Τρίτη, Νοεμβρίου 16, 2021

Ο μαύρος χειμώνας 1941-1942

Αποστεωμένα από την πείνα
 Ελληνόπουλα 
κατά τη διάρκεια της Κατοχής. 
Η αρπακτικότητα των κατακτητών 
επέφερε ραγδαίο υποσιτισμό 
ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων
και ανθρωπιστική τραγωδία. 
Την κατάσταση επιδείνωσε ο
ναυτικός αποκλεισμός της Ελλάδας 
που επέβαλε για στρατιωτικούς 
λόγους η Βρετανία 



Στα τέλη του 1941 η ώρα της Αντίστασης δεν είχε ακόμα σημάνει. Βρισκόμασταν ακόμα στην κορύφωση της τραγωδίας. Τον Δεκέμβριο του 1941, καθώς το κρύο προστέθηκε στις ελλείψεις, η πείνα πήρε καταστροφικές διαστάσεις. O υποσιτισμός είχε απλωθεί ήδη σε όλα τα σημεία της χώρας, στα μη αγροτικά και παραγωγικά μέρη τουλάχιστον. Τα ορεινά χωριά υπέφεραν χωρίς όμως να φθάσουν σε ακραία σημεία. Το θανατικό πήρε μεγάλες διαστάσεις στα απομονωμένα νησιά του Αιγαίου και στις μεγάλες πόλεις, ιδιαίτερα στην Αθήνα και στον Πειραιά. Αναλογικά, τον μεγαλύτερο φόρο στην πείνα και στον θάνατο πλήρωσε η Ερμούπολη της Σύρου, υπερβολικά μεγάλη πόλη σε μικρό νησί Οι θάνατοι εκεί υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με τα προπολεμικά χρόνια, χτυπώντας σκληρά τους φτωχούς, τους μισθωτούς, τους μεροκαματιάρηδες καθώς και τους φθισικούς, τα παιδιά και τους ηλικιωμένους. H αντιμετώπιση της φυματίωσης ήθελε «ζωμόν κότας» τρεις ή τέσσερις φορές την εβδομάδα. Οι κότες όμως είχαν φαγωθεί πριν από πολύ καιρό.

Στην Αθήνα, ο φωτογραφικός φακός διέσωσε τις εικόνες της φρίκης έως σήμερα. H πρωτεύουσα δεν είχε ακόμα συνέλθει από την κοσμογονία της εγκατάστασης των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής και πολλοί από τους κατοίκους της ζούσαν ακόμα στα τελευταία σκαλοπάτια της φτώχειας, σε ανθυγιεινές παράγκες ή δωμάτια με αυλές, σε συνοικίες χωρίς αποχέτευση και τρεχούμενο νερό. Για τους στερημένους αυτούς η επισιτιστική κρίση σήμαινε συχνά τον θάνατο. Μαζί τους και οι αποκομμένοι φαντάροι, οι πρόσφυγες, οι απόκληροι, οι άρρωστοι της φυματίωσης και της ελονοσίας, οι έγκλειστοι στα ιδρύματα Από αυτές τις κατηγορίες ανθρώπων ο θάνατος πήρε τη μερίδα του λέοντος. Στο Κολωνάκι, στις μεσοαστικές συνοικίες του κέντρου τα πράγματα δεν ήταν τόσο δραματικά Πάντα υπήρχε κάτι να πουληθεί, χρυσός συνάλλαγμα, χρήμα, είδη πολυτελείας στην άκρη. Όποιος είχε κάτι να δώσει έβρισκε με βεβαιότητα τα απαραίτητα, έως και σπάνια είδη γαστρονομικής πολυτέλειας, αν το επιθυμούσε. Στη μεγάλη αλάνα του Πολυγώνου, στην εκτός ελέγχου επικράτεια της μαύρης αγοράς, κλείνονταν συμφωνίες για επιβίωση αλλά και συμφωνίες για καλοπέραση. Ο θάνατος τον τραγικό αυτό χειμώνα ήταν ταξικός όπως και η προηγούμενη ζωή των ανθρώπων. Το πόσοι πέθαναν υπολογίστηκε με αναγωγές, προσθέτοντας συχνά αυτούς που δεν γεννήθηκαν, για να μεγαλώσουν οι αριθμοί. Το BBC έκανε λόγο για 500.000 νεκρούς, οι επίσημες ελληνικές υπηρεσίες για 300.000. Οι σύγχρονοι ερευνητές προσδιορίζουν σε περίπου 40.000 τους άμεσα οφειλόμενους στην πείνα θανάτους. Περισσότερο από τους αριθμούς σημασία είχε η ανισότητα. Για πολλές ομάδες και κατηγορίες του πληθυσμού της Αθήνας ο θάνατος κτυπούσε μέσα στη μοναξιά, την απομόνωση και την εγκατάλειψη ακόμα και από τους συγγενείς. O ιταλικός στρατός και η αστυνομία μάζευαν από τους δρόμους πτώματα που ανήκαν σε «αζήτητους» κατά την επίσημη ορολογία και από τα πτώματα που ανήκαν σε «απόρους». Αυτές οι δυο κατηγορίες αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία των θυμάτων. Στη κατάσταση που η Κατοχή δημιούργησε, δεν πέθαιναν όλοι οι Έλληνες το ίδιο. Οι φτωχοί και απόκληροι πλήρωναν δυσανάλογα πολύ. Όπως ήταν φυσικό, το κενό που δημιουργήθηκε ανάμεσα στη φτώχια και τον πλούτο, γέμισε με μίσος που θα εκδηλωνόταν εκρηκτικά λίγο αργότερα. 

Αθήνα 1941-1942. Η πείνα θερίζει. 
Τα κάρα έχουν επιταχθεί για τη
μεταφορά πτωμάτων σε ομαδικούς τάφους
 

Οι περισσότεροι Αθηναίοι πείνασαν αλλά έζησαν, προκαλώντας την απορία των αρμόδιων κρατικών παραγόντων Ελλήνων και ξένων Με 300 ή 500 θερμίδες ανά άτομο την ημέρα, θεωρητικά θα έπρεπε να μη μείνει κανένας ζωντανός. Η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη, οι οργανωτικοί μηχανισμοί που φτιάχτηκαν το φθινόπωρο, βοήθησαν στην εξοικονόμηση του ελάχιστου. Στη μαύρη αγορά δύο προϊόντα σε σχετική αφθονία έκαναν τη διαφορά ανάμεσα στις στατιστικές των γραφειοκρατών και την πραγματικότητα. Το πρώτο ήταν η σταφίδα, βάση για κάθε είδους αυτοσχέδια παρασκευάσματα που πουλούσαν σμήνη μικροπωλητών στους δρόμους της πόλης. Αυτά αποτελούσαν τη βάση του τραπεζιού της οικογένειας ή της παρέας στις λαϊκές συνοικίες. Απαραίτητο συμπλήρωμα ήταν το κρασί. Το τελευταίο, η θρυλική ρετσίνα κυρίως, κρατούσε με τις θερμίδες του τους Αθηναίους όρθιους. Ίσως ποτέ πριν αυτή η πόλη δεν είχε καταναλώσει τόσο κρασί και σίγουρα ποτέ πριν το κρασί δεν είχε κάνει τόσο καλό στην υγεία. Σε κάθε περίπτωση o Βάκχος και τα ευλογημένα του προϊόντα αξίζουν τιμητική θέση σε κάθε μνημείο υπενθύμισης των φοβερών εκείνων ημερών. 


Πηγή κειμένου: Εκδ. ΔΟΜΗ, τ. 16