Στην Αθήνα έμενε στην οδό Σόλωνος 108 και εργάστηκε επί ένα μικρό χρονικό διάστημα ως ανταποκριτής ξένων εφημερίδων Περιπετειώδης Τύπος, του άρεσε να έχει σχέσεις με γυναίκες του ελαφρού κόσμου και των dancing-cafe. Τελικά παντρεύτηκε την ηθοποιό Αγγελική Κοτσάλη.
Από πολύ νωρίς ήλθε σε επαφή με τη γερμανική κατασκοπεία και εκδηλώθηκε καθ' υπόδειξη ως αγγλόφιλος. Αμέσως μετά όμως, με την είσοδο των Γερμανών, έδειξε την πραγματική του ιδιότητα. Μεταξύ του 1941 και του 1942 υπηρετούσε στη Γερμανική Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία (GFP) και διετέλεσε ένας από τους πιο ικανούς συνεργάτες του υπολοχαγού Σμιτ, προϊστάμενος της υπηρεσίας GFP στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου.
Αποστολή του Τσίμπα ήταν η ανακάλυψη όσο το δυνατόν περισσοτέρων Άγγλων πρακτόρων ή αξιωματικών που είχαν παραμείνει στην Ελλάδα και η παράδοσή τους στις γερμανικές αρχές. Ηταν τόσο πανούργος ώστε είχε φθάσει στο σημείο να ναυλώσει ιστιοφόρα και άλλα πλεούμενα για τη δήθεν μεταφορά των Ελλήνων και των Αγγλων ποι) ήθελαν να φυγαδευθούν στη Μέση Ανατολή.
Μεταξύ των ετών 1943 και 1944 0 Τσίμπας εκπαιδεύτηκε μαζί με δέκα άλλους Ελληνες πράκτορες από μια Ειδική Γερμανική Υπηρεσία στη ρωσική γλώσσα και σε τακτικές ανορθοδόξου πολέμου, με σκοπό να αποσταλεί στο Ανατολικό Μέτωπο. Εξαιτίας των ραγδαίων εξελίξεων όμως η αποστολή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και ο Τσίμπας μαζί με τη γυναίκα του Αγγελική αναχώρησαν για τη Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1944
Ο Τσίμπας εγκαταστάθηκε στη Βαϊμάρη, ενώ η σύζυγός του μετέβη στο Βερολίνο, όπου ανέλαβε υπηρεσία στην ελληνόφωνη εκπομπή του Κυριάκη στο γερμανικό ραδιόφωνο.
Τον Απρίλιο του 1945 ο Τσίμπας συνελήφθη από τα αμερικανικά στρατεύματα λίγο έξω από το Βισμπάντεν. Τη στιγμή της σύλληψής του έφερε πάνω του το ποσόν των 145.000 δολαρίων, όπως ο ίδιος κατέθεσε αργότερα στον ανακριτή. Τα χρήματα αυτά κατασχέθηκαν από τις αμερικανικές Αρχές Κατοχής.
Αφού παρέμεινε επί έναν περίπου χρόνο στις αμερικανικές στρατιωτικές φυλακές μεταφέρθηκε στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 1946 και παραδόθηκε στην ελληνική δικαιοσύνη. Καταδικάσθηκε τρεις φορές σε θάνατο, αλλά δεν εκτελέσθηκε. Κλείστηκε στις φυλακές της Καλλιθέας μαζί με τους άλλους -ομοϊδεάτες" του και απελευθερώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '50. Μέχρι την τελευταία στιγμή παρέμεινε πιστός στις ιδέες του, αφού θεωρούσε πως -το συμφέρον της Ελλάδος ήταν να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας στον πόλεμο" (από επιστολή που έστειλε το 1947 στον Πρόεδρο της Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Πολίτου, κ. Νινατσιό).
O μακρύς κατάλογος των Ελλήνων που υπηρέτησαν με φανατισμό και συχνά με δουλικότητα τη γερμανική Νέα τάξη δεν έχει τέλος. Εκτός από τους δύο γνωστούς δοσίλογους (Ν. Έξαρχο και Γ. Πούλο) που εκτελέσθηκαν μετά τον πόλεμο, οι υπόλοιποι -μικρά και μεγάλα -ψάρια"- πλήρωσαν το τίμημα της ιδεολογίας και της δράσης τους με μερικά χρόνια φυλακή. Κάποιοι άλλοι φρόντισαν έγκαιρα να αλλάξουν στρατόπεδο υπηρετώντας εξίσου πιστά τη μεταπολεμική Τάξη πραγμάτων. Η ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους ήταν η απαλλαγή από την κατηγορία της συνεργασίας με τον κατακτητή και η επανένταξή τους στη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία, πολλές φορές με το φωτοστέφανο του "αντιστασιακού" και τις ανάλογες ευεργετικές συνέπειες.
Πηγή κειμένου: Ιάκωβος Περ. Χονδροματίδης - "Η ΜΑΥΡΗ ΣΚΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ"