτο και κύριο μέλημα της συζύγου ήταν η γέννηση παιδιού και μάλιστα αγοριού. Και αυτό το γεγονός συνοδεύεται από πλήθος τελετουργιών, που σκοπό έχουν την ενσωμάτωση του νέου μέλας στην οικογένεια. Αμέσως μετά τη γέννησή του, το μωρό πλένεται, τυλίγεται με καινούργιο ρούχο άσπρου χρώματος και το τοποθετούν στην κούνια του που μοιάζει με κόσκινο, όπως κάνουν με το φρεσκομαζεμένο σιτάρι. Έπειτα παρουσιάζουν το παιδί στον σύζυγο, ο οποίος είχε δικαίωμα σε περίπτωση αναπηρίας να το αφήσει εκτεθειμένο στην ύπαιθρο και αφιερωμένο στους θεούς. Το παιδί, όμως που θα το αποδεχόταν ο πατέρας του ενσωματωνόταν στην οικογένεια και φυσικά στην πόλη μόνο έπειτα από κάποιες τελετουργίες που ολοκληρώνονταν με την ονομασία του παιδιού τη 10η μέρα έπειτα από μεγάλες προσφορές δώρων για το νεογέννητο.
Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, Εκδ. ΔΟΜΗ , τ,2