Παρασκευή, Δεκεμβρίου 03, 2021

Αιακός

Γιος του Διός και της Αιγίνας, πρώτος βασιλιάς της νήσου Αίγινας, ονομαστός για τη σοφία, την ευλάβεια και τη δικαιοσύνη του. Η Αίγινα ήταν μία από τις θελκτικότερες κόρες του ποτάμιου θεού Ασωπού, γιου του Ωκεανού και της Τέθυδος (ή του Ποσειδώνος και της Πηρούς, ή του Διός και της Ευρυνόμης), Ο Ασωπός είχε από τη Μετώπη, κόρη του ποταμού Λάδωνα, δύο γιους και 12 ή 20 κόρες, που τις είχαν απαγάγει ο Ζευς, ο Ποσειδών ή ο Απόλλων. Όταν η νεότερη, η Αίγινα, δίδυμη αδελφή της Θήβης, που ήταν ένα από τα θύματα του Δία, εξαφανίστηκε και εκείνη, ο Ασωπός άρχισε να ψάχνει να τη βρει. Στην Κόρινθο έμαθε πως ο Ζευς ήταν και πάλι ο ένοχος και τον βρήκε να έχει την Αίγινα αγκαλιασμένη σε ένα δάσος. 0 Ζευς, που ήταν άοπλος, έφυγε μέσα από τους θάμνους και μεταμορφώθηκε σε ένα βράχο ώσπου να φύγει ο Ασωπός. Όταν γύρισε στον Όλυμπο, τον χτύπησε με τους κεραυνούς του, και οι αρχαίοι έλεγαν πως o ποταμός εξακολουθούσε να πηγαίνει αργά από τις πληγές που δέχτηκε. Ο Ζευς οδήγησε τότε κρυφά την Αίγινα σε ένα νησί που λεγόταν Οινώνη ή Οινοπία, όπου κοιμήθηκε μαζί της με τη μορφή αετού ή φλόγας. Η Αίγινα γέννησε τον Αιακό και όταν το έμαθε η Ήρα αποφάσισε να καταστρέψει κάθε κάτοικο της Οινώνης, όπου ο Αιακός ήταν βασιλιάς. Έριξε ένα φίδι σε έναν χείμαρρο και από τα αβγά του γεννήθηκαν χιλιάδες φίδια που κατέκλυσαν το νησί (ο Αιακός το είχε ονομάσει Αίγινα), ενώ παράλληλα οι σοδειές και οι βοσκές καταστράφηκαν από έναν καυτό νότιο άνεμο. Οι κάτοικοι, που υπέφεραν από την ξηρασία, όταν έπιναν το δηλητηριασμένο νερό των ρυακιών. Μάταια γίνονταν εκκλήσεις στον Δία. Όλοι οι κάτοικοι πέθαναν και μια μέρα, ο Αιακός, βλέποντας πως στις προσευχές του απαντούσαν αστραπές και κεραυνοί, ικέτευσε τον Δία να επανδρώσει και πάλι την έρημη χώρα, δίνοντας του τόσους υπηκόους όσα ήταν το μυρμήγκια σε μια κοντινή ιερή βελανιδιά, αφιερωμένη στον Δία. Το δέντρο άρχισε να τρέμει και το άλλο πρωί, ο γιος του Αιακού, Τελαμών, φωναξε τον πατέρα του να δει μια ορδή ανθρωπων που πλησίαζαν. Τα φίδια είχαν εξαφανιστεί, έβρεχε δυνατά σε όλη τη χώρα και ο Αιακός μοίραοε τη χώρα του στο νέο λαό του, που τον ονόμασε Μυρμιδόνες (μυρμήγκια). Αργότερα, αυτοί οι Μυρμιδόνες ακολούθησαν τον Πηλέα όταν εξορίστηκε απο την Αίγινα και πολέμησαν στην  Τροία πλάι στον Αχιλλέα και στον Πάτροκλο. Μερικοί όμως λένε πως οι Μυρμιδόνες ονομάστηκαν έτσι προς τιμήν του βασιλιά Μυρμιδώνος, την κόρη του οποίου, Ευρυμέδουσα γοήτευσε ο Ζευς με μορφή μυρμηγκιου, από μια νύμφη, τη Μήρμυκα, που κόμπασε πως αυτή και όχι η Αθηνά ανακάλυψε το άροτρο, και τιμωρήθηκε από τη θεά με μεταμόρφωσή της σε μυρμήγκι. 

Ο Αιακός, που είχε νυμφευθεί την Ενδηίδα, κόρη του Σκίρωνος, απέκτησε από αυτήν τον Πηλέα, πατέρα του Αχιλλέα και τον Τελαμώνα, πατέρα του Αίαντος. Είχε όμως και έναν άλλο γιο, τον Φώκο από τη Νηρηίδα Ψαμάθη, που αργότερα τον σκότωσαν τα δυο του αδέλφια επειδη τους περνούσε σε διάφορα αγωνίσματα Για το λόγο αυτόν ο πατέρας τους τους εξόρισε από την Αίγινα. 

Όταν όλη η Ελλάδα υπέφερε από ξηρασία επειδή ο Πέλοψ είχε σκοτώσει το Βασιλιά της Αρκαδίας Στύμφαλο (ή επειδη Αθηναίοι είχαν σκοτώσει τον Ανδρόγεω στο κυνήγι για τον Μαραθώνιο Κάπρο), το Μαντείο των Δελφών συμβούλευσε τους Έλληνες να καταφύγουν στον Αιακό. Κάθε πόλη έστειλε έναν κήρυκα στο βασιλια της Αίγινας, που ανέβηκε στο όρος Πανελλήνιον, το ψηλότερο βουνό του νησιού του ντυμένος ιερέας του Διός. Η προσευχή του εισακούστηκε και έπεσε σε όλη την Ελλάδα δυνατή βροχή. Ο Αιακός αφιέρωσε τότε ένα βωμό στον Δία και αργότερα έχτισε το ναό του Πανελληνίου Διός. Ο ίδιος ίδρυσε τη πόλη Δία, προς τιμήν του πατέρα του.  Ο Απόλλων και ο Ποσειδων πήραν τον Αιακό μαζί τους οταν έχτισαν τα τείχη της Τροίας, ξέροντας πως αν ένας θνητός δεν μετείχε στο χτίσιμο, η πόλη θα ήταν απόρθητη και οι κατοικοί της θα μπορούσαν να προκαλούν τους θεούς. Όταν τέλειωσαν το έργο τους, τρία φίδια προσπάθησαν να σκαρφαλώσουν στα τειχη. Μόνο εκείνο που ανέβηκε στο τμημα το χτισμένο από τον Αιακό κατόρθωσε να μπει μέσα . Ο Απόλλων προφήτεψε τοτε πως οι απόγονοι του Αιακού θα περιλαμβάνονταν στους πορθητές της Τροίας. Ο Αιακός, ο Μίνως και ο Ραδάμανθυς γιοί του Διός και οι τρεις, έγιναν κριτές των νεκρών στον Άδη. Ο Πλάτων, τον παρουσιάζει κριτή των Ευρωπαίων ενώ o Ραδάμανθυς έκρινε τους Ασιάτες και ο Μίνως επενέβαινε όταν υπήρχαν αμφιβολίες. Στη γλυπτοθήκη του Μονάχου, ένας αμφορέας τον δείχνει επάνω σε θρόνο, με σκήπτρο στο χέρι, πλάι σε έναν νεκρό. Σε νεκρικό αγγείο του Τάραντος, κρίνει τους νεκρούς πλάι στον Ραδάμανθυ. Σε διάφορα νομίσματα παριστάνεται μπροστά στις πύλες του Άδου με τον Κέρβερο, ή με τα κλειδιά του βασιλείου του Πλούτωνος στο χέρι. Ίσως αυτή η ιδιότητα του κριτή να σήμαινε πως ο αιγινήτειος εμπορικός κώδικας ήταν δεκτός σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Πάντως, ο Πλίνιος αποδίδει στον Αιακό την ανακάλυψη του αργύρου, που είχε συνέπεια να εισαχθεί νωρίς στην Αίγινα η νομισματοκοπία. 

Όσο για το μύθο των Μυρμιδόνων, ο Ρόμπερτ Γκρέιβς (Οι ελληνικοί μύθοι) ισχυρίζεται πως συμβολίζει την κατάκτηση της Αίγινας από τους Μυρμιδόνες της Φθιώτιδος, που είχαν φυλετικό έμβλημα το μυρμήγκι. Προηγουμένως, η χώρα ανήκε στους Πελασγούς, που δεν αποκλείεται, από μίσος προς τους εισβολείς, να δηλητηρίασαν τα ρυάκια και τα πηγάδια. Κατά τον Στράβωνα, οι Αιγινήτες ονόμασαν τους εαυτούς τους Μυρμιδόνες επειδή, όπως τα μυρμήγκια, ήταν αναγκασμένοι να σκάβουν τα χωράφια τους πριν τα καλλιεργήσουν, και επειδή ήταν τρωγλοδύτες. Η πιθανότερη όμως εξήγηση είναι πως οι Μυρμιδόνες της Φθιώτιδος ισχυρίζονταν πως ήταν αυτόχθονες όπως τα μυρμήγκια και πως το έμβλημά τους μεταφέρθηκε στην Αίγινα μαζί τους. 


Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδ. ΔΟΜΗ